HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Ένα....... "διαφορετικό" σπήλαιο

Topic #999 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 30 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #5425 • 31 Jan 2007, 21:37 UTC
Πηγή: το διήγημα «Στη χώρα των γιγάντων» του Θωμά Μαστακούρη, από την ανθολογία «Ιστορίες με γίγαντες» σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του ιδίου, από τις εκδόσεις Ωρόρα, Θεοφάνης Ιγνατίου, Μαυρομιχάλη 11 – 10679 Αθήνα, τηλ. 3635025. Copyright 1994.



«……………………………………rnΒρίσκονταν κάτω από την προστασία του δυνατώτερου Θεού, αλλά οι Γίγαντες ήταν πλάσματα αρχαιότερα από τους Θεούς, και αντιπροσώπευαν τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις του χάους που απειλεί κάθε στιγμή να καταπιεί τη μικρή νησίδα τάξης αυτής της πλάσης.rnΦτάνοντας στους πρόποδες των βουνών, αντίκρυσαν μπροστά τους ένα απέραντο δάσος το οποίο απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση.rnΜη βρίσκοντας κανένα ορατό μονοπάτι για να το παρακάμψουν, μπήκαν μέσα και άρχισαν να το διασχίζουν. rnΤα γιγάντια πεύκα και έλατα φαίνονταν να τους κοιτάζουν απειλητικά, και πολλές φορές τα μυτερά κλαδιά τους μπλέκονταν στα μαλλιά και τα ρούχα τους σαν να γύρευαν να τους σταματήσουν. Το έδαφος ήταν υγρό κάτω από τις πευκοβελόνες, και μια ψιλή βροχή είχε αρχίσει να πέφτει ακατάπαυστα. Σε μερικά σημεία, τα δέντρα γίνονταν τόσο πυκνά, ώστε ο Θωρ αναγκαζόταν να ξερριζώνει με την τρομερή του δύναμη κάποια από αυτά ώστε να κάνει δρόμο για να περάσουν.rnΌλη τη μέρα περπατούσαν χωρίς να συναντήσουν κανένα ζωντανό πλάσμα, και καθώς βράδιαζε κατάλαβαν ότι θα έπρεπε να αρκεστούν στις λιγοστές προμήθειες που τους είχαν απομείνει. Η βροχή είχε γίνει πιο δυνατή, και παρά την πυκνή οροφή των δέντρων από πάνω τους, ήταν όλοι μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο.rnΟ Λόκι συνεχώς μουρμούριζε και παραπονιόταν γιατί ο Θωρ δεν φρόντιζε να σταματήσει τη βροχή, παραβλέποντας εσκεμμένα το γεγονός πως οι δυνάμεις του Θεού δεν είχαν καμιά σχεδόν ισχύ στη χώρα των Γιγάντων.rnΈπρεπε να ανακαλύψουν ένα μέρος για να περάσουν τη νύχτα, επειδή σαν σκοτείνιαζε ακόμη και τα γατίσια μάτια του Λόκι δεν θα μπορούσαν να δουν μέσα στη μαυρίλα του Γιότουνχάιμ. Ο Θιάλφι, γοργοπόδαρος καθώς ήταν, προσφέρθηκε να τρέξει μπροστά και να αναζητήσει κάποιο κατάλληλο μέρος για να κοιμηθούν.rnΓυρίζοντας λαχανιασμένος μετά από λίγη ώρα, είπε πως είχε βρει μια πελώρια σπηλιά σε ένα ξέφωτο λίγο πιο μακριά τους. φτάνοντας εκεί, έμειναν έκπληκτοι μπροστά στο θέαμα που αντίκρυσαν.rnΤο άνοιγμα της σπηλιάς ήταν πραγματικά τεράστιο, τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να χωρέσει μέσα ένα ολόκληρο παλάτι.rnΕδώ τουλάχιστον θα γλιτώσουμε από τη βροχή και την υγρασία," μουρμούρισε ο Λόκι μέσα από τα δόντια, και έδωσε μια κοφτή διαταγή στα παιδιά να μαζέψουν ξύλα για τη φωτιά.rnΉταν όλοι τους τόσο κουρασμένοι από την ολοήμερη πορεία, ώστε αποκοιμήθηκαν σχεδόν αμέσως, αφήνοντας τα υγρά ξύλα να μισοκαίνε σε μια γωνιά του πελώριου ανοίγματος της σπηλιάς. Μέσα στη νύχτα, τους ξύπνησε όλους ένα τρομερό μουγκρητό, φαινόταν να έρχεται από παντού, και ήταν τόσο δυνατό ώστε τα τοιχώματα της σπηλιάς άρχισαν να σείονται. Όλοι πετάχτηκαν όρθιοι, και ένιωσαν το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια τους.rn "Σεισμός!" φώναξαν τα παιδιά, αγκαλιάζοντας με τρόμο το ένα το άλλο. Ο Λόκι ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του:rn"Να βγούμε έξω", πρότεινε, γλείφοντας τα στεγνωμένα του χείλη.rnΟ Θωρ έσφιξε τον ώμο του με το πανίσχυρο χέρι του και τον κράτησε στη θέση του.rnΛίγες στιγμές αργότερα, ο θόρυβος είχε σταματήσει και η σιωπή σκέπασε πάλι το νυχτωμένο δάσος. rn"Τα τοιχώματα της σπηλιάς φαίνονται ανθεκτικά, και έχουν μια παράξενη υφή που δεν μοιάζει με πέτρα", μουρμούρισε ο Θωρ. "Νομίζω πως εδώ θα είμαστε πιο ασφαλείς απ' ότι έξω, ειδικά μια και μπορεί το μουγκρητό να μην προερχόταν από σεισμό αλλά από κάποιο πελώριο τέρας αυτού του τόπου."rn"Αν είναι έτσι, τότε κινδυνεύουμε άμεσα εδώ στα ανοιχτά," του υπενθύμισε ο Λόκι.rn"Σε αυτό έχεις δίκιο," παραδέχθηκε ο Θεός του κεραυνού. "Ας αναζητήσουμε κάποιο πιο σίγουρο και στενό σημείο της σπηλιάς."rnΚρατώντας αναμμένα κλαδιά, περπάτησαν για αρκετή ώρα μέσα στο σκοτάδι, μέχρι που τελικά είδαν μια μεγάλη κυκλική σήραγγα να ανοίγεται στο δεξιό τοίχωμα της σπηλιάς και να οδηγεί μέσα στο πηχτό σκοτάδι.rn"Εδώ τουλάχιστον το μέρος είναι πιο στενό, και μπορούμε να το υπερασπίσουμε ευκολότερα", είπε ο Θωρ, τρίβοντας σκεπτικά τα πυκνά του γένια.rnΜε τη χαρακτηριστική του ψυχραιμία, ξάπλωσε με την πλάτη πάνω στο τοίχωμα της σήραγγας, πήρε το σφυρί στα χέρια του, και μέσα σε ένα λεπτό κοιμόταν βαριά.rnΟι υπόλοιποι τρεις χώθηκαν λίγο πιο βαθιά, και λούφαξαν στο σκοτάδι. Ο ύπνος τους δεν ήταν ήσυχος, γιατί πολλές φορές το ίδιο βράδι ξύπνησαν από το μακρινό μουγκρητό, το οποίο ακόμη και σε τέτοιο βάθος έκανε τα τοιχώματα της σήραγγας να πάλλονται σαν τρεμάμενη σάρκα.rnΜόλις ξημέρωσε, ο Θωρ βγήκε έξω προσεκτικά και κοίταξε έξω. Στα αριστερά της σπηλιάς, διέκρινε έναν κοιμισμένο Γίγαντα.rnΤο κεφάλι του ήταν μεγάλο σαν βουνό, και οι τρίχες του γενιού του η κάθε μια μακριά σαν χρονιάρικο δέντρο. Τα ρούχα του ήταν καμωμένα από τομάρια βουβαλιών, ραμμένων μεταξύ τους με έντερα ζώων, και θα πρέπει να είχε χρειαστεί ένα ολόκληρο κοπάδι για να τον ντύσει.rnΜέσα στον ύπνο του, ο γίγαντας ροχάλιζε, και ο Θωρ κατάλαβε πως το ροχαλητό του ήταν το τρομερό μουγκρητό που αρχικά είχαν πάρει για σεισμό και στη συνέχεια για το βρυχηθμό κάποιου φοβερού τέρατος.rnΑγριεμένος, ο Θωρ έζωσε τη μαγική ζώνη που του είχε χαρίσει η Γιγάντισσα Γκριντ, και η οποία διπλασίαζε ακόμη και τη δική του τρομερή δύναμη, και ζύγιασε το σφυρί στα χέρια του.rnΕκείνη όμως την ώρα, ο Γίγαντας ξύπνησε και σηκώθηκε. Όταν στάθηκε όρθιος, το ύψος του ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά έλατα, έτσι που ακόμη και ο Θεός του κεραυνού ένιωσε δέος μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο μέγεθος και συγκράτησε το σφυρί πριν φύγει από τα χέρια του για να πετύχει το στόχο του.rn"Ποιος είσαι εσύ;" τον ρώτησε.rn"Με λένε Σκρίμιρ (Σωματαρά)," του απάντησε ο γίγαντας, με μια φωνή που έκανε τις κορυφές των δέντρων να ταλαντευτούν.rn"Σίγουρα είσαι καλά ονοματισμένος," είπε ο Θωρ μέσα απ' τα δόντια.rn"Εγώ δεν θα ρωτήσω ποιος είσαι," είπε ο Σκρίμιρ, χαμογελώντας και δείχνοντας δόντια μεγάλα σαν μυλόπετρες. "Σε έχω ακουστά, γιέ του Όντιν!"rnΓύρισε τα μάτια και κοίταξε τους τρεις συντρόφους του Θωρ που εκείνη την ώρα έβγαιναν επιφυλακτικά από τη σπηλιά όπου είχαν περάσει τη νύχτα τους.rn"Βλέπω πως κοιμηθήκατε μέσα στο γάντι μου," είπε γελώντας τρανταχτά.rnΜε ανοιχτό το στόμα, οι δυο Θεοί και οι δύο άνθρωποι είδαν τον γίγαντα να σηκώνει τη "σπηλιά" και να τη φοράει στο δεξί του χέρι. Μόλις τότε συνειδητοποίησαν πως η σήραγγα στην οποία είχαν κοιμηθεί ήταν το άνοιγμα για τον πελώριο αντίχειρα του Γίγαντα.rn……………………………….»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →