Διακοπών συνέχεια, διάβασμα βιβλίων συνέχεια και σπηλαίων φυσικά….
Stephen King και «Κούτζο», εκδόσεις bell.
Όσοι έχετε διαβάσει King δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις γι’ αυτόν και τα βιβλία του. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι σ’ αυτό το βιβλίο δεν ασχολείται με κάποιο τρομερό μυστήριο βγαλμένο από κάποιο άλλο κόσμο αλλά με κάτι πιο … απλό και προσιτό. Είναι όμως με τέτοιο τρόπο γραμμένο που δημιουργούνται τα γνωστά συναισθήματα που δημιουργούν τα μυθιστορήματα του King.
«Πάλι καλά που ο Μπρέτ δεν είχε ανακαλύψει την τρύπα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ενδιαφέρον στον κόσμο για ένα παιδί από μία τρύπα στο χώμα, κι αυτή η συγκεκριμένη ήταν το άνοιγμα μια μικρής, φυσικής ασβεστολιθικής σπηλιάς. Η σπηλιά είχε βάθος γύρω στα έξι μέτρα στο χαμηλότερο σημείο της και ήταν σχετικά εύκολο για ένα αδύνατο μικρό αγόρι να γλιστρήσει σαν χέλι από το άνοιγμα, να τσουλήσει ως τον πάτο και μετά να μην μπορεί με τίποτε να σκαρφαλώσει ξανά πάνω. Αυτό είχε ήδη συμβεί σε πολλά μικρόσωμα ζώα. Το κατηφορικό ασβεστολιθικό τοίχωμα της σπηλιάς σχημάτιζε μία υπέροχη φυσική τσουλήθρα και ο πάτος της ήταν στρωμένος με κόκαλα: μιας μαρμότας, δύο – τριών ασβών, δύο τριών σκίουρων και ενός σπιτόγατου. Ο σπιτόγατος ήταν ο Μίστερ Κλίν. Οι Κάμπερ τον είχαν χάσει πριν από δύο χρόνια και είχαν υποθέσει ότι τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή απλώς το είχε σκάσει από το σπίτι. Κι όμως, ο γάτος βρισκόταν εκεί, μαζί με τα κόκαλα του πελώριου αρουραίου που είχε κυνηγήσει εκείνη την μέρα.
Ο λαγός του Κούτζο είχε κουτρουβαλήσει ως τον πάτο και τώρα είχε λουφάξει εκεί κάτω κι έτρεμε με τα αυτιά του τεντωμένα και τη μύτη του να πάλλεται, ενώ η σπηλιά γέμιζε από θυμωμένο γάβγισμα του Κούτζο, που ο αντίλαλός του το έκανε να ακούγεται σαν να γάβγιζε ένα ολόκληρο κοπάδι σκυλιά.
Το μικρό ασβεστολιθικό σπήλαιο είχε προσελκύσει και νυχτερίδες – ποτέ δεν μαζεύονταν πολλές, γιατί η σπηλιά δεν ήταν μεγάλη, αλλά η τραχιά οροφή της ήταν ιδανική για να κουρνιάσουν κρεμασμένες ανάποδα και να κοιμούνται όσο ήταν ακόμη μέρα. Οι νυχτερίδες ήταν ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο Μπρετ Κάμπερ ήταν τυχερός, και ειδικά εκείνη την χρονιά. Εκείνη τη χρονιά οι καφετιές εντομοφάγες νυχτερίδες που κατοικούσαν στο μικρό σπήλαιο ήταν γεμάτες από ένα εξαιρετικά μολυσματικό στέλεχος του ιού της λύσσας.
Ο Κούτζο είχε φρακάρει στο ύψος των ώμων. Έσκαβε μανιασμένα με τα πίσω πόδια του, χωρίς αποτέλεσμα, αλλά και χωρίς σκοπό. Θα μπορούσε να βάλει κόντρα τα πόδια του και να τραβηχτεί, αλλά προς το παρόν ήθελε ακόμη το λαγό. Ένιωθε ότι ο λαγός ήταν παγιδευμένος, άρα δικός του. Δεν έβλεπε καθαρά – το μεγάλο σώμα του εμπόδιζε σχεδόν όλο το φως που μπορούσε να περάσει από το άνοιγμα – ούτε είχε ακριβή αίσθηση του βάθους της κατηφόρας μπροστά από τις πατούσες του. Μύριζε όμως υγρό χώμα, περιττώματα νυχτερίδων – παλιά και φρέσκα- και το σημαντικότερο, μύριζε ζωντανό λαγό. Ζεστό και νόστιμο. Το φαγητό ήταν στο τραπέζι.
Το γάβγισμά του ξεσήκωσε τις νυχτερίδες. Τις τρομοκράτησε. Κάτι είχε εισβάλλει στο σπίτι τους. Πέταξαν μαζικά προς την έξοδο τσιρίζοντας. Αλλά τα σόναρ του κατέγραψαν ένα παράξενο και πολύ ανησυχητικό στοιχείο: η έξοδος δεν υπήρχε πια. Ο εισβολέας ήταν εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η έξοδος.
Οι νυχτερίδες άρχισαν να βουτάνε κάνοντας κύκλους στο σκοτάδι, με τα υμενώδη φτερά τους να θροϊζουν σαν μικροσκοπικά σεντόνια απλωμένα σε σκοινί που το χτυπάνε ριπές ανέμου. Από κάτω τους, ο λαγός ζάρωσε στη γωνιά του ελπίζοντας για το καλύτερο.
Ο Κούτζο ένιωσε αρκετές από τις νυχτερίδες να πεταρίζουν πάνω στο μέρος του σώματός τους που είχε καταφέρει να χώσει μέσα στην τρύπα και τρόμαξε. Δεν του άρεσε ούτε η οσμή τους ούτε ο ήχος τους. Δεν του άρεσε ούτε η θερμότητα που ανέδιδαν. Γάβγισε ακόμα πιο δυνατά κι ανοιγόκλεισε τα σαγόνια του προς τα πλάσματα που στροβιλίζονταν με τσιρίγματα γύρω από το κεφάλι του. Τα σαγόνια του έκλεισαν γύρω από ένα μαυριδερό φτερό. Κόκαλα πιο λεπτά κι από χέρι μωρού θρυμματίστηκαν. Η νυχτερίδα επιτέθηκε και δάγκωσε, σκίζοντας το δέρμα πάνω στην ευαίσθητη μουσούδα του σκύλου με μια μακριά, καμπυλωτή κοψιά σε σχήμα παρένθεσης. Την επόμενη στιγμή άρχισε να πέφτει κουτρουβαλώντας πάνω στο κατηφορικό τοίχωμα, μισοπεθαμένη ήδη. Αλλά η ζημιά είχε γίνει. Το δάγκωμα από λυσσασμένο ζώο είναι πολύ πιο επικίνδυνο στην περιοχή του κεφαλιού, γιατί ο ιός της λύσσας προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα. Τα σκυλιά, πολύ πιο ευπαθή από τους ανθρώπους, δεν μπορούν καν να ελπίζουν σε αποτελεσματική προστασία, ακόμη και όταν εμβολιάζονταν τακτικά από τον κτηνίατρο. Κι ο Κούτζο δεν είχε κάνε ποτέ του εμβόλιο λύσσας.
Ο Κούτζο δεν τα ήξερε αυτά, αλλά ήξερε ότι το αθέατο πλάσμα που δάγκωσε είχε απαίσια και φριχτή γεύση, κι έτσι αποφάσισε πως το κυνήγι δεν άξιζε τόσο κόπο. Μ’ ένα δυνατό τράβηγμα των ώμων του ξεκόλλησε από την τρύπα, προκαλώντας μία μικρή κατολίσθηση από χώματα. Τινάχτηκε ζωηρά κι από την γούνα του πετάχτηκαν κι άλλα χώματα και τρίμματα από το ασβεστολιθικό πέτρωμα. Αίμα έσταζε από την πληγωμένη μουσούδα του. Κάθισε στα πίσω πόδια του, σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό κι άφησε ένα μικρό, σιγανό αλύχτισμα σαν κλάμα.
Οι νυχτερίδες βγήκαν από την τρύπα τους σαν ένα πυκνό καφετί σύννεφο, στροβιλίστηκαν σαστισμένες κάτω από το λαμπερό φως του Ιουνίου για μερικά δευτερόλεπτα και ξαναγύρισαν όλες μαζί στη σπηλιά τους. Ήταν πλάσματα ανεγκέφαλα, γι’ αυτό, μέσα σε δύο τρία λεπτά, είχαν ήδη ξεχάσει τα πάντα για τον εισβολέα και τα γαβγίσματα και κοιμούνταν ξανά κρεμασμένες από τα πόδια, με τα φτερά τους διπλωμένα γύρω από τα μικρά κοκαλιάρικα σώματά τους, σαν γριές τυλιγμένες στο σάλι τους.»