Από το ίδιο βιβλίο που αναφέρω και πιο πάνω (ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ – ΙΣΤΟΡΙΕΣ με Θεούς και Δαίμονες τ.77 και τίτλο : Η ΚΟΡΑΚΟΦΩΛΙΑ του υπέροχου Κάρλ Εντουαρντ Βάγκνερ.
Κακοί και πολύ κακοί. Καλοί δεν υπάρχουν. Αντί – ήρωες, υπερφυσικά φαινόμενα, Δαίμονες του Φεγγαριού και … σπηλιές. Μια γυναίκα κάνει συμφωνία με τον δαίμονα να πετάξει το παιδί της – προϊόν βιασμού – στα δόντια του μαύρου σκύλου με ανταπόδοση την παραδειγματική τιμωρία – να βασανίζεται μια ζωή – του βιαστή.
« Ο νεοφερμένος κρατούσε στα χέρια του ένα φανάρι. Το φως του ίσα που ήταν αρκετό για να αποκαλύπτει τους τοίχους του δωματίου- το οποίο είχε μήκος δεκάδες μέτρων και σε κάποια σημεία στηριζόταν σε καμάρες. Προφανώς το δωμάτιο ήταν ένα φυσικό σπήλαιο, το οποίο είχε υποστεί μία απλή ανακατασκευή ώστε να χρησιμεύει ως μυστικό κελάρι. Ένα υγρό αεράκι φυσούσε μέσα στο σκοτάδι κάνοντας τη φλόγα του φαναριού να χορεύει, κι ο Κειν πρόσεξε ένα στενό πέρασμα που οδηγούσε μέσα από τον απέναντι τοίχο του κελαριού.
Ο Μοδέρος κοίταξε το κρυφό κελάρι γύρω του, και η έκφρασή του αποκάλυπτε περισσότερο φόβο παρά υποψία. Ήταν ένα μέρος όπου αμέτρητα σκοτεινά εγκλήματα είχαν ματώσει τις πέτρες κι έτσι δεν ήταν φρόνιμο να παραμένει κανείς εκεί για πολύ, ειδικά τη νύχτα του Φεγγαριού του Άρχοντα των Δαιμόνων.
……………………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………………..
Ο Κέιν ρίγησε. Μεγάλοι σπασμοί συντάραξαν το ιδρωμένο κορμί του.
Απόμεινε σαν πεθαμένος ενώ πάλευε να μην χάσει τις αισθήσεις του. Ο ίλιγγος πλημμύρισε το μυαλό το. Το πεζούλι πάνω στο οποίο ήταν πεσμένος πήρε κλίση, γύρισε ανάποδα, διαλύθηκε….
Ύστερα διαλύθηκαν τα βράχια. Η πέτρα έγινε διάφανη, πιο διαφανής κι από το τελειότερο διαμάντι.
Το βουνό άνοιξε, κι ο Κέιν μπόρεσε να δει στο εσωτερικό του.
Είδε τους θησαυρούς των λόφων κλειδωμένους μέσα στις κρύπτες τους από αρχέγονη πέτρα – φλέβες αργύρου και χρυσού, ακατέργαστους πολύτιμους λίθους, θαμμένες κορώνες και μπαούλα με νομίσματα – καθώς και τους σκυθρωπούς φύλακες που τα περιφρουρούσαν. Είδε τάφους όπου ξεχασμένοι σκελετοί μετατρέπονταν αργά σε σκόνη και χαμένους τύμβούς μέσα στους οποίους τα ανήσυχα και φυλακισμένα κουφάρια γύριζαν για να ανταποδώσουν το βλέμμα του με σαπισμένα μάτια μέσα στα οποία έκαιγαν γαλάζιες φλόγες……………………………………………………..
Είδε τα χαμένα ορυχεία των αρχαίων, αυτά που εξόρυξαν και αυτά που είχαν θάψει- αυτά που είχαν αναζητήσει δίχως να βρούν και αυτά τα οποία φοβόντουσαν κι από τα οποία δεν είχαν καταφέρει να γλιτώσουν – κι η γνώση τον έκανε να κλείσει τα μάτια του και να ουρλιάξει.
Είδε σπήλαια τα οποία οδηγούσαν συνεχώς προς τα κάτω, και τα τυφλά φτερωτά πλάσματα που κατοικούσαν μέσα τους – τις πόλεις που είχαν κτιστεί εκεί όπου δεν έκαιγε ποτέ φως, και τα τερατώδη πρόσωπα που κοιτούσαν τρομαγμένα μέσα από στενά παράθυρα πύργων δίχως πόρτες……………………………………………
Είδε τις μαύρες φλόγες της απώτερης αβύσσου, προς την κατεύθυνση της οποίας πελώρια σκουλήκια έσκαβαν με το στόμα χαοτικές σήραγγες μέσα στο βράχο, αναζητώντας τις φωτιές της κόλασης, εκεί όπου, αφού μεταμορφώνονταν σε απαίσιες πεταλούδες, φτερούγιζαν μέχρι που τα φλεγόμενα φτερά τους τις προδώσουν και πέσουν σαν μετεωρίτες μέσα στη λίμνη της φωτιάς……….»