Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload6.postimage.org/14574/hpl2.jpg
«……………………….rnΤο Έξαμ Πράιορυ είχε παραμείνει ακατοίκητο, αν και αργότερα παραχωρήθηκε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Νόρρυς και μελετήθηκε ιδιαίτερα χάρη στην περίεργα σύνθετη αρχιτεκτονική του μια αρχιτεκτονική που συμπεριλάμβανε γοτθικούς πύργους στηριγμένους σε μια σαξονική ή ρομανική υποκατασκευή. Η υποκατασκευή αυτή με τη σειρά της ήταν θεμελιωμένη πάνω σε ακόμη προγενέστερη τεχνοτροπία ή ανακάτωμα από τεχνοτροπίες - ρωμαϊκές ή ακόμη και δρυϊδικές ή τοπικές κύμβριες, αν οι θρύλοι λένε την αλήθεια. Τα θεμέλια αυτά είχαν μια πολύ παράξενη δομή. Από τη μια πλευρά συγχωνεύονταν με τον συμπαγή ασβεστόλιθο του γκρεμού, που από το χείλος του το κτίριο δέσποζε σε μια έρημη κοιλάδα τρία μίλια δυτικά του χωριού Άντσεστερ.rnΣτους αρχιτέκτονες και αρχαιοδίφες άρεσε να εξετάζουν αυτό το παράξενο απομεινάρι από ξεχασμένους αιώνες, αλλά οι χωρικοί το μισούσαν. Το μισούσαν εδώ κι εκατοντάδες χρόνια, όταν οι πρόγονοι μου ζούσαν εκεί, και το μισούσαν και τώρα, με τα βρύα και τη μούχλα της εγκατάλειψης πάνω του. Δεν είχα μείνει ούτε μια μέρα στο Άντσεστερ πριν πληροφορηθώ ότι καταγόμουν από ένα καταραμένο σπίτι.rnΚι αυτή τη βδομάδα οι εργάτες ανατίναξαν το ΄Εξαμ Πράιορυ και προσπαθούν να εξαφανίσουν ό,τι ίχνη απόμειναν από τα θεμέλια του.rn………………………rnΞάπλωσα νωρίς γιατί νύσταζα πολύ, αλλά ταλαιπωρήθηκα από τα πιο φρικιαστικά όνειρα. Ήταν σαν να κοίταζα από ψηλά σ' ένα μισοσκότεινο σπήλαιο, με τη βρώμα ως τα γόνατα, όπου ένας ασπρογένης δαιμονικός χοιροβοσκός οδηγούσε με τη γκλίτσα του ένα κοπάδι από σπογγώδη, πλαδαρά ζώα που η εμφάνιση τους με γέμιζε ανείπωτη αηδία. Μετά, καθώς ο χοιροβοσκός κοντοστάθηκε και κούνησε το κεφάλι του πάνω από τα ζώα του, ένα τεράστιο κοπάδι από αρουραίους έπεσε από ψηλά στη βρωμερή άβυσσο και άρχισε να καταβροχθίζει και τα ζώα και τον άνθρωπο.rnΞύπνησα απότομα απ' το τρομερό αυτό δράμα από τις κινήσεις γάτου μου, του Νέγρου, που κοιμόταν όπως συνήθως πάνω στα πόδια μου. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να ψάξω για την αιτία των απειλητικών γρυλισμάτων και σφυριγμάτων του, ούτε και για το φόβο που τον έκανε να χώσει τα νύχια του στον αστράγαλο μου, χωρίς να νιώθει τί αποτέλεσμα είχαν. Γιατί σε κάθε πλευρά του δωματίου οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από έναν αηδιαστικό θόρυβο - το μολυσμένο σούρσιμο πεινασμένων, γιγάντιων αρουραίων. Δεν υπήρχε κανένα φως για να δείχνει την κατάσταση των ταπήτων - το πεσμένο κομμάτι τους είχε ξαναμπεί στη θέση του - αλλά δεν τρόμαξα τόσο ώστε να μην μπορώ ν' ανάψω το φως.rn………………………rnΟι δρύινα επενδυμένοι τοίχοι έβριθαν από αρουραίους που τρέχαν και στριφογυρνούσαν, ενώ ό Νέγρος έτρεχε γύρω με τη λύσσα ενός κυνηγού πού δεν ξέρει τί να κάνει. Φτάνοντας κάτω άναψα το φως, πού αυτή τη φορά δεν έκανε το θόρυβο να σταματήσει. Οι αρουραίοι συνέχιζαν τη φασαρία τους τρέχοντας με τόση ορμή και σαφήνεια πού τελικά μπόρεσα να εντοπίσω στις κινήσεις τους μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Τα πλάσματα αυτά, σε φανερά ανεξάντλητους αριθμούς, έπαιρναν μέρος σε μια τεράστια μετανάστευση από κάποια ασύλληπτα ύψη προς κάποια νοητά ή ασύλληπτα βάθη κάτω από μας.rn…………………………..rnΟ υπόγειος θάλαμος βρισκόταν βαθιά στα θεμέλια του χτιρίου κι αναμφίβολα βαθιά χωμένος στο πρόσωπο του κάθετου ασβεστολιθικού γκρεμού πού δέσποζε στην έρημη κοιλάδα. Ότι ό γκρεμός ήταν ο σκοπός των θορυβοποιών κι ανεξήγητων αρουραίων ήμουν σίγουρος, αν και δεν ήξερα γιατί. Όπως περιμέναμε ξαπλωμένοι, πρόσεξα πως η ξαγρύπνια μου ανακατευόταν πότε πότε με μισοσχηματισμένα όνειρα, από τα οποία με ξυπνούσαν οι ανήσυχες κινήσεις του γάτου πάνω στα πόδια μου.rnΤα όνειρα αυτά δεν ήταν διόλου ευχάριστα, αλλά φρικιαστικά σαν εκείνο που είχα την προηγούμενη νύχτα. Είδα πάλι το μισοσκότεινο σπήλαιο και το χοιροβοσκό με τα ακατονόμαστα σπογγώδη ζώα του που κυλιόνταν στη βρώμα και καθώς κοιτούσα αυτά τα πλάσματα, φαίνονταν πιο κοντά και πιο καθαρά - τόσο καθαρά που μπορούσα σχεδόν να διακρίνω τα χαρακτηριστικά τους. Μετά στ' αλήθεια διέκρινα τα πλαδαρά χαρακτηριστικά ενός απ' αυτά - και ξύπνησα μ' ένα τέτοιο ουρλιαχτό που ο Νέγρος πήδηξε πάνω, ενώ ο σμηναγός Νόρρυς, που δεν είχε κοιμηθεί, γέλασε με την καρδιά του. Ο Νόρρυς μπορεί να γελούσε περισσότερο - ή μπορεί και λιγότερο - αν ήξερε τι με είχε κάνει να ουρλιάξω. Αλλά ούτε κι εγώ το θυμόμουν μέχρι αργότερα. Η υπέρτατη φρίκη παραλύει συχνά τη μνήμη με σπλαχνικό τρόπο.rn…………………………………….rnΈνας δυνατός τρόμος φούντωσε τώρα μέσα μου, γιατί εδώ συνέβαιναν ανωμαλίες που τίποτε το φυσιολογικό δεν μπορούσε να εξηγήσει. Οι αρουραίοι αυτοί, αν δεν ήταν πλάσματα της τρέλας πού μοιραζόμουν μόνο με τις γάτες, θα έπρεπε να τρυπώνουν και να τρέχουν μέσα σε ρωμαϊκούς τοίχους που τους θεωρούσα φτιαγμένους από συμπαγείς ασβεστολιθικούς ογκόλιθους... εκτός κι αν ίσως ή δράση του νερού, πάνω από δεκαεφτά αιώνες τώρα, είχε ανοίξει φιδογυριστά τούνελ που τα σώματα των τρωκτικών είχαν κάνει λεία κι ευρύχωρα... Αλλά ακόμη και τότε, η φασματική φρίκη δεν λιγόστευε γιατί αν αυτά ήταν ζωντανά βρωμόζωα, γιατί δεν άκουγε ο Νόρρυς τη σιχαμερή τους φασαρία; Γιατί με παρακινούσε να παρακολουθήσω τον Νέγρο και ν' ακούσω τις γάτες απέξω και γιατί μόνο μάντευε, στην τύχη και αόριστα, για το τι μπορεί να τις είχε ερεθίσει;rnΏσπου να καταφέρω να του πω, όσο πιο λογικά μπορούσα, αυτό που νόμιζα ότι άκουγα, τ' αυτιά μου μου έδωσαν τήν τελευταία σβησμένη εντύπωση του τρεχαλητού που είχε υποχωρήσει ακόμη πιο χαμηλά, μακριά κάτω απ' αυτό, το πιο βαθύ από τα κελάρια, μέχρι που φάνηκε σαν ολόκληρος ο γκρεμός από κάτω να ήταν κατατρυπημένος από τους αρουραίους που αναζητούσαν κάτι. Ο Νόρρυς δεν φάνηκε όσο δύσπιστος περίμενα, αλλ' αντίθετα φάνηκε να επηρεάζεται έντονα. Μου έκανε νόημα να προσέξω πως οι γάτες στην πόρτα είχαν σταματήσει την οχλαγωγία τους, σαν να είχαν παραδεχτεί ότι οι αρουραίοι είχαν χαθεί. Ταυτόχρονα ο Νέγρος είχε εκδηλώσει μια νέα έκρηξη ανησυχίας και γρατζούναγε μανιασμένα στή βάση του μεγάλου πέτρινου βωμού στο κέντρο του δωματίου, που βρισκόταν πιο κοντά στον καναπέ του Νόρρυς από τον δικό μου.rn………………………….rnΟ Νόρρυς πλησίασε τώρα ένα φανάρι στο βωμό κι εξέτασε το σημείο που σκάλιζε ο Νέγρος. Γονάτισε σιωπηλά και καθάρισε τις λειχήνες των αιώνων που ένωναν τον βαρύ προρωμαίκό ογκόλιθο με τη θυσανωτή διακόσμηση του πατώματος. Δεν βρήκε τίποτε και ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τις προσπάθειες του, όταν πρόσεξα μια ασήμαντη λεπτομέρεια που μ' έκανε να ριγήσω, αν και δεν σήμαινε τίποτε περισσότερο απ' ό,τι είχα κιόλας φανταστεί.rnΤου το είπα και κοιτάξαμε και οι δύο στη σχεδόν ανεπαίσθητη εκδήλωση της, με το καθηλωμένο βλέμμα μιας γοητευτικής ανακάλυψης και απόδειξης. Ήταν αυτό και μόνο -ότι η φλόγα του φαναριού που ήταν ακουμπισμένο κοντά στο βωμό τρεμόπαιζε ελαφρά άλλα σίγουρα από ένα ρεύμα αέρα που δεν την έφτανε πριν και που αναμφίβολα προερχόταν από μια χαραμάδα ανάμεσα στο πάτωμα και στο βωμό, εκεί που ο Νόρρυς καθάριζε τις λειχήνες.rn…………………………..rnΠεράσαμε την υπόλοιπη νύχτα στο άπλετα φωτισμένο γραφείο κουβεντιάζοντας νευρικά για το τί θά'πρεπε να κάνουμε στη συνέχεια. Η ανακάλυψη ότι κάποια κρύπτη, πιο βαθιά κι από την πιο βαθιά γνωστή λιθοδομή των Ρωμαίων, βρισκόταν κάτω απ' αυτό το καταραμένο οικοδόμημα - κάποια κρύπτη που δεν είχαν υποπτευθεί οι περίεργοι αρχαιοδίφες επί τρεις αιώνες - θα ήταν κάτι αρκετό για να μας συνταράξει ακόμη κι αν δεν υπήρχε κάποιο δυσοίωνο φόντο πίσω της. Όπως είχαν τα πράγματα, το ενδιαφέρον ήταν διπλό και σταματήσαμε αναποφάσιστοι για το αν έπρεπε να εγκαταλείψουμε την έρευνα μας και να φύγουμε για πάντα από το κτίριο με τη σύνεση της δεισιδαιμονίας ή να ικανοποιήσουμε την κλίση μας για περιπέτειες και ν' αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε φρίκη μπορεί να μας περίμενε στα άγνωστα βάθη.rn…………………………….rnΌλα ήταν έτοιμα τώρα και στις 11 π.μ. ολόκληρη η επταμελής ομάδα μας, κουβαλώντας ισχυρούς ηλεκτρικούς προβολείς και εργαλεία εκσκαφής, κατέβηκε στό κάτω κελάρι και αμπάρωσε την πόρτα πίσω της. Ο Νέγρος ήταν μαζί μας, γιατί οι ερευνητές δεν είχαν λόγους να περιφρονήσουν την ευαισθησία του και πραγματικά τον ήθελαν πολύ να είναι παρών σε περίπτωση που είχαμε ασαφείς εκδηλώσεις τρωκτικών. Ρίξαμε μια σύντομη ματιά μόνο στις ρωμαϊκές επιγραφές και τα σχέδια του άγνωστου βωμού, γιατί τρεις από τους σοφούς τα είχαν δει ήδη και όλοι ήξεραν τα χαρακτηριστικά τους. Ή μεγάλη προσοχή δόθηκε στον τεράστιο κεντρικό βωμό και μέσα σε μια ώρα ο Σερ Ουίλλιαμ Μπρίντον τον είχε κάνει να γείρει προς τα πίσω. Ο βωμός ισορροπούσε από κάποιον άγνωστο μηχανισμό με αντίβαρο.rnΜπροστά μας τώρα αποκαλύφτηκε μια τέτοια φρίκη που θα μας κατέπνιγε αν δεν ήμαστε προετοιμασμένοι. Μέσα από το σχεδόν τετράγωνο άνοιγμα στο πλακόστρωτο, σωριασμένοι σε μια σειρά πέτρινα σκαλοπάτια, τόσο εκπληκτικά φθαρμένα που στο κέντρο τους ελάχιστα διέφεραν από κεκλιμένο επίπεδο, είδαμε ένα φριχτό σωρό από ανθρώπινα και μιαοανθρώπινα κόκαλα. Εκείνα που διατηρούσαν την πλήρη μορφή του σκελετού έδειχναν στάσεις πανικόβλητου φόβου και πάνω σε όλα υπήρχαν σημάδια από το ροκάνισμα τρωκτικών. Τα κρανία δεν έδειχναν τίποτε περισσότερο από απόλυτη ηλιθιότητα, κρετινισμό ή πρωτόγονους πιθηκανθρώπους.rnΠάνω από τα σκαλοπάτια με τα καταχθόνια απομεινάρια σχημάτιζε αψίδα η οροφή ενός κατηφορικού διαδρόμου, που φαινόταν να έχει σκαλιστεί στον συμπαγή βράχο και που μέσα του περνούσε ένα ρεύμα αέρα. Το ρεύμα αυτό δεν ήταν το ξαφνικό και αρρωστημένο φύσημα που πετάγεται από μια κλειστή κρύπτη, αλλά μια δροσερή αύρα με κάποια φρεσκάδα μέσα της. Δεν κοντοσταθήκαμε για πολύ αλλ' ανατριχιάζοντας αρχίσαμε να καθαρίζουμε ένα πέρασμα στα σκαλοπάτια. Ήταν τότε που ο Σερ Ουίλλιαμ, εξετάζοντας τους λαξευτούς τοίχους, έκανε την περίεργη παρατήρηση ότι ο διάδρομος, κρίνοντας από τη διεύθυνση των χτυπημάτων, θα πρέπει να είχε λαξευτεί από κάτω.rnΘα πρέπει να είμαι πολύ προσεκτικός τώρα και να διαλέγω τα λόγια μου.rnΑφού κατεβήκαμε λίγα σκαλοπάτια μέσα από ροκανισμένα κόκαλα είδαμε ότι μπροστά υπήρχε φως. Δεν ήταν κανένας μυστηριώδης φωσφορισμός, αλλά ένα φιλτραρισμένο φως μέρας, που δεν μπορούσε να έρχεται παρά από άγνωστες χαραμάδες στον γκρεμό πού δέσποζε στην έρημη κοιλάδα. Δεν ήταν καθόλου αξιοπερίεργο που οι χαραμάδες αυτές είχαν περάσει απαρατήρητες από την έξω πλευρά, γιατί όχι μόνο η κοιλάδα είναι εντελώς ακατοίκητη, αλλά και ο γκρεμός είναι τόσο ψηλός κι απότομος που μόνο κάποιος με αερόστατο θα μπορούσε να εξετάσει λεπτομερειακά την όψη του. Κάναμε λίγα βήματα ακόμη και μας κόπηκε κυριολεκτικά η ανάσα μ' αυτό που είδαμε. Τόσο κυριολεκτικά που ο Θόρντον, ο ψυχικός ερευνητής, λιποθύμησε πραγματικά - στα χέρια του αποσβολωμένου άντρα που στεκόταν πίσω του. Ο Νόρρυς, με το παχουλό του πρόσωπο κάτασπρο και πλαδαρό, έβγαλε μόνο μια άναρθρη κραυγή. Όσο για μένα, νομίζω ότι μου κόπηκε η ανάσα ή πνίγηκα, και σκέπασα τα μάτια μου.rnΟ άνθρωπος πίσω μου - ο μόνος στην ομάδα που ήταν πιο ηλικιωμένος από μένα - φώναξε βραχνά το χιλιοειπωμένο «Θεέ μου!» με την πιο σπασμένη φωνή που είχα ακούσει ποτέ. Από τους εφτά καλλιεργημένους άντρες μόνο ο Σερ Ουίλλιαμ Μπρίντον κράτησε την ψυχραιμία του, κάτι ακόμη πιο αξιέπαινο αν σκεφτεί κανείς ότι αυτός οδηγούσε την ομάδα και θα πρέπει να είδε πρώτος το θέαμα.rnΉταν ένα μισοσκότεινο σπήλαιο με τεράστιο ύψος, που εκτεινόταν πέρα από κει που έφτανε το μάτι - ένας υπόγειος κόσμος ατέλειωτου μυστήριου και αποτρόπαιων αινιγμάτων. Υπήρχαν κτίρια κι άλλα αρχιτεκτονικά απομεινάρια - σε μια τρομαγμένη ματιά είδα μια αλλόκοτη διάταξη από λοφίσκους, έναν πρωτόγονο κύκλο από μονόλιθους, ένα χαμηλοτάβανο ρωμαϊκό ερείπιο, ένα άμορφο αξονικό κτίσμα κι ένα παλιό αγγλικό ξύλινο οικοδόμημα - αλλά όλα αυτά έσβηναν μπροστά στο δαιμονικό θέαμα πού παρουσίαζε ή γενική επιφάνεια του εδάφους. Πολλά μέτρα πέρα από τα σκαλοπάτια εκτεινόταν ένας εξωφρενικός σωρός από ανθρώπινα κόκαλα ή κόκαλα τόσο ανθρώπινα όσο τουλάχιστον κι εκείνα στα σκαλοπάτια. Οι σκελετοί εκτείνονταν σαν μια αφρισμένη θάλασσα, μερικοί διαλυμένοι ενώ άλλοι πλήρεις ή ημιτελείς. Οι τελευταίοι αυτοί, χωρίς εξαίρεση, βρίσκονταν σε στάσεις διαβολικής μανίας, είτε σαν να προσπαθούσαν ν' αποκρούσουν κάποια απειλή, είτε σφιγμένοι πάνω σε άλλους σκελετούς με κανιβαλιστικές διαθέσεις.rn…………………………rnΟύτε ο Χόφφμαν ούτε ο Χόυσμανς θα μπορούσαν να συλλάβουν μια σκηνή πιο παράλογα απίστευτη, πιο έξαλλα αποκρουστική η πιο γοτθικά τερατώδη από το μισοσκότεινο σπήλαιο μέσα στο οποίο προχωρούσαμε τρικλίζοντας και οι εφτά.rn…………………………..rnΈχοντας καταλάβει ένα μικρό μέρος από τις φοβερές ανακαλύψεις σ' αυτή τη μισοσκότεινη περιοχή - μια περιοχή που τόσο απαίσια είχε προαγγελθεί στο επαναλαμβανόμενο όνειρό μου - στραφήκαμε προς τα φαινομενικά ατέλειωτα βάθη του κατασκότεινου σπηλαίου, εκεί που καμία αχτίδα φωτός από τον γκρεμό δεν μπορούσε να φτάσει.rnΠοτέ δεν θα μάθουμε τί αόρατοι, ζοφεροί κόσμοι μπορεί ν' ανοίγονταν πέρα από τη μικρή απόσταση που προχωρήσαμε, γιατί αποφασίστηκε ότι τέτοια μυστικά δεν είναι καλά για την ανθρωπότητα. Αλλά υπήρχαν πολλά για να μας απασχολήσουν δίπλα μας, γιατί δεν είχαμε προχωρήσει και πολύ όταν τα φανάρια μας έδειξαν εκείνες τις καταραμένες ατέλειωτες αβύσσους όπου έτρωγαν οι αρουραίοι. Ήταν η απότομη έλλειψη τροφής που πρώτα είχε σπρώξει την πεινασμένη στρατιά των τρωκτικών ενάντια στις αγέλες των πλασμάτων, που κι αυτά λιμοκτονούσαν, και μετά την έκανε να ξεχυθεί από το κτίριο στη γύρω περιοχή, στο ιστορικό εκείνο όργιο καταστροφής που οι χωρικοί δεν θα ξεχάσουν ποτέ.rnΘεέ μου! Τί μαύρες άβυσσοι σαπίλας από ροκανισμένα, καταφαγωμένα κόκαλα και ανοιγμένα κρανία! Τί εφιαλτικά βάραθρα ξεχειλισμένα από τα κόκαλα πιθηκανθρώπων, Κελτών, Ρωμαίων και Άγγλων στο πέρασμα αμέτρητων ανόσιων αιώνων! Μερικά από αυτά ήταν γεμάτα και κανένας δεν ξέρει πόσο βαθιά έφταναν κάποτε. Μερικά ήταν ακόμη απύθμενα για το φως των φαναριών μας, κατοικημένα από ακατονόμαστες φαντασίες. rn……………………….rnΤότε άκουσα έναν ήχο από κείνη την κατασκότεινη, ατέλειωτη έκταση πέρα, που μου φάνηκε γνώριμος, και είδα τον γέρικο μαύρο γάτο μου να με προσπερνά ορμητικά σαν φτερωτός αιγυπτιακός θεός και να χάνεται ίσια στο απέραντο χάος του άγνωστου. Αλλά κι εγώ δεν έμεινα πολύ πίσω, γιατί δεν είχα καμία αμφιβολία μετά από μια στιγμή. Ήταν το διαβολικό τρεχαλητό εκείνων των γεννημάτων των δαιμόνων, των αρουραίων, που αναζητούσαν πάντα καινούριες φρικαλεότητες και ήταν αποφασισμένοι να με οδηγήσουν μπροστά, ακόμη και σε κείνα τα σπηλαιώδη χάσματα του κέντρου της γης όπου ο Νυαρλαθοτέπ, ο τρελός απρόσωπος θεός, ουρλιάζει τυφλά στο σκοτάδι σύμφωνα με τη μουσική που παίζουν δυο άμορφοι, ηλίθιοι παίχτες φλάουτου. rn…………………….rnΤώρα έχουν ανατινάξει το Έξαμ Πράιορυ, μου πήραν μακριά τον Νέγρο μου και μ' έκλεισαν σ' αυτό το γυμνό δωμάτιο της κλινικής του Χάνγουελλ, ψιθυρίζοντας τρομαγμένα σχετικά με την καταγωγή μου κι αυτά πού είχα περάσει. Ο Θόρντον είναι στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν μ' αφήνουν να του μιλώ. Προσπαθούν ακόμη να συγκαλύψουν τα περισσότερα γεγονότα σχετικά με το Έξαμ Πράιορυ. Όταν κάνω λόγο για τον άτυχο Νόρρυς με κατηγορούν για κάτι το αποτρόπαιο, αλλά πρέπει να μάθουν ότι δεν το έκανα εγώ. Πρέπει να μάθουν ότι φταίγαν οι αρουραίοι, οι ανατριχιαστικοί γοργοπόδαροι αρουραίοι, που το τρεχαλητό τους δεν θα με αφήσει ποτέ να κοιμηθώ. Οι δαιμονικοί αρουραίοι που τρέχουν πίσω από τη μαλακή, προστατευτική επένδυση των τοίχων αυτού του δωματίου και με καλούν εκεί κάτω, σε ακόμη μεγαλύτερες φρικαλεότητες απ' όσες γνώρισα ποτέ.rnΟι αρουραίοι, που δεν μπορούν ποτέ να τους ακούσουν, οι αρουραίοι, οι αρουραίοι στους τοίχους.rn……………………………
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα