HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Κι άλλος θησαυρός σε σπηλιά!

Topic #153 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 14 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #720 • 05 Jul 2005, 07:13 UTC
Κι άλλος θησαυρός σε σπηλιά!

Πηγή: το βιβλίο «Οι Κουρσάροι» του Γουίλμπουρ Σμιθ (Wilbur Smith, “Birds of Prey” 1997), σε μετάφραση Ανδρέα Μιαούλη, εκδόσεις BELL – Χαρλένικ Ελλάς Εκδοτική ΑΒΕΕ, Ιπποκράτους 57, 10680 Αθήνα, Τηλ. 210 3609438 - 3629723, Β’ έκδοση Αθήνα 2004, ISBN: 960-620-455-3.

«…………………
Στην άλλη βάρκα ο Χαλ και ο σερ Φράνσις ρίχτηκαν πάλι στα κουπιά και συνέχισαν να ανεβαίνουν το ποτάμι. Μετά από μισό περίπου μίλι το ποτάμι στένευε πολύ και οι κρημνώδεις όχθες δεξιά κι αριστερά γίνονταν ακόμη πιο απότομες. Ο σερ Φράνσις άφησε το κουπί για να δει πού περίπου βρίσκονταν, ύστερα έφερε τη βάρκα με την πλώρη της στην όχθη κι έδεσε πάνω στο κούτσουρο ενός ξεραμένου δέντρου, που ξεπετιόταν από μια σχισμάδα στα βράχια της πλαγιάς. Αφήνοντας το γιο του στη βάρκα, πήδηξε έξω, πάνω σε μια στενή πεζούλα που σχημάτιζε ο βράχος, κι έπιασε να ανεβαίνει την όχθη. Δεν υπήρχε κάποιο μονοπάτι που θα μπορούσε να ακολουθήσει, ωστόσο συνέχισε θαρρετά και με σιγουριά την ανάβαση καθώς τα χέρια του πιάνονταν από ότι σταθερό έβρισκαν, χεριά τη χεριά. Ο Χαλ τον παρακολουθούσε, νιώθοντας περήφανος για το γονιό του. Στα μάτια του ο πατέρας του φάνταζε ήδη μεγάλος στα χρόνια – θα πρέπει να είχε πατήσει προ πολλού το αξιοσέβαστο τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του - , ωστόσο τώρα σκαρφάλωνε την απότομη όχθη με δύναμη και σβελτάδα εφηβική. Αίφνης, εκεί κάπου στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από τα νερά του ποταμού, ο σερ Φράνσις έφτασε σε μια προεξοχή, αθέατη από κάτω, κι έσυρε τα πόδια του κατά το μήκος της. Ύστερα γονάτισε να εξετάσει τη σχισμάδα πάνω στη βραχώδη πλαγιά. Το στόμιο της σχισμάδας έφραζε ένας σωρός από πέτρες. Χαμογέλασε ικανοποιημένος με το που διαπίστωσε πως τα πάντα ήταν έτσι ακριβώς όπως τα είχε αφήσει αρκετούς μήνες πριν. Προσεκτικά, παραμέρισε τις πέτρες που έφραζαν το στόμιο της σχισμάδας, μέχρι που υπήρχε αρκετός χώρος για να συρθεί στο εσωτερικό.
Το άνοιγμα έμπαζε σε μια σκοτεινή σπηλιά, όμως ο σερ Φράνσις σηκώθηκε όρθιος κι άπλωσε το χέρι του προς τα επάνω, μέχρι που άγγιξε μια προεξοχή – κάτι σαν πέτρινο ράφι – και άρχισε να ψαχουλεύει, ώσπου βρήκε την τσακμακόπετρα και το κομμάτι το ατσάλι που είχε αφήσει εκεί πέρα. Άναψε το κερί που είχε φέρει μαζί του και μετά έριξε μια ματιά στο εσωτερικό της σπηλιάς.
Όλα ήταν ανέγγιχτα, όπως τα είχε αφήσει στην τελευταία του επίσκεψη. Πλάι στο τοίχωμα, στο βάθος της σπηλιάς, ήταν βαλμένα πέντε σεντούκια. Ήταν τα λάφυρα από το κούρσεμα το «Χέερλικε Ναχτ», κυρίως πλάκες ασημιού κι εκατό χιλιάδες φιορίνια σε νομίσματα που προορίζονταν για την πληρωμή των μισθών των Ολλανδών στρατιωτών της φρουράς στην Μπατάβια. Εκεί κοντά στο στόμιο της σπηλιάς ήταν στοιβαγμένα ένα σωρό σύνεργα και ο σερ Φράνσις έπιασε δουλειά χωρίς χρονοτριβή. Χρειάστηκε γύρω στη μισή ώρα μέχρι να αρματώσει την μπίγα, να τη στρέψει έξω από το στόμιο και να μαϊνάρει το παλάγκο, ως κάτω, στη δεμένη βάρκα.
«Πιάσε και δέσε το πρώτο σεντούκι!» φώναξε στον Χαλ.
Ο Χαλ έδεσε την κασέλα και ο πατέρας του τη βιράρισε πάνω, κάνοντας το παλάγκο να τρίζει σε κάθε τράβηγμα. Η κασέλα έγινε άφαντη και μετά από λίγο το σχοινί φάνηκε να πέφτει πάλι προς τα κάτω, μέχρι που έπιασε την άκρη του ο Χαλ. Έδεσε και το δεύτερο σεντούκι.
Τους πήρε, γύρω στη μια ώρα ώσπου να βιράρουν όλο το θησαυρό πάνω, στη σπηλιά. Ύστερα έπιασαν να δένουν και να βιράρουν τα βαρελάκια με τη μπαρούτη και τα όπλα. Το τελευταίο που βιράρισαν ήταν και το μικρότερο σε όγκο – ένα κουτί μέσα στο οποίο ο Σερ Φράνσις είχε βάλει μια πυξίδα, μια λαγουδέρα, ένα ρολό χάρτες παρμένους από τη γαλέρα, τσακμακόπετρα και ατσάλι, μερικά χειρουργικά εργαλεία τυλιγμένα σ’ ένα κομμάτι καραβόπανο και κάμποσα είδη ακόμη που έκαναν τη διαφορά μεταξύ του να επιβιώνει κανείς και του να πεθαίνει σε τούτη την άγρια κι απάτητη ακτή, στη άκρη του κόσμου.
«Ε, Χαλ, έλα επάνω!» φώναξε ο Σερ Φράνσις από εκεί ψηλά που βρισκόταν. Ο νεαρός σκαρφάλωσε με τη σβελτάδα μικρού μπαμπουίνου.
Μόλις έφτασε επάνω, βρήκε τον πατέρα του βολεμένο με άνεση πάνω στη φυσική πεζούλα, με τα πόδια του να κρέμονται στο κενό, το τσιμπούκι του με το πήλινο κοτσάνι και το σακουλάκι του καπνού ανά χείρας.
«Δώσ’ μου ένα χεράκι παλικάρι μου». Έδειξε με το άδειο τσιμπούκι του τη σχισμάδα που έμπαζε στης σπηλιά. «Πιάσε και κλείσε το άνοιγμα».
Του πήρε κοντά μισή ώρα μέχρι να ξαναμπλοκάρει το άνοιγμα με τις σκόρπιες πέτρες, κρύβοντας το από μάτια περίεργα και αρπακτικά. Δύσκολα θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς την κρυψώνα εδώ ψηλά, σε τούτο το σημείο της απόκρημνης όχθης του σχεδόν ανεξερεύνητου ρυακιού, όμως ο Χαλ και ο πατέρας ήξεραν καλά πως οι μπαμπουίνοι θα ξαναγύριζαν. Και ήταν το ίδιο περίεργοι και πονηροί όσο και οι άνθρωποι.

……………………..».

Μπίγα: είδος γερανού.
Παλάγκο: σύστημα τροχαλιών για το φόρτωμα και ξεφόρτωμα πλοίου (χρησιμοποιείται και στη σπηλαιοδιάσωση και αλλού).



Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →