est Hemingway. 1899 – 1961: “For whom the bell tolls”) σε δίτομη έκδοση τσέπης του 1971, από τη σειρά Κλασικά Παπύρου των εκδόσεων Πάπυρος Πρεςς και μετάφραση του Άλεξ Καρρέρ.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/526894/_904_961_957_949_963_964_.jpg
rn«………………………rnΗ είσοδος της σπηλιάς ήταν σκεπασμένη με μια κουβέρτα και το φως έβγαινε λιγοστό απ' τα πλάγια. Οι σάκοι ήταν στη θέση τους κάτω απ' το πεύκο. Ο Ρόμπερτ Τζόρνταν γονάτισε κ' έβγαλε από μια εξωτερική τσέπη ένα μπουκαλάκι με δερμάτινο ντύμα. Έπειτα ξεκλείδωσε τα λουκέτα και διαπίστωσε ότι οι εκρηκτικές ύλες και η συσκευή πυροδοτήσεως ήταν στη θέση τους. Έβγαλε ένα κουτί με ρώσικα τσιγάρα, ξανακλείδωσε τους σάκους και τους σκέπασε. Ο Ανσέλμο είχε μπει στη σπηλιά.rnΟ Ρόμπερτ Τζόρνταν σηκώθηκε για να τον ακολουθήσει, κάτι σκέφτηκε όμως, πήρε τους σάκους και τους μετέφερε στη σπηλιά. Με το κεφάλι του παραμέρισε την κουβέρτα κι απόθεσε το φορτίο του κοντά στην είσοδο. Το εσωτερικό της σπηλιάς ήταν ντουμανιασμένο. Σ' ένα τραπέζι καθόταν ο Πάμπλο, τρεις άγνωστοι κι ο Ραφαήλ. Ένα κερί, που ήταν τοποθετημένο πάνω σ' ένα μπουκάλι, σκόρπιζε στη σπηλιά το αδύναμο φως του. Οι σκιές των ανθρώπων έπαιζαν πάνω στο βράχο. Ο Ανσέλμο στεκόταν όρθιος κοντά στο τραπέζι. Η γυναίκα του Πάμπλο έσκυβε πάνω στη φωτιά, που έκαιγε σε μια γωνιά. Η κοπέλα, γονατισμένη δίπλα της, ανακάτευε το φαΐ. Η Μαρία σήκωσε την ξύλινη κουτάλα και κοίταξε το Ρόμπερτ Τζόρνταν, που στεκόταν στην είσοδο. Ο Ρόμπερτ είδε μέσα στην αναλαμπή της φωτιάς το πρόσωπο της κοπέλας, το μπράτσο της και τις σταγόνες που έπεφταν απ' την κουτάλα.
……………………………
Ο Ρόμπερτ Τζόρνταν παραμέρισε την κουβέρτα που σκέπαζε την είσοδο της σπηλιάς και βγήκε έξω, ν' ανασάνει καθαρόν αέρα. Η ομίχλη είχε διαλυθεί και τ' αστέρια σπίθιζαν στον ουρανό. Δεν φύσαγε καθόλου. Ο Ρόμπερτ Τζόρνταν ανάπνευσε βαθιά τον κρύο αέρα της νύχτας. Η ατμόσφαιρα μέσα στη σπηλιά ήταν βαριά από τους καπνούς των τσιγάρων και της φωτιάς και τις μυρουδιές που ανάδιναν το φαΐ, το καμένο λάδι, το ασκί με το κρασί που κρεμόταν κοντά στην είσοδο, ο ανθρώπινος και ο αλογίσιος ιδρώτας, τα διάφορα χόρτα, που ο Ρόμπερτ Τζόρνταν δεν ήξερε τα ονόματα τους και που κρεμόντουσαν σε ματσάκια στην οροφή της σπηλιάς, μαζί με τις πλεξούδες τα σκόρδα. Τόση ώρα κει μέσα είχε πνιγεί και τώρα ανάσαινε βαθιά το βουνίσιο αέρα, που μύριζε πεύκο. Είχε πέσει δροσιά και τα χορτάρια ήταν βρεμένα. Ο Ρόμπερτ Τζόρνταν σκέφτηκε ότι το πρωί θά 'κανε παγωνιά.rnΣτεκόταν κοντά στην είσοδο της σπηλιάς κι' αφουγκραζόταν τη νύχτα. Στην αρχή άκουσε μακρινούς πυροβολισμούς κ' έπειτα μια κουκουβάγια, που φώναζε μέσα στα δέντρα. Ξαφνικά απ' τη σπηλιά ακούστηκαν ήχοι κιθάρας κ' η φωνή του Ραφαήλ, που τραγουδούσε:rnΚληρονόμησα απ' τον πατέρα μουrnΤον ήλιο και το φεγγάρι.rnΣ' όλον τον κόσμο ταξιδεύωrnΚι' αυτά ποτέ δέν σώνονται
……………………….»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα