HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Σπήλαιο κρησφύγετο ανταρτών στη Μέση Γη

Topic #724 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 19 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #3984 • 02 Jul 2006, 20:47 UTC
Πηγή: «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Βιβλίο Δεύτερο: Οι δύο πύργοι», Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, 1892 – 1973, J. R. R. Tolkien, “The Fellowship of the Rings”, second part of “The Lord of the Rings” έκδοση George Allen and Unwin, Λονδίνο 1983, σε μετάφραση Ευγενίας Χατζηθανάση – Κόλλια από τις εκδόσεις «Κέδρος Α.Ε.», www.kedros.gr, ISBN 960-04-0367-8



rn«………………………….rn- Εδώ, αλίμονο, είμαι υποχρεωμένος να φερθώ με αγένεια, είπε ο Φάραμιρ. Ελπίζω πως θα το συγχωρέσετε σ’ αυτόν που ως τώρα παρέβλεψε από ευγένεια τις διαταγές που του έχουν δώσει και ούτε σας σκότωσε ούτε σας έδεσε. Αλλά είναι διαταγή, κανένας ξένος, ούτε ακόμα κι απ’ το Ρόαν που πολεμάει στο πλευρό μας, μη δει το μονοπάτι που θα πάρουμε τώρα. Πρέπει να σας δέσω τα μάτια.rn- Όπως θέλεις, είπε ο Φρόντο. Ακόμα και τα Ξωτικά κάνουν το ίδιο στην ανάγκη και διασχίσαμε τα σύνορα του ωραίου Λοθλόριεν με τα μάτια δεμένα. Στον Γκίμλι τον Νάνο κακοφάνηκε, αλλά οι Χόμπιτ το ανέχτηκαν.rn- Εγώ δε θα σας οδηγήσω σε τόσο όμορφο μέρος, του είπε ο Φάραμιρ, αλλά χαίρομαι που δέχεστε με τη θέληση σας και όχι με τη βία. Φώναξε σιγανά και αμέσως ο Μάμπλουνγκ και ο Ντάμροντ ξέκοψαν από τα δέντρα και τον πλησίασαν.rn- Δέστε τα μάτια των ξένων, είπε ο Φάραμιρ. Προσεκτικά, αλλά χωρίς να τους πονέσετε. Μην τους δέσετε τα χέρια. Θα δώσουν το λόγο τους πως δε θα προσπαθήσουν να δουν. Θα τους είχα εμπιστοσύνη να κλείσουν τα μάτια τους από μόνοι τους, αλλά τα μάτια ανοιγοκλείνουν άθελα, αν τα πόδια σκοντάψουν. Να τους οδηγείτε για να μην παραπατήσουν.rnΜε πράσινα μαντίλια οι δυο φρουροί έδεσαν τα μάτια των Χόμπιτ και τράβηξαν τις κουκούλες τους κάτω, σχεδόν ως το στόμα τους. Ύστερα πήρε ο καθένας τους έναν από το χέρι και συνέχισαν το δρόμο τους. Όλα όσα ο Φρόντο και ο Σαμ κατάλαβαν απ' αυτό το τελευταίο μίλι του δρόμου το αντιλήφθηκαν μαντεύοντας στο σκοτάδι. Σε λιγάκι ένιωσαν πως ακολουθούσαν ένα μονοπάτι που κατηφόριζε πολύ απότομα - γρήγορα έγινε τόσο στενό, ώστε προχωρούσαν ένας ένας σκουντώντας και απ' τις δύο πλευρές έναν πέτρινο τοίχο. Οι φρουροί τους τους καθοδηγούσαν από πίσω με σταθερό χέρι στους ώμους τους. Πότε πότε έφταναν σε ανώμαλα σημεία και τότε τους σήκωναν για λίγο και ύστερα τους ακουμπούσαν κάτω πάλι. Ο θόρυβος του νερού που κυλούσε ήταν πάντα στο δεξί τους χέρι και όλο πλησίαζε και δυνάμωνε. Τέλος, σταμάτησαν. Γρήγορα ο Μάμπλουνγκ και ο Ντάμροντ τους γύρισαν γύρω γύρω αρκετές φορές, ώστε έχασαν κάθε αίσθηση προσανατολισμού. Ανηφόρισαν λιγάκι: έκανε κρύο και ο θόρυβος του χειμάρρου είχε αρχίσει να σβήνει. Ύστερα τους σήκωσαν στα χέρια και τους κουβάλησαν κάτω, πολλά σκαλοπάτια κάτω, και έστριψαν μια γωνία. Απότομα άκουσαν το νερό ξανά, δυνατά όμως, να τρέχει και να παφλάζει. Έμοιαζε λες και βρισκόταν παντού γύρω τους και ένιωσαν μια ψιλή βροχή στα χέρια και στα μάγουλα τους. Τέλος, τους έστησαν στα πόδια τους γι' άλλη μια φορά. Για μια στιγμή στάθηκαν έτσι, μισοφοβισμένοι, τυφλοί, δίχως να ξέρουν πού βρίσκονται και κανένας δε μιλούσε. Έπειτα ακούστηκε κοντά τους η φωνή του Φάραμιρ.rn- Αφήστε τους να δουν! είπε.rnΤους έβγαλαν τα μαντίλια και τράβηξαν τις κουκούλες τους, αυτοί ανοιγόκλεισαν τα μάτια και έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Στέκονταν σ' ένα βρεγμένο, γυαλιστερό πέτρινο δάπεδο, στο κατώφλι, μάλλον, μιας χοντροκομμένης πέτρινης πύλης που ανοιγόταν σκοτεινή πίσω τους. Αλλά μπροστά τους κρεμόταν ένα λεπτό πέπλο από νερό, τόσο κοντά, που ο Φρόντο θα μπορούσε ν' απλώσει και να βάλει το χέρι του μέσα. Έβλεπε δυτικά. Οι οριζόντιες δέσμες των ακτινών του ήλιου που έπεφτε πίσω του χτυπούσαν πάνω του και το κόκκινο φως τους χωριζόταν σε πολλές ακτίνες που τρεμόπαιζαν, αλλάζοντας συνεχώς χρώμα. Έμοιαζε λες και είχαν σταθεί στο παράθυρο κάποιου ξωτικόπυργου, κλεισμένου με κουρτίνες όλο πετράδια, ασήμι και χρυσάφι, ρουμπίνια, ζαφείρια και αμέθυστους, όλα αναμμένα δίχως να καίγονται.rn- Τουλάχιστον, για καλή μας τύχη, ήρθαμε την κατάλληλη ώρα για να σας ανταμείψουμε για την υπομονή σας, είπε ο Φάραμιρ. Αυτό είναι το Παράθυρο του Ηλιοβασιλέματος, το Χένεθ Άνουν, ο ωραιότερος καταρράκτης σ' όλο το Ιθίλιεν, που είναι η γη με τις πολλές πηγές. Ελάχιστοι ξένοι το έχουν ποτέ δει. Αλλά πίσω τουrnδεν υπάρχει βασιλική αίθουσα που να του ταιριάζει. Μπείτε τώρα να δείτε!rnΌσο μιλούσε ο ήλιος έδυσε και η φωτιά ξεθώριασε στο νερό που κυλούσε. Στράφηκαν και πέρασαν κάτω απ' τη χαμηλή, απειλητική καμάρα. Αμέσως βρέθηκαν σε μια πέτρινη αίθουσα, ανώμαλη κι ευρύχωρη, με ανισόπεδη, κυρτή οροφή. Μερικές δάδες ήταν αναμμένες και έριχναν ένα αδύνατο φως στους γυαλιστερούς τοίχους. Πολλοί άντρες ήταν κιόλας εκεί. Άλλοι έρχονταν ακόμα δυο δυο ή τρεις μαζί από μια στενή πόρτα στη μια πλευρά. Καθώς τα μάτια τους συνήθιζαν στο μισοσκόταδο, οι Χόμπιτ είδαν πως η σπηλιά ήταν πολύ πιο ευρύχωρη απ' όσο είχαν υποθέσει και ήταν γεμάτη με μεγάλα αποθέματα όπλων και τροφίμων.rn - Λοιπόν, να το καταφύγιο μας, είπε ο Φάραμιρ. Δεν είναι τόπος με μεγάλες ανέσεις, αλλά εδώ μπορείτε να περάσετε τη νύχτα σας ήσυχοι. Είναι τουλάχιστον στεγνό και υπάρχει φαγητό, όχι όμως και φωτιά. Κάποτε το νερό περνούσε μέσα από αυτή τη σπηλιά και έβγαινε απ' την καμάρα, αλλά εργάτες τον παλιό καιρό άλλαξαν την πορεία του ψηλότερα στη στενοποριά και έστειλαν το νερό να πέφτει από έναν καταρράκτη σε διπλάσιο ύψος, πάνω από βράχους ψηλά πάνωθέ μας. Όλα τα περάσματα σ' αυτή τη σπηλιά τότε σφραγίστηκαν, ώστε να μην μπαίνει νερό ή οτιδήποτε άλλο, όλα εκτός από ένα. Τώρα υπάρχουν μόνο δύο διέξοδοι: εκείνο το πέρασμα εκεί πέρα, απ' όπου μπήκατε με δεμένα τα μάτια, και μέσα απ' την κουρτίνα του παραθύρου που βγάζει σ' ένα βαθύ κοίλωμα γεμάτο κοφτερές πέτρες. Τώρα ξεκουραστείτε λιγάκι, ώσπου να στρωθεί το βραδινό τραπέζι.rnΠήγαν τους δύο Χόμπιτ σε μια γωνιά και τους έδωσαν ένα χαμηλό κρεβάτι να ξαπλώσουν, αν ήθελαν. Στο μεταξύ, οι άντρες ασχολήθηκαν ο καθένας με τη δουλειά του στη σπηλιά, ήσυχα, τακτικά και γρήγορα. Πήραν ελαφριά τραπέζια απ' τον τοίχο και τα έβαλαν σε τρίποδα και τα γέμισαν με τα απαραίτητα πιατικά. Αυτά ήταν απλά και κατά το μεγαλύτερο μέρος αστόλιστα, αλλά όλα φαίνονταν καλά και ομορφοφτιαγμένα - στρογγυλά πιάτα, γαβάθες και πιατέλες από βερνικωμένο καφετί πηλό ή πύξινα τορνεμένα, λεία και καθαρά. Εδώ κι εκεί υπήρχε και καμιά κούπα ή λεκάνη από γυαλισμένο μπρούντζο κι ένα κύπελλο από απλό ασήμι στεκόταν στη θέση του λοχαγού, στο πιο μέσα τραπέζι.rnΟ Φάραμιρ κυκλοφορούσε ανάμεσα στους άντρες, ρωτώντας χαμηλόφωνα τον καθένα καθώς έμπαινε. Μερικοί γύριζαν από την καταδίωξη των Νότιων άλλοι, που τους είχαν αφήσει πίσω ν' ανιχνεύσουν, γύρισαν πιο αργά. Για όλους τους Νότιους δόθηκε αναφορά, εκτός απ' το μεγάλο mumak: κανείς δεν ήξερε τι απέγινε. Καμιά κίνηση δε φαινόταν από μέρους του εχθρού, δεν κυκλοφορούσε έξω ούτε ένας κατάσκοπος Ορκrn- Δεν είδες ούτε άκουσες τίποτα, Άνμπορν; ρώτησε ο Φάραμιρ τον τελευταίο που ήρθε.rn- Λοιπόν, όχι, άρχοντα, είπε ο άντρας. Τουλάχιστον όχι Ορκ. Αλλά είδα, ή νόμισα πως είδα, κάτι λίγο παράξενο. Είχε σκοτεινιάσει για καλά, τότε που τα μάτια κάνουν τα πράγματα πιο μεγάλα απ' ό,τι πρέπει. Γι' αυτό μπορεί και να μην ήταν τίποτα παραπάνω από σκίουρος.rnΟ Σαμ τέντωσε τ' αυτιά του.rn- Πάντως, αν ήταν, ήταν μαύρος σκίουρος και δεν είδα ουρά. Έμοιαζε σαν σκιά στο χώμα και εξαφανίστηκε πίσω από έναν κορμό δέντρου όταν πλησίασα, και σκαρφάλωσε ψηλά τόσο γρήγορα όσο κι ένας σκίουρος. Μας έχεις πει να μη σκοτώνουμε αγρίμια δίχως λόγο και δε φάνηκε πια, γι' αυτό δε δοκίμασα να ρίξω βέλος. Οπωσδήποτε ήταν πολύ σκοτεινά για να ρίξω στα σίγουρα και το πλάσμα κρύφτηκε μες στης φυλλωσιάς τη σκοτεινιά ώσπου ν' ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Αλλά έμεινα για λίγο, γιατί φαινόταν παράξενο, και ύστερα βιάστηκα να γυρίσω πίσω. Νομίζω πως το άκουσα να σφυρίζει εναντίον μου από ψηλά, καθώς έφευγα. Μπορεί να ήταν ένας μεγάλος σκίουρος. Μπορεί κάτω απ' τη σκιά του Ακατανόμαστου μερικά από τ' αγρίμια του Δάσους της Σκοτεινιάς να πλανιούνται στα δάση μας. Υπάρχουν, λέει, μαύροι σκίουροι εκεί.rn- Μπορεί, είπε ο Φάραμιρ. Θα ήταν όμως κακός οιωνός αν είναι όντως αλήθεια. Δε θέλουμε τους δραπέτες από το Δάσος της Σκοτεινιάς στο Ιθίλιεν. rnΣτον Σαμ φάνηκε πως έριξε μια γρήγορη ματιά κατά τους Χόμπιτ καθώς μιλούσε, αλλά ο Σαμ δεν είπε τίποτα. Για λίγη ώρα αυτός και ο Φρόντο έμειναν ξαπλωμένοι και κοίταζαν το φως των δαυλών και τους άντρες που πηγαινοέρχονταν κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα. Ύστερα, απότομα, ο Φρόντο αποκοιμήθηκε.rnΟ Σαμ όμως αναρωτιόταν, φέρνοντας διάφορα επιχειρήματα στον εαυτό του.rn«Μπορεί να είναι εντάξει», σκεφτόταν, «μπορεί όμως και όχι. Τα όμορφα λόγια μπορεί να κρύβουν βρώμικη καρδιά.» Χασμουρήθηκε. «Θα μπορούσα να κοιμηθώ μια βδομάδα ολόκληρη, δε θα μ' έβλαφτε. Και τι μπορώ να κάνω εγώ αν μείνω ξύπνιος, εγώ ολομόναχος μ' όλους αυτούς τους μεγάλους Ανθρώπους τριγύρω; Τίποτα, Σαμ Γκάμγκη, μ' όλα τούτα όμως πρέπει να μείνεις ξύπνιος.» Και κάπως τα κατάφερε. Το φως έσβησε στην είσοδο της σπηλιάς και το γκρίζο πέπλο του νερού που έπεφτε θάμπωσε και χάθηκε στις σκιές που πύκνωναν. Ο θόρυβος του νερού συνεχιζόταν ασταμάτητα, δίχως ν' αλλάζει τόνο, πρωί, μεσημέρι ή βράδυ. Μουρμούριζε και ψιθύριζε για ύπνο. Ο Σαμ έχωσε τις γροθιές του στα μάτια του.rnΆναψαν περισσότερους δαυλούς. Άνοιξαν ένα βαρέλι κρασί και βαρέλια με παστά τρόφιμα. Άλλοι άντρες πήγαν κι έφεραν νερό από τον καταρράκτη. Μερικοί έπλυναν τα χέρια τους σε λεκάνες. Έφεραν στον Φάραμιρ ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο και μια λευκή πετσέτα και πλύθηκε.rn- Ξυπνήστε τους φιλοξενούμενους μας, είπε, και φέρτε τους νερό. Είναι ώρα για φαγητό.rnΟ Φρόντο ανακάθισε, χασμουρήθηκε και τεντώθηκε. Ο Σαμ, που δεν ήταν συνηθισμένος να τον υπηρετούν, κοίταξε με αρκετή έκπληξη τον ψηλό άντρα που υποκλίθηκε κρατώντας μια λεκάνη με νερό στα χέρια του.rn- Βάλ' την χάμω, σε παρακαλώ! είπε. Πιο εύκολο και για μέναrnκαι για σένα.rnΎστερα, προς μεγάλη έκπληξη και διασκέδαση των αντρών, βούτηξε το κεφάλι του στο κρύο νερό και έπλυνε το λαιμό και τ' αυτιά του.rn- Είναι συνήθεια του τόπου σας να πλένετε το κεφάλι σας πριν από το δείπνο; ρώτησε ο άντρας που εξυπηρετούσε τους Χόμπιτ.rn- Όχι, πριν από το πρωινό, απάντησε ο Σαμ. Αλλά όταν σου λείπει ύπνος, το κρύο νερό στο σβέρκο είναι σαν τη βροχή στο μαραμένο μαρούλι. Εντάξει! Τώρα μπορώ να μείνω ξύπνιος ώσπου να φάω κάτι.rnΤους οδήγησαν στη συνέχεια σε καθίσματα πλάι στον Φάραμιρ: βαρέλια σκεπασμένα με προβιές και αρκετά ψηλότερα από τους πάγκους των Ανθρώπων για να βολεύονται. Πριν αρχίσουν το φαγητό, ο Φάραμιρ και όλοι του οι άντρες γύρισαν και κοίταξαν τη δύση για μια στιγμή σιωπηλά. Ο Φάραμιρ έκανε νόημα στον Φρόντο και στον Σαμ να κάνουν το ίδιο.rn- Έτσι κάνουμε πάντα, είπε καθώς κάθονταν, κοιτάζουμε προς τό Νούμενορ που ήταν, και πέρα στην ξωτικοχώρα που είναι, και σ' εκείνο που βρίσκεται πέρα από την ξωτικοχώρα και θα είναι για πάντα. Εσείς δεν έχετε τέτοια συνήθεια στο φαγητό;rn- Όχι, είπε ο Φρόντο νιώθοντας παράξενα χωριάτης και αμόρφωτος. Αλλά όταν είμαστε καλεσμένοι, υποκλινόμαστε στον οικοδεσπότη μας και όταν τελειώσουμε σηκωνόμαστε και τον ευχαριστούμε.rn- Αυτό το κάνουμε κι εμείς, είπε ο Φάραμιρ.rnΎστερα από τέτοιο ταξίδι και παραμονή στο ύπαιθρο και τόσες μέρες στις άγριες ερημιές, το βραδινό φαγητό φάνηκε συμπόσιο στους Χόμπιτ: να πίνουν χλομό κίτρινο κρασί, δροσερό κι αρωματικό, και να τρώνε ψωμί και βούτυρο και κρέας παστό, ξηρούς καρπούς και καλό κόκκινο τυρί, με χέρια καθαρά και καθαρά μαχαίρια και πιάτα. Ούτε ο Φρόντο ούτε ο Σαμ αρνήθηκαν τίποτε απ' ό,τι τους πρόσφεραν, ούτε δεύτερη ή και τρίτη ακόμα μερίδα. Το κρασί κυλούσε στις φλέβες τους και στα κουρασμένα μέλη τους και ένιωθαν τόσο χαρούμενοι και ξένοιαστοι, όσο πριν φύγουν απ' τη γη του Αόριεν.rnΌταν όλα τελείωσαν, ο Φάραμιρ τους οδήγησε σ' ένα βαθούλωμα στο βάθος της σπηλιάς, που ήταν μισοκλεισμένο με κουρτίνες. Εκεί έφεραν μία καρέκλα και δύο σκαμνιά. Μια μικρή πήλινη λάμπα έκαιγε σε μια γωνιά.rn- Μπορεί σύντομα να θελήσετε να κοιμηθείτε, είπε………………………….rn……………………….»

rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →