HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Τα σπήλαια του Σεβάχ

Topic #822 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 25 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #4511 • 10 Oct 2006, 19:12 UTC
Πηγή: Ο πρώτος τόμος του βιβλίου «Αραβικόν Μυθολόγιον – Τα παραμύθια της Χαλιμάς», σε επιμέλεια Γιώργου Κεχαγιόγλου. Αρχική έκδοση «Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ» το 1988 και από το 1998: «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Ι.Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., ISBN 960-05-0605-1.
Σημείωση 1: πρόκειται για την πρώτη Ελληνική απόδοση του έργου που έγινε με μετάφραση της Ιταλικής απόδοσης του Αραβικού πρωτοτύπου, το 1757 στη Βενετία.
Σημείωση 2: οι φωτογραφίες είναι από σκηνές μιας από τις κλασσικές φανταστικές ταινίες (με θέμα τον Σεβάχ το θαλασσινό) του Ray Harryhausen των δεκαετιών ’50-’60, με τα χαρακτηριστικά εφφέ της τεχνικής “stop motion animation”. Πληροφορίες στο www.rayharryhausen.com.



Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1358206/00000048.jpg


rn«……………………………………..rnΚαι μισεύοντας εσυναπαντήσαμεν πολλότατα φοβερά κήτη εις την επιφάνειαν της θαλάσσης, το μάκρος έως διακόσιες πήχες. Αλλ’ οι ειδικοί μου ναύται, ευθύς οπού τα έβλεπον, είχον ετοιμασμένα σακία γεμάτα πέτρες και τα έριχναν εις την θάλασσαν, και τα φοβερά εκείνα κήτη, νομίζοντας δια κυνήγι τα σακία, έτρεχον εις τα βάθη της θαλάσσης κυνηγώντας τες πέτρες, και ως τόσον ημείς εφεύγομεν τον κίνδυνον με τοιούτον εφεύρημα. Και φθάνοντες εις το νησίον Κασίλ εκείνην την νύκτα ηκούσαμεν να λαλούν τύμπανα, όργανα, και άλλους κρότους και αλαλαγμούς οπού μας εφόβισαν καταπολλά.rnΑλλά την αυγήν, όταν έπαυσαν, ημείς ανέβημεν εις το νησίον εκείνο το ακατοίκητον και δεν είδαμεν άλλο έκεί παρά σπήλαια μεγαλότατα, βαθύτατα και φοβερά εις την θεωρίαν και πλησιάσαντες εις την θύραν ενός σπηλαίου, ηκούσαμεν μέσα μίαν βοήν και αχολογήν φοβεράν, ώστε οπού μας εβίασεν ο φόβος να φύγωμεν ογλήγορα. Και μισεύοντες απ' εκείνο το νησίον, εις την αναμεταξύ οδοιπορίαν, εσυναπαντήσαμεν ένα παράδοξον συμβάν. Ήγουν, αρμενίζοντες ημείς εις το πέλαγος, είδαμεν μακρόθεν ότι ένα μεγαλότατον κήτος εκατάπινεν ένα πλοιάριον από το μέρος της πλώρης. Τα κουπία όμως, το κατάρτι και τα σχοινία του επεριπλέχθησαν εις το στόμα και οδόντια του κήτους, οπού δεν ημπορούσε να το καταπιή ολόκληρον. Ως τόσον οι άνθρωποι από τον φόβον τους άρχισαν να φωνάζουν προς ημάς: «Βοήθεια, αδελφοί, σώσατε δια να μας ελευθερώσετε».rnΗμείς, ακούοντες τας ελεεινάς φωνάς εκείνων των ταλαίπωρων, ετρέξαμεν εις βοήθειαν των. Και ένας από τους εδικούς μας, ο πλέον τολμηρός και πρακτικός, με ένα οξύ και κοπτερόν κοντάριον εκτύπησε το κήτος πρώτον εις την καρδίαν, έπειτα εις τον μυελόν της κεφαλής. Και όταν το κήτος αγρίκησε τας θανατηφόρους πληγάς, εν τω άμα εξέρασεν έξω το πλοιάριον, όμως σχεδόν συντριμμένον και ανεπιτήδειον να αρμενίση.rn………………………………rnΟ τόπος, όπου με άφησεν, ήτον ένας λάκκος βαθύτατος, περικυκλωμένος πάντοθεν με υψηλότατα βουνά όλα γεμάτα βράχους, ώστε οπού από κανένα μέρος δεν εδύνατο να έβγη τινάς από εκεί. Και αυτή η μετατόπισις μου έγινε χειροτέρα και δυστυχεστέρα, συγκρίνοντας το νησίον (από το οποίον εβιάσθηκα να φύγω) με τον λάκκον εις τον οποίον εκατήντησα, ήτον η διαφορά από την κοιλάδα του κλαυθμώνος εις την γην της επαγγελίας.rnΠεριπατώντας εις εκείνον τον βαθύτατον λάκκον, τον εύρον όλον στρωμένον με πολύτιμα πετράδια, χυμένα δηλαδή και διεσπαρμένα ωσάν ο άμμος εις το περιγιάλιον της θαλάσσης, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνοντο μερικά τόσον μεγάλα και λαμπρά, οπού σχεδόν ήτον αξετίμητα εάν ευρίσκοντο εις την Βαβυλώνα ή εις άλλας βασιλεύουσας πόλεις. Περιδιαβάζοντας λοιπόν εκεί και περιπατώντας επάνω εις τοιούτους πολύτιμους λίθους, τρόπον τινά θεωρώντας τους και πιάνοντας τους εις τα χέρια, με εχαροποιούσαν.rnΌταν αιφνιδίως, η αυτή μου ολίγη χαρά εμεταβάλθη είς δριμυτάτην λύπην και φόβον ανυπόφορον, επειδή και εις εκείνον τον λάκκον ευρίσκοντο όφεις τόσον μεγάλοι και φοβεροί, ωσάν μεγαλότατοι δράκοντες, οπού σχεδόν ένας έδύνετο να καταπίη έναν ολόκληρον ελέφαντα. Την ημέραν όμως αυτοί οι δράκοντες εκρύβοντο εις τα σπήλαια δια τον φόβον του ορνέου ροκ, το οποίον ήτον εχθρός αυτών θανάσιμος. Και την νύκτα έβγαινον και επεριπατούσαν εις εκείνον τον λάκκον. Επέρασα το επίλοιπον εκείνης της ημέρας περιπατώντας ένθεν κακείθεν, μήπως και εύρω καμίαν στράταν να έβγω έξω, αλλά ματαίως. Την ερχομένην νύκτα, δια να φυλαχθώ από τους δράκοντας, εμβήκα εις ένα μικρόν σπήλαιον, οπού όσον με εχωροϋσε. Καί με μεγάλες πέτρες έκλεισα την θύραν του σπηλαίου δια φύλαξην μου.rnΌταν ενύκτωσεν, άρχισαν να εβγαίνουν έξω και να περιπατούν εκείνοι οί φοβεροί δράκοντες, και τα συρίσματα τους και η φοβερά βοή με έβαλον εις μεγάλον φόβον και τρόμον όλην εκείνην την νύκτα, εις τόσον οπού έμεινα ημιθανής και απελπισμένος από την ζωήν μου, χωρίς να αποκοιμηθώ παντελώς. Όταν λοιπόν εξημέρωσε και ανέτειλεν η ήλιος, εκρύφθησαν όλοι ο δράκοντες.rnΤότε εγώ έλαβα ολίγον θάρρος και εβγήκα από το σπήλαιον, άλλ' όλος φοβισμένος, και επατούσα επάνω εις τα πολύτιμα πετράδια χωρίς να έχω καμίαν όρεξην δι' αυτά. Αλλ' επειδή εκακονύκτησα άυπνος, αποκοιμήθηκα καθήμενος εις τον ίσκιον μιας πέτρας.rnΚαι αφού εκοιμήθηκα ολίγον, εις τον ύπνον μου ήκουσα να έπεσε κανένα πράγμα σιμά μου με μεγάλον κτύπον καί, εξυπνώντας, βλέπω εκεί ένα μεγαλότατον κομμάτι κρέας έγκαιρον. Και έμεινα εκστατικός εις το αιφνίδιον φαινόμενον. Και θεωρώντας ως τόσον εκείνο, βλέπω να πέφτουν και άλλα κομμάτια κρέας παρόμοια, ριμένα με μεγάλην ορμήν από την κορυφήν εκείνων των βράχων εις διάφορα μέρη. Τότε έλαβον κάποιαν ελπίδα πώς εκεί να ευρίσκωνται άνθρωποι και ίσως να ελευθερωθώ μίαν φοράν.rnΑκούοντας εγώ πολλάκις τους ναύτας να διηγούνται δια τον λάκκον οπού είναι γεμάτος πετράδια, και το εφεύρεμα οπού μεταχειρίζονται οι πραγματευταί Αρμένιοι δια να τα εβγάζουν, ενόμιζα αυτήν την ιστορίαν έναν γελοιώδη μύθον. Αλλ' έμαθα με την πράξην ότι ήτον αληθής.rn……………………………………….rnΚαι φθάνοντες εκεί έξω από την πολιτείαν επάνω εις ένα λόφον, ο οποίος ήτον μακρύς έως δύο μίλια και έφθανεν έως εις το παραθαλάσσιον, τότε εσήκωσαν μίαν μεγάλην πέτραν, οπού εσφάλιζε την θύραν, ή, να ειπώ, το στόμα του τάφου, και εκατέβασαν πρώτον το λείψανον της γυναικός, εις το ξυλοκρέβατον, μέσα εις εκείνο το βαθύτατον πηγάδιον, οπού εσυνέχετο με ένα πλατύτατον υπόγειον. Έπειτα ο άνδρας, αποχαιρετήσας όλους τους παρεστώτας, θρηνώντας και οδυρόμενος μετά πικρών δακρύων, εμβήκε μόνος εις το ξυλοκρέβατον, εις το όποιον έβαλον και ένα αγγείον με νερόν με επτά μικρά ψωμία, δια να παρηγόρηση την πείναν και δίψαν του εις τας ολίγας ημέρας οπού έμελλε να ζήση εις εκείνο το υπόγειον και ύστερα τον εκατέβασαν και αυτόν εις τον τάφον, ή, να ειπώ καλύτερα, τον εκρέμασαν με το ξυλοκρέβατον έως οπού έφθασε κάτω. Και μετά ταύτα εσφάλισαν το στόμα του πηγαδιού εκείνου με ένα μεγαλότατον λίθον και αναχώρησε καθένας εις το οσπίτιον του.rnΕγώ, όταν είδα τέτοιαν σκληράν και απάνθρωπον συνήθειαν, έπεσα εις άκραν λύπην απαρηγόρητος, στοχαζόμενος να μη μου συνέβη το ίδιον, εάν η γυναίκα μου αποθάνη πρότερον από εμέ. Και όντας μίαν ημέραν εις την συναναστροφήν του βασιλέως, δεν εδυνήθη να υποφέρω δια να μην του το προβάλω, λέγοντας: «Θαυμάζω, ω βασιλεύ, και μένω εκστατικός εις την σκληράν συνήθειαν οπού φυλάττεται εις το βασίλειον σου, να ενταφιάζουν τους ζωντανούς ομού με τους νεκρούς. Εγώ επεριπάτησα και είδα πολλά βασίλεια και διάφορα ήθη και νόμους. Αλλ' εις κανένα μέρος ούτε ήκουσα ούτε είδα ένα παρόμοιον έργον». Μου απεκρίθη ο βασιλεύς: «Ο νόμος είναι αρχαίος και κοινός εδώ και πρέπει να τον φυλάξωμεν. Ομοίως και εγώ θέλω ενταφιασθή μαζί με την βασίλισσαν, εάν αυτή αποθάνη πρότερον». Τότε εγώ του είπον: «Οι ξένοι, κραταιότατε βασιλεύ, έχουν χρέος να φυλάξουν αυτόν τον νόμον;». «Βέβαια,» μου απεκρίθη, χαμογελώντας δια την αιτίαν της ερωτήσεως μου «όταν είναι υπανδρευμένοι εδώ, έχουν χρέος να υπόκεινται εις τους αυτούς νόμους χωρίς εξαίρεσην κανενός».rnΗ απόκρισις του βασιλέως μου επροξένησε μεγάλην θλίψην. Και ευρισκόμουν εις μεγάλον φόβον και, εις κάθε ολίγην ασθένειαν η μικράν ενόχλησην της γυναικός μου, εγώ έτρεμα από τον φόβον μου. Τέλος πάντων μετά ολίγον καιρόν εξαίφνης μου εσυνέβη εκείνο οπού εφοβούμουν, αιφνιδίως αρρώσθησεν η γυναίκα μου - και μετά ολίγας ημέρας απέθανεν. Στοχασθήτε, φίλοι, την θλίψην και λύπην μου είς τοιαύτην περίστασην, να ενταφιασθώ ζωντανός, εάν δεν μου εφαίνετο πλέον αξιοθρήνητον από το να γένω τροφή και θυσία των ανθρωποφάγων θηρίων και κυκλώπων.rnΟ βασιλεύς με όλους τους άρχοντας της συγκλήτου ηθέλησε, δια να με τιμήση, να με συνοδεύσουν και να παρασταθούν εις τον ενταφιασμόν μας. Αφού έστόλισαν το λείψανον της γυναικός μου με όλα τα χρυσά και λαμπρά της φορέματα και με τα πολύτιμα δακτυλίδια, σκουλαρίκια από πετράδια, και άλλα πολλά στολίδια με τα πλέον εξαίρετα μαργαριτάρια τής Ινδίας, το έβαλαν εις τό ξυλοκρέβατον. Και σηκώνοντας το, εκίνησαν προς τον τάφον, ακολουθώντας το εγώ συντροφιασμένος από τον βασιλέα και όλην την σύγκλητον του παλατιού και άλλους φίλους.rnΚαι όταν εφθάσαμεν εις τον τάφον, εγώ, σχεδόν ημιθανής από την λύπην μου και δακρυρροώντας, επρόσπεσα εις τους πόδας του βασιλέως λέγοντας: «Στοχασθήτε, κραταιότατε βασιλεύ. Εγώ είμαι ένας ξένος και δεν έχω χρέος να υπόκειμαι εις τέτοιον νόμον, λάβε έλεος εις εμέ, διότι έχω και άλλην γυναίκα εις την πατρίδα μου και παιδία, δια να μη μείνουν ορφανά και έρημα».rnΌλες οι παρακάλεσες μου εφάνησαν ανωφελείς και μάταιες. Μάλιστα τότε με κάθε σπουδήν εκατέβασαν το λείψανον της γυναικός μου εις τον τάφον, έπειτα, αποχαιρετήσαντες με, εκατέβασαν και εμένα είς ένα ξυλοκρέβατον ανοικτόν με ένα αγγείον νερόν και με επτά ψωμία• και μετά ταύτα εσφάλισαν το στόμα του πηγαδιού εκείνου με την μεγαλοτάτην πέτραν, με όλους τους θρήνους, κλαυθμούς και οδυρμούς οπού έκαμνα μεγαλοφώνως. rnΚαθώς όμως με εκατέβαζον κάτω, από το ολίγον φως οπού έμβαινεν από το στόμα του πηγαδιού εκείνου, εθεωρούσα μέσα εκείνο το υπόγειον κοιμητήριον, και είδα ότι ήτον πολλά ευρύχωρον. Το δέ βάθος του ήτον έως είκοσι οργιές. Ευθύς οπού έφθασα εις τον πάτον, εβγήκα από το ξυλοκρέβατον και το έσυρα εις ένα μέρος όπου δεν ήτον νεκρά σώματα. Και έπεσα κατά γης θρηνώντας απαρηγόρητα μέχρι θανάτου, μεμφόμενος την τύχην μου, οπού πάντοτε με εκαταδίωκε, και κατηγορώντας τον εαυτόν μου δια την αγνωσίαν και φιλαργυρίαν μου, οπού μετά τόσους κινδύνους δεν έσωφρονίσθηκα να ησυχάσω εις την πατρίδα μου• και έλεγον οδυρόμενος: «Ήτον πολύ καλύτερον να ενταφιαζόμουν εις τα κύματα, οπού τοσάκις εκινδύνευσα, παρά να ενταφιασθώ ζωντανός εις ένα τόπον τόσον φοβερόν και σκοτεινόν και δυσώδη δια τά νεκρά σώματα». Αλλά με όλα ταύτα το πάθος ήτον ανίατον.rnΑλλ' έκαμε χρεία τέλος πάντων να αφιερωθώ εις την Πρόνοιαν του παντός, οπού διορίζει τον θάνατον και την ζωήν των ανθρώπων τέτοιοι ήσαν οι θρήνοι, οι κλαυθμοί και έσχατοι μου οδυρμοί και, αντί να επιθυμήσω τον θάνατον και να τον επικαλεσθώ εις βοήθειαν μου, αισθανόμουν ακόμη αγάπην της ζωής, τόσον είναι γλυκεία.rnΏστε οπού μετέπειτα έλαβα ένα από τα ψωμία μου και έφαγα και έπια και νερόν, και με ταύτα έζησα μερικές ήμερες. Και όταν τα έσωσα, εστοχάζομουν ότι τότε εξ ανάγκης έπρεπε να αποθάνω. Και δεν εκαρτερούσα άλλο, παρά τον θάνατον. Όταν ακούω και ανοίγουν το στόμιον του κοιμητηρίου και εκατέβασαν ένα νεκρόν. Έπειτα εκατέβασαν και την γυναίκα του ζωντανήν.rnΕγώ, εις καιρόν οπού την εκατέβαζον, επλησίασα εις εκείνο το μέρος όπου απόθεσαν το ξυλοκρέβατον και εν τω άμα οπού έκλεισαν την τρύπαν, άρπαξα τα ψωμία και το νερόν της γυναικός και της έδωκα ένα ράπισμα. Αυτή από τον φόβον της απέθανεν ευθύς, ως τόσον εγώ έζησα και άλλας μερικάς ημέρας.rnΚαι, επειδή εις την πολιτείαν εκυρίευεν ένα είδος λοιμικής νόσου, απέθνησκον πολλοί. Όθεν σχεδόν καθημέραν εκατέβαζον ένα νεκρόν, με ένα ομού ζωντανόν με τα επτά ψωμία και το νερόν του• εγώ με τον ίδιον τρόπον τους τα άρπαζα, έπειτα με ένα ξύλον τους έδιδα μίαν ή δύο ξυλιές εις το κεφάλι, και εκείνοι από τον φόβον τους απέθαινον εν τω άμα. Και ούτως αποφάσισα να ζήσω εις εκείνο το υπόγειον, με τα φαγητά των καθημερινών νεκρών, οπού εκεί έθαπτον ζωντανούς, και εγώ τους ετελείωνα.rnΌταν, αιφνιδίως, ήκουσα να περιπατή τινάς και να συρίζη εκεί μέσα. Τότε έτρεξα προς εκείνο το μέρος όπου ήκουον το σύρισμα και, καθώς εγώ επλησίαζα, έτσι εκείνη η φωνή εμάκραινε• και ακολουθώντας εις τούτον τον τρόπον το σύρισμα, είδα ολίγον τι φως ωσάν ένα άστρον. Ως τόσον το ζώον οπού εσύριζεν υπήγαινεν εμπρός, και εγώ ακολουθούσα εις το σκότος, αλλά βλέποντας πάντοτε το ολίγον εκείνο φως, έως οπού τέλος πάντων είδα μίαν τρύπαν αρκετήν του σπηλαίου. Και εβγαίνοντας έξω, ευρέθηκα εις το παραθαλάσσιον ανάμεσα εις κάποιους βράχους.rnΣτοχασθήτε, φίλοι, την υπερβολικήν χαράν οπού έλαβον, να ιδώ πάλιν το φως του ηλίου και τον κόσμον και μου εφαίνετο το πράγμα ωσάν φαντασία και ενύπνιον. Αλλ' η πράξις με εβεβαίωσεν ότι ήτον αλήθεια. Τότε εστοχάσθην ότι το ζώον οπού εσύριζεν ήτον κανένα θαλάσσιον ερπετόν, οπού έμπαινεν από εκείνην την υπόγειον τρύπαν και ετρέφετο από τα νεκρά σώματα εκεί μέσα.rnΈπειτα εστοχάσθηκα τους βράχους εκείνους, και ήτον ένα βουνόν δύσβατον και εξαπλώνετο από το περιγιάλιον έως εις την πολιτείαν. Αφού αναπαύθηκα ολίγον με κάθε αγαλλίασην ανάμεσα εις τους βράχους, εγύρισα πάλιν οπίσω εις το υπόγειον, όμως με τέτοιον τρόπον: έδεσα ένα σχοινίον μακρύ έξω από μίαν πέτραν, το οποίον σχοινίον το είχα μαζί μου από εκείνα οπού εκατέβαζον τους νεκρούς εις το υπόγειον, και το είχα δεμένον από το κρεβάτιον μου ή ξυλοκρέβατον όταν ήκουσα το σύρισμα, με σκοπόν ότι, εάν χάσω την στράταν εις το σκοτάδιον εκείνο, να ημπορώ να γυρίσω πάλιν εις το κρεβάτιόν μου εκεί οπού είχα το φαγητόν μου• ως τόσον, έχοντας το σχοινίον οδηγόν, εγύρισα οπίσω μέσα και επήρα τα ψωμία και το νερόν, και πάλιν με οδηγόν το σχοινίον εβγήκα έξω, έφαγα, έπια και εκοιμήθηκα ανάμεσα εις τους βράχους αναπαυμένος.rnΤην αυγήν πάλιν εμβήκα μέσα και εσύναξα όσα εδυνήθην δακτυλίδια, σκουλαρίκια και μαργαριτάρια από τους νεκρούς• ομοίως και πολλότατα φορέματα, και τα έβγαλα έξω, τα οποία ήτον ένας πολύτιμος θησαυρός. Και πάλιν την δευτέραν εμβαίνοντας εις το υπόγειον, εύρον μίαν βασιλικήν κορόναν χρυσήν με πολύτιμα και εξαίρετα πετράδια, ομοίως και άλλα φορέματα χρυσά και καινούρια, τα οποία τα εδίπλωσα και τα έδεσα όλα μαζί ωσάν να ήτον δια πραγματείαν.rnΚαι μετά τρεις ημέρας ιδού βλέπω ξέμακρα ένα καράβιον να αρμενίζη, εφώναξα μεγαλοφώνως, απλώνοντας εις τον αέρα ένα άσπρον μανδίλιον και, ως με ήκουσαν, εκατάλαβαν ότι ζητώ βοήθειαν και έστειλαν το καΐκιον προς εμένα- και όταν ήλθον πλησίον, με ερώτησαν πώς ευρισκόμουν εκεί. Και εγώ τους είπα ότι εναυάγησα εις εκείνο το μέρος και κατά τύχην αγαθήν εφυλάχθην υγιής. Αυτοί, χωρίς να εξετάσουν άλλο, με έφερον εις το καράβιον, ομοίως και εκεί τους εδιηγήθηκα τα αυτά.rn………………………………………………..rnΕγώ, αγαθή τύχη, με όλον οπού εβυθίσθην εις το βάθος, αλλ’ όταν η θάλασσα με ανέριψεν, επιάσθην από ένα ξύλον. οπού κατά τύχην του βουνού ήτον μακρύτατον και όλον γεμάτον βράχους - και, δια προσθήκην δυστυχίας, το βουνόν, οπού περικυκλώνει εκείνο το περιγιάλιον, είναι τόσον δύσβατον. οπού είναι αδύνατον να ανέβη τινάς εις την κορυφήν δια να ημπορέση να ιδή καν εις οποίον τόπον ευρίσκεται. Το πλέον εξαίρετον τούτου του βουνού είναι ότι πολλότατες πέτρες είναι κρυσταλλένιες, άλλες είναι ρουμπίνια καθαρά και άλλες άλλα πετράδια. Εις διάφορα μέρη εις το περιγιάλιον αναβλύζει ένα είδος πίσσας, το οποίον, τρέχοντας εις την θάλασσαν, το καταπίνουσι τα ψάρια. Έπειτα το ξερνούσιν εις τόσα κεχραμπάρια άσπρα, οπού είναι γεμάτος σχεδόν ο άμμος εις το περιγιάλιον.rnΉτον και άλλο άξιον περιέργειας εκεί, ήγουν, αντί να εξέρχεται ο ποταμός από το βουνόν και να τρέχη εις την θάλασσαν, ήτον όλον το εναντίον. Από την θάλασσαν δηλαδή εχωρίζετο ένας μεγαλότατος και ορμητικότατος ποταμός, τρέχοντας προς το περιγιάλιον, και εκεί έβυθίζετο μέσα εις ένα σκοτεινόν σπήλαιον του οποίου το στόμα ήτον ύψηλότατον και πλατύτατον όλον το διάστημα του περιγιαλίου ήτον γεμάτον από καραβοτσακίσματα και κόκαλα των εκεί ναυαγησάντων. rnΚαι, δια να τελειώσω την περιγραφήν τούτου του τόπου, ο οποίος εφαίνετο ένα χάσμα και χάος φοβερόν, χωρίς δένδρον και χωρίς χόρτον, ημείς εμείναμεν αναμεταξύ εις εκείνους τους βράχους, προσμένοντες τον θάνατον. Ευθύς όμως εμοιράσαμεν εξ ίσου αναμεταξύ μας την ζωοτροφίαν οπού είχαμεν, ώστε οπού έκαστος έζησε περισσότερον ή όλιγότερον κατά τήν κράσην του και καθώς ετελείωσε την τροφήν του.rnΕκείνοι οπού απέθανον πρωτύτερον ενταφιάσθησαν υπό των άλλων, εγώ τέλος πάντων ενταφίασα όλους και έμεινα μόνος εις το φοβερόν εκείνο χάος. Καί τούτο δεν είναι θαυμαστόν, επειδή και εγώ είχα και περισσότερος τροφάς από τους άλλους, με το να απέθανεν ένας σύντροφος μου μετά δύο ημέρας ύστερα από το ναυάγιον, και το μερίδιον του μου έμεινεν εδικόν μου• και έχοντας πράξην περισσοτέραν εις τοιαύτας δυστυχίας από τους άλλους, εις την αρχήν εφρόντισα να κρύψω μερικάς δια την χρείαν μου, και όσες μου έτυχον τας εφύλαττον με μεγάλην έπιμέλειαν.rnΌταν λοιπόν απόμεινα μοναχός εκεί ζωντανός με μερικάς ακόμη τροφάς, κατά το παράδειγμα των συντρόφων μου, δεν αμφίβαλλον ότι έχω να αφήσω και εγώ τα κώλα εν τη ερήμω. Όθεν με εκυρίευσε μία μεγάλη λύπη θανάτου. Αλλ’ η Πρόνοια, οπού προμηθεύει τα πάντα, έμπνευσεν εις την καρδίαν μου ένα στοχασμόν να υπάγω έως εκεί όπου ο ποταμός εχώνευε μέσα είς τό σπήλαιον. Και φθάνοντας εκεί, αφού επεριεργάσθην με προσοχήν τον ποταμόν και τον είδα πλέον σιγαλόν μέσα εις το σπήλαιον, εστοχάσθην λέγοντας εις τόν εαυτόν μου: «Τούτος ο ποταμός πρέπει να εβγαίνη εις κανένα μέρος άλλο της γης», μάλιστα, αναλογιζόμενος το ύψος εκείνου του βουνού, έλεγον: «Εάν κατ' ευθείαν υπάγη, πρέπει να έβγη εις το άλλο μέρος το όπισθεν». Αφού λοιπόν έκαμα τοιούτους και παρομοίους στοχασμούς, αποφάσισα να κατασκευάσω ένα κρεβάτιον, ήγουν καλαμωτήν από σανίδια (επειδή και είχα όλα τα χρειαζούμενα), και, έμβαίνοντας εις τον ποταμόν με αυτήν, αφήνομαι όπου με φέρη το ρεύμα, και ίσως με εβγάλη εις τόπον κατοικημένον, ειδεμή και χαθώ, δεν ζημιώνομαι άλλο, πλην αλλάζω είδος θανάτου. Αλλ' εάν εξεναντίας έβγω εις άλλον τόπον, όχι μόνον θέλω ελευθερωθή από την δυστυχίαν των συντρόφων μου, αλλ' ίσως θέλω εύρει και νέον άλλον τρόπον να πλουτήνω. Τις οίδεν αν η τύχη θέλει να με ελευθέρωση και από εδώ και να αναπλήρωση την ζημίαν του ναυαγίου μου με νέον κέρδος πολλαπλάσιον. Όθεν μετά τούτους τους ευέλπιδας στοχασμούς, εκατασκεύασα την καλαμωτήν με καλά και γερά σανίδια, τα έδεσα σφικτά με τριχιές του καραβιού, και εσύστησα ένα στερεόν πλεούμενον με δύο κουπία. Έπειτα εσύναξα τα πλέον εκλεκτά χρυσά μεταξωτά της Ινδίας, οπού είχαμεν φυλάξει από το ναυάγιον εγέμισα μερικάς σπυρίδας με ρουμπίνια, σμαράγδια, κεχριμπάρια, και έβαλα αυτά όλα εις την καλαμωτήν επάνω εις το νερόν και, προσαρμόζοντας τα πάντα καλά, εμβήκα μέσα, αφιερωθείς όλος εις την προμήθειαν της τύχης, άφησα την καλαμωτήν επάνω εις τον ποταμόν και την έσυρνε το ρεύμα.rnΑλλ’ όταν έφθασα υποκάτω εις την καμάραν του σπηλαίου, εύρον τόσον σκότος, οπού δεν έβλεπον πλέον που με φέρει το τρέξιμον του νερού, το οποίον μέσα εις το υπόγειον ήτον σιγαλότερον. Έτρεξα λοιπόν επάνω εις το νερόν εις το υπόγειον εκείνο το σκοτεινόν διάφορες ημέρες χωρίς να ιδώ παντελώς ακτίνα φωτός.rnΕις ένα μέρος το υπόγειον ήτον τόσον χαμηλόν, οπού εκινδύνευσα να κτυπήσω την κεφαλήν μου από τήν πέτραν και να πληγωθώ, και μόλις επέρασα με μεγάλην προσοχήν εκείνο το στενόν μέρος, το οποίον με έκαμε προσεκτικότερον εις το ακόλουθον ταξίδιον. Εις εκείνην την υπόγειον οδοιπορίαν, με όλον οπού έτρωγα τόσον ολίγον, όσον δηλαδή το αναγκαίον προς το ζην, έσωσα τέλος πάντων όλα μου τα φαγητά. Όθεν εις το εξής, μην έχοντας άλλα να παρηγορήσω την πείναν μου, άρχισα να κυριεύωμαι από μίαν αδυναμίαν και ένα γλυκύν ύπνον. Πόσον όμως εκοιμήθην, δεν ξέρω. Αλλ’ όταν εξύπνησα, έμεινα εκστατικός βλέποντας μίαν μεγαλοτάτην και ευρύχωρον πεδιάδαν, και την καλαμωτήν μου δεμένην εις τον όχθον του ποταμού, και εκεί πλησίον πολλούς αράπηδες οπού με εθεωρούσαν.rn……………………………………»rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα.
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →