HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά του Σόλομον Κέην

Topic #823 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 16 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #4522 • 13 Oct 2006, 06:31 UTC
Πηγή: η συλλογή διηγημάτων του Robert E. Howard (βλ. και «Η σπηλιά (με θησαυρό) του Κόναν του βάρβαρου») «Οι λόφοι των νεκρών και άλλα διηγήματα», σε μετάφραση Γιώργου Μπαλάνου, από την πάλαι ποτέ σειρά βιβλίων τσέπης των εκδόσεων «Ωρόρα», Ν. Ράπτης – Θ. Ιγνατίου Ο.Ε., Μαυρομιχάλη 11, 10679 Αθήνα, Τηλ. 210 3601395, 210 3635025. Στα διηγήματα αυτά πρωταγωνιστεί ένας ακόμα χαρακτήρας από τον πάνθεον της ηρωικής λογοτεχνίας του Howard, ο Σόλομον Κέην.

«……………………
Ο Εγγλέζος άφησε να πέσει το μπαστούνι του και, σηκώνοντας το μουσκέτο στον ώμο του, σημάδεψε ψύχραιμα το θηριώδες μουσούδι του αιλουροειδούς που πλησίαζε ακάθεκτο. Το μουσκέτο βρόντησε. Στον κρότο του, το κορίτσι άφησε μια στριγκλιά και σωριάστηκε μπρούμυτα στο χώμα. Ο πελώριος γάτος τινάχτηκε σαν κεραυνοβολημένος για να πέσει μετά και να μείνει ασάλευτος.
Ο Κέην ξαναγέμισε βιαστικά πριν αποτολμήσει έστω και μια ματιά για την κοπέλα στα πόδια του. Ήταν πεσμένη καταγής, τόσο ασάλευτη όσο και το λιοντάρι που μόλις είχε σκοτώσει, αλλά μια γρήγορη εξέταση τον έπεισε ότι απλώς είχε λιποθυμήσει. Με λίγο νερό από το παγούρι του ράντισε το πρόσωπο της και η κοπέλα άνοιξε τελικά τα μάτια της και ανακάθισε. Στη θέα του σωτήρα της ο φόβος πλημμύρισε πάλι το πρόσωπο της και έκανε μια κίνηση να σηκωθεί.
Ο Κέην τη σταμάτησε με μια καθησυχαστική χειρονομία και η κοπέλα ζάρωσε καταγής, τρέμοντας. Προφανώς ο κρότος από το βαρύ μουσκέτο ήταν αρκετός για να τρομάξει κάθε ιθαγενή που δεν είχε ξαναδεί λευκό, συμπέρανε ο Κέην.
Η κοπέλα φαινόταν πολύ πιο εξελιγμένη από τους χοντρόχειλους, κτηνώδεις νέγρους της Δυτικής Ακτής που είχε υπόψη του ο Κέην. Ήταν λεπτόκαμωμένη και καλοφτιαγμένη, με χρώμα μάλλον σοκολατί παρά εβένινο - η μύτη της ήταν ίσια και λεπτή και τα χείλη της όχι πολύ χοντρά. Κάπου στην καταγωγή της θα πρέπει να είχε μια γερή δόση από αίμα Βερβέρων.
Ο Κέην τής μίλησε σε μια διάλεκτο του ποταμού, μια απλή γλώσσα που είχε μάθει στις περιπλανήσεις του, και εκείνη απάντησε κομπιάζοντας. Οι φυλές της ενδοχώρας έκαναν εμπόριο σκλάβων και ελεφαντόδοντου με τις φυλές του ποταμού και ήξεραν τη διαλεκτό τους.
«Το χωριό μου είναι εκεί», του εξήγησε, απαντώντας στη σχετική ερώτηση του Κέην. Με το λεπτό, καλοφτιαγμένo χέρι της έδειξε προς τις ζούγκλες του νότου.«Με λένε Ζούννα. Η μητέρα μου μ' έδειρε επειδή έσπασα ένα τσουκάλι και το έσκασα από το σπίτι γιατί θύμωσα. Τώρα φοβάμαι - άσε με να γυρίσω στη μητέρα μου!»
«Θα γυρίσεις, κορίτσι μου», τη διαβεβαίωσε ο Κέην,«αλλά θα σε πάω εγώ πίσω. Σκέψου να πέσεις πάλι σε κανένα λιοντάρι! Φέρθηκες πολύ ανόητα που το έσκασες».
Η κοπέλα άφησε ένα σιγανό κλαψούρισμα.«Δεν είσαι θεός;»
«Όχι, Ζούννα. Είμαι απλός άνθρωπος, μόνο που το χρώμα μου διαφέρει από το δικό σου. Δείξε μου τώρα πώς πάμε για το χωριό σου».
Η κοπέλα στάθηκε δισταχτικά στα πόδια της, κοιτάζοντας τον ανήσυχα πίσω από τ' ανάκατα μαλλιά της. Στον Κέην θύμιζε φοβισμένο νεαρό αγρίμι. Του εξήγησε ότι το χωριό της βρισκόταν κάπου στα νοτιοανατολικά και ότι ο δρόμος τους περνούσε κοντά από τους λόφους. Ήδη ο ήλιος έγερνε στη δύση και τα μουγκρητά των λιονταριών αντιλαλούσαν στα λιβαδοτόπια. Ο Κέην έριξε μια ματιά προς το δυτικό ουρανό• τούτες οι ανοιχτές εκτάσεις δεν ήταν ασφαλής τόπος για να περάσει κανείς τη νύχτα του. Ύστερα κοίταξε προς τους λόφους και είδε ότι ο πιο κοντινός δεν απείχε άνω από λίγες εκατοντάδες μέτρα. Εκεί διέκρινε κάτι που έμοιαζε με σπηλιά.
«Ζούννα», της είπε σκεφτικά,«δε γίνεται να φτάσουμε στο χωριό σου πριν νυχτώσει και αν μείνουμε εδώ θα μας κατασπαράξουν τα λιοντάρια. Εκεί βλέπω μια σπηλιά όπου θα μπορούσαμε να περάσουμε τη νύχτα—»
Η κοπέλα φάνηκε να ζαρώνει και ανατρίχιασε ολόκληρη.
«Όχι στους λόφους, αφέντη!» κλαψούρισε.«Καλύτερα με τα λιοντάρια!»
«Ανοησίες!» γρύλισε ο Κέην ανυπόμονα, έχοντας βαρεθεί ν' ακούει όλες αυτές τις δεισιδαιμονίες των ιθαγενών.«Θα βγάλουμε τη νύχτα μας σ' εκείνη εκεί τη σπηλιά».
Η κοπέλα δεν έφερε άλλη αντίρρηση και τον ακολούθησε σιωπηλή. Οι δυο τους ανηφόρισαν μια μικρή πλαγιά και έφτασαν στο άνοιγμα της σπηλιάς. Ήταν ένα μικρό κοίλωμα, με τοιχώματα από συμπαγή βράχο και δάπεδο στρωμένο με παχιά άμμο.
«Ζούννα, άντε να μαζέψεις κάμποσα ξερά χορτάρια», της είπε ο Κέην, στέκοντας με το μουσκέτο του στον τοίχο δίπλα στο στόμιο της σπηλιάς.«Αλλά μην απομακρυνθείς πολύ και να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα μην πέσεις σε κάνα λιοντάρι. Εγώ θ' ανάψω εδώ μια φωτιά που θα μας προστατέψει από τ' αγρίμια απόψε. Άντε τώρα σαν καλό παιδί και φέρε λίγα χορτάρια και ό,τι ξερόκλαδα βρεις. Μετά θα φάμε. Έχω ξερό κρέας στο δισάκι μου και νερό».
Η κοπέλα τού έριξε μια παράξενη, επίμονη ματιά, αλλά μετά γύρισε και απομακρύνθηκε δίχως να πει λέξη. Ο Κέην μάζεψε ό,τι χορτάρια υπήρχαν
εκεί γύρω, προσέχοντας πόσο καμένα και ξερά ήταν από τον ήλιο. Μ' αυτά έφτιαξε ένα μικρό σωρό και τ' άναψε με το τσακμάκι του. Οι φλόγες που αναπήδησαν καταβρόχθισαν τα χορτάρια σχεδόν αμέσως. Ο Κέην αναρωτιόταν πώς θα κατάφερνε να μαζέψει αρκετά καύσιμα για να συντηρήσει μια ολονύχτια φωτιά, όταν συνειδητοποίησε ότι είχε επισκέπτες.
Μόλο που ο Κέην ήταν συνηθισμένος στ' αλλόκοτα θεάματα, η πρώτη ματιά τον έκανε ν' αναπηδήσει ενώ μια μικρή κρυάδα διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του. Δυο μαύροι στέκονταν σιωπηλοί μπροστά του. Ήταν ψηλοί, κοκαλιάρηδες και εντελώς γυμνοί. Το δέρμα τους ήταν μουντό μαύρο, με γκριζωπή, σταχτιά απόχρωση, σαν νεκρού. Τα πρόσωπα τους δεν έμοιαζαν με των νέγρων που ήξερε. Το μέτωπο τους ήταν ψηλό και στενό, οι μύτες τους πελώριες και έμοιαζαν με ρύγχος ζώου. Τα μάτια τους ήταν αφύσικα μεγάλα και απόκοσμα κόκκινα. Όπως οι δυο τους στέκονταν σιωπηλοί εκεί, ο Κέην είχε την εντύπωση ότι μονάχα τα φλογερά μάτια τους είχαν ζωή.
Τους μίλησε, αλλά εκείνοι δεν απάντησαν. Ύστερα τους έγνεψε ότι ήταν καλοδεχούμενοι να φάνε μαζί του και εκείνοι κάθισαν σιωπηλά στις φτέρνες τους κοντά στο άνοιγμα της σπηλιάς, όσο γινόταν πιο μακριά από τα ετοιμοθάνατα αποκαΐδια της φωτιάς.
Ο Κέην σήκωσε το δισάκι του και άρχισε να βγάζει φέτες από το ξερό κρέας που είχε μαζί του. Κάποια στιγμή έριξε μια ματιά προς τους αμίλητους επισκέπτες του και του φάνηκε ότι παρακολουθούσαν τη φωτεινή ανθρακιά μάλλον παρά τον ίδιο.
Ο ήλιος κόντευε να χαθεί πίσω από το δυτικό ορίζοντα. Ένα κόκκινο ζωηρό φως έλουζε τα λιβαδοτόπια, έτσι που το τοπίο φάνταζε σαν μια κυματιστή θάλασσα από αίμα. Ο Κέην γονάτισε πάνω από το δισάκι του όταν, σηκώνοντας το πρόσωπο, είδε τη Ζούννα να ξεπροβάλλει πίσω από το φρύδι της πλαγιάς με την αγκαλιά της γεμάτη χορτάρια και ξερόκλαδα.
Μόλις η κοπέλα αντίκρισε τη σκηνή, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, τα κλαδιά έπεσαν από τα χέρια της και η στριγκλιά της έσπασε τη σιωπή, γεμάτη φοβερή προειδοποίηση. Ο Κέην στριφογύρισε στο γόνατο όπως ήταν σκυμμένος. Δυο μεγάλες σκοτεινές μορφές ορθώνονταν απειλητικές από πάνω του καθώς τιναζόταν όρθιος με τη σβελτάδα λεοπάρδαλης σ' επίθεση. Το μαγικό μπαστούνι βρέθηκε στα χέρια του και το τίναξε στον κοντινότερο αντίπαλο του με τόση ορμή που η μυτερή άκρη του ξεπετάχτηκε ανάμεσα από τις ωμοπλάτες του νέγρου. Ύστερα τα μακριά, σκελετικά μπράτσα του άλλου τυλίχτηκαν γύρω του και λευκός και μαύρος γκρεμίστηκαν μαζί καταγής.
Τ αρπαχτικά νύχια του μαύρου προσπαθούσαν να γδάρουν το πρόσωπο του και τα απαίσια κόκκινα μάτια κοιτούσαν τα δικά του με φοβερή απειλή καθώς ο Κέην συστρεφόταν, απέκρουε τα επικίνδυνα δάχτυλα με το ένα χέρι ενώ με το άλλο τραβούσε το πιστόλι του. Πιέζοντας την μπούκα στα πλευρά του μαύρου, τράβηξε τη σκανδάλη. Στην πνιχτή εκπυρσοκρότηση, το κορμί του άλλου τραντάχτηκε από τη δύναμη του μολυβιού, αλλά τα χοντρά χείλη του απλώς άνοιξαν σ' ένα φρικαλέο χαμόγελο.
Ένα μακρύ χέρι τυλίχτηκε κάτω από τους ώμους του Κέην και ένα άλλο τον άρπαξε από τα μαλλιά. Ο Εγγλέζος ένιωσε το κεφάλι του να τραβιέται αδυσώπητα προς τα πίσω. Και με τα δυο χέρια του μάγκωσε τον καρπό του άλλου, αλλά η σάρκα κάτω από τ' αγωνιώδη του δάχτυλα ήταν σκληρή σαν ξύλο. Το μυαλό του Κέην άρχισε να θολώνει - με λίγη ακόμη πίεση και ο λαιμός του θα έσπαζε.
Καταβάλλοντος μια θηριώδη προσπάθεια, ο Κέην τίναξε το κορμί του προς τα πίσω, σπάζοντας έτσι τη θανάσιμη λαβή. Ωστόσο ο μαύρος έμεινε γαντζωμένος πάνω του, και τα γαμψόνυχα του άρχισαν να τον απειλούν και πάλι. Τα δάχτυλα του Κέην βρήκαν και σήκωσαν το άδειο πιστόλι του — και ένιωσε το κρανίο του μαύρου να τσακίζει σαν αυγό καθώς κατέβαζε τη μακριά κάνη με όλη του τη δύναμη. Και για μια ακόμη φορά τα χείλη του άλλου άνοιξαν σε μια φοβερή, κοροϊδευτική γκριμάτσα.
Τώρα κάτι σαν πανικός κυρίεψε τον Κέην. Τι σόι άνθρωπος ήταν αυτός, που εξακολουθούσε να του απειλεί τη ζωή με τ' αρπαχτικά του δάχτυλα ύστερα από ένα καίριο βόλι κι ένα θανάσιμο χτύπημα στο κρανίο; Δεν μπορεί να ήταν άνθρωπος, αλλά σίγουρα κάποιο γέννημα του Σατανά!
Η σκέψη αυτή έκανε τον Κέην να συστραφεί βίαια και να τιναχτεί με φοβερή σφοδρότητα, και οι δυο σφιχταγκαλιασμένοι αντίπαλοι κουτρουβάλησαν στο χώμα για να έρθουν και να σταματήσουν πάνω στ' αποκαΐδια μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς. Ο Κέην μόλις και ένιωσε τη ζέστα τους, αλλά το στόμα του αντιπάλου του στράβωσε πάλι, όμως τούτη τη φορά σε μια γκριμάτσα αβάσταχτου πόνου. Τα φοβερά δάχτυλα χαλάρωσαν το σφίξιμο τους και ο Κέην τινάχτηκε πάνω λεύτερος.
Ο μαύρος με το τσακισμένο κρανίο ανασήκωναταν στο ένα χέρι και το ένα γόνατο όταν ο Κέην χτύπησε, ξαναγυρίζοντας στην επίθεση όπως ένας λιπόσαρκος λύκος ξαναρίχνεται στο λαβωμένο βούβαλο, βουτώντας από το πλάι στην πλάτη του μαύρου γίγαντα, τα χαλύβδινα μπράτσα του βρήκαν και σφίχτηκαν σ' ένα θανάσιμο κεφαλοκλείδωμα. Και καθώς γκρεμίζονταν πάλι μαζί στη γη, η λαβή του Κέην τσάκισε το λαιμό του νέγρου σαν καρότο, έτσι που το φοβερό πεθαμένο πρόσωπο βρέθηκε να κοιτάζει πίσω προς την πλάτη του.
Ο μαύρος έμεινε ασάλευτος, αλλά ο Κέην είχε την εντύπωση ότι ακόμη και τώρα ο αντίπαλος του εξακολουθούσε να ζει, γιατί τα κόκκινα μάτια του συνέχιζαν ν' αστράφτουν με το φρικαλέο τους φως.
Ο Εγγλέζος γυρίζοντας είδε ότι το κορίτσι ήταν ζαρωμένο στο τοίχωμα της σπηλιάς. Ύστερα έψαξε για το ραβδί του - το βρήκε μέσα σ' ένα σωρό σκόνης, ανάμεσα σε λίγα σαπισμένα κόκαλα. Τα κοίταξε εμβρόντητος, με το μυαλό του να στριφογυρίζει τρελά, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ύστερα, με μια δρασκελιά, άρπαξε από κάτω το ραβδί βουντού και γύρισε στον πεσμένο νέγρο. Με πρόσωπο σφιγμένο και βλοσυρό, ο Κέην σήκωσε το ραβδί ψηλά και το κάρφωσε με δύναμη στο μαύρο στέρνο. Και εκεί μπροστά στα μάτια του, ενώ το κοιτούσε γεμάτος φρίκη, είδε το μαύρο κορμί να καταρρέει και να διαλύεται σε σκόνη — όπως ακριβώς είχε διαλυθεί και ο άλλος νέγρος που ο Κέην είχε καρφώσει πρώτο.
«Κύριε των Δυνάμεων!» ψέλλισε ο Κέην.«Τούτοι ήταν πεθαμένοι! Βρικόλακες! Αυτή ήταν σίγουρα δουλειά του ίδιου του Σατανά!»
Η Ζούννα σύρθηκε ως τα πόδια του και αρπάχτηκε από τα γόνατα του.
«Ήταν νεκροζώντανοι, αφέντη», του είπε κλαψουριστά.«Θα έπρεπε να σ' έχω προειδοποιήσει».
«Όμως γιατί δε μου ρίχτηκαν πισώπλατα από την πρώτη στιγμή;» τη ρώτησε απορημένα.
«Επειδή σκιάζονται τη φωτιά. Περίμεναν να σβήσει πρώτα καλά η ανθρακιά».
«Από πού ξεφύτρωσαν;»
«Ήρθαν από τους λόφους. Μιλιούνια από δαύτους τριγυρίζουν ανάμεσα στα κατσάβραχα και τις σπηλιές αυτών των λόφων. Τρέφονται με την ανθρώπινη ζωή - σκοτώνουν τους ανθρώπους και καταβροχθίζουν το πνεύμα τους καθώς βγαίνει από το ετοιμοθάνατο κορμί. Ναι, ρουφάνε τις ψυχές!
«Αφέντη, κάπου ανάμεσα στους μεγαλύτερους από αυτούς τους λόφους υπάρχει μια σιωπηλή πόλη από πέτρα και στα παλιά χρόνια, στις εποχές των προγόνων μου, αυτά τα πλάσματα ζούσαν εκεί. Ήταν άνθρωποι, αλλά όχι σαν κι εμάς, γιατί εξουσίαζαν τούτη τη γη για αιώνες κι αιώνες. Οι προγονοί της φυλής μου τους κήρυξαν τον πόλεμο και σκότωσαν πολλούς, αλλά οι μάγοι τους άλλαξαν τους σκοτωμένους και τους έκαναν σαν αυτούς που είδες. Τελικά πέθαναν όλοι.
Και για αιώνες τώρα λυμαίνονται τις φυλές της ζούγκλας, κατεβαίνοντας από τους λόφους τους τα μεσάνυχτα ή το σούρουπο για να στοιχειώσουν τα μονοπάτια του δάσους και να σκοτώσουν.
………………………………»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →