Οι σπηλιές του κυρ Αλέξαντρου
Και βέβαια, δε λείπουν οι αναφορές σε σπήλαια από τα κείμενα του «Αγίου» των ελληνικών γραμμάτων, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 – 1911). Οι ακόλουθες δύο είναι από τα διηγήματα «Όνειρο στο κύμα» και «Το θαύμα της Καισαριανής».
Πηγή: το βιβλίο με διηγήματα «Όνειρο στο κύμα» από τη σειρά «Νεοελληνική Λογοτεχνία» των εκδόσεων του βιβλιοπωλείου της «Εστίας», Ι. Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Σόλωνος 60 – Αθήνα 10672, ISBN: 960-05-0421-0.
«…………………………..
Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοίλοντο εις σπήλαια και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισχώρει μορμυρίζον, χορεύον με ατάκτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνον του λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε – καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου δια να «αρμυρίσουν» εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την «ελιμπίστηκα», κι ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστο μήνα.
……………………………»
«……………………………
- Η χάρη της, του είπα, θα σε κάμη καλά.
Εκινήσαμε, καταπόδι σ’ άλλους, που τους βλέπαμε να τρέχουν μπροστά. Ήτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ανήφορο, και σε λίγην ώρα φτάσαμε στη σπηλιά.
Ήτον μία σπηλιά ωραία, στον βράχο το θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκοίνους κι αγριόδυοσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλο ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί, κι έκαναν το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι του έστεκε στη μέση. Είχε κάμει παράκληση, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψελναν «την πάσα ολπίδα μου», κι’ έκαναν μετάνοιες. Σαν είπε το «δι αυκών» ο παπάς, πάλι άρχισε να ψέλνη αγιασμό, μέσα σε μια λεκάνη μεγάλη, σαν κολυμβήθρα, φυσικά φτιασμένη στο βράχο, θεόχτιστη ως φαίνεται.
Σαν άρχισε ο αγιασμός, οι γυναίκες εψιθύριζαν η μια με την άλλη.
- Η Περιστέρα…. τώρα θα φανή!
- Τώρα θα κατεβή η Περιστέρα!
- Να τώρα…. τώρα θα βγη η Περιστέρα.
Σε λίγην ώρα, κοντά στο τέλος του Αγιασμού, την στιγμή που ήθελε να βαφτίση ο παπάς το σταυρό στη λεκάνη, ακούστηκ’ έξαφνα ένα φρου φρου, κι εβόϊξ’ η σπηλιά, κι επαρουσιάστηκε για μια στιγμή, για όσην ώρα σας το λέγω, ένα ωραίο πουλί, μια περιστέρα, με άσπρα και σταχτιά φτερά, κι εφτερούγιασε φρστ!..... φρστ! κι ετίναξε τα φτερά της, κι εχτύπησε με τα φτερά της το νερό, που ήτον στη λεκάνη του Αγιασμού, κι αμέσως έγινε άφαντη… Για δυο τρεις στιγμές εξακολουθούσε, απ’ το θόλο της σπηλιάς, να πέφτη νερό μες στη λεκάνη, ύστερα έπαψε. Ο κόσμος εκύτταζε χωρίς φωνή, χωρίς πνοή…
Ύστερα μονομιάς από πολλών τα στήθια εβγήκ’ ένα «Μέγας ει, Κύριε!» και δυο τρεις χωριάτισσες είπαν «Χριστός δε σερ Μαρία! Χριστός δε σερ Μαρία».
Την ίδια στιγμή εβούτηξ’ ο παπάς το σταυρό, κι έψαλε «σώσον, Κύριε, τον λαόν σου» κι ύστερα όλος ο λαός, παιδιά, άνδρες, γυναίκες έπεσαν με τα μούτρα στην αγιαστούρα του παπά και μέσα στη λεκάνη, κι έπαιρναν αγίασμα με τα φλασκιά τους, με τα τασάκια τους, κι έπιναν, κι εξεφωνούσαν «δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!».
Με πολύ κόπο, επήρα κι εγώ αράδα, κι έσυρα σπρώχνοντας με όλη τη δύναμη μου το Λευθέρη απ’ το μπράτσο, κι απ’ τις πλάτες, και μπορέσαμε με πολλά βάσανα να πλησιάσουμε τον παπά, και μας φώτισε με την αγιαστούρα του. Ύστερα έσκυψα με το στόμα και ήπια αγίασμα, ύστερα εγέμισα τις δυο φούχτες και τις έφερα στο στόμα του ανδρός μου να πιή. Ήτον δροσερό γλυκό, νερό, αγίασμα. Είχε μια δροσούλα και μια μοσχοβολιά που δεν ξανάγινε.
Κατόπιν γυρίσαμε πάλι, με όλο το μελίσσι μαζί κι εφτάσαμε στην εκκλησιά.
…………………………….»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα