HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Νύχτα υπήρχε πάντα και νύχτα ήταν τα πάντα

Topic #600 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 19 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #3380 • 12 Apr 2006, 15:35 UTC
Πηγή: «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Βιβλίο Δεύτερο: Οι Δύο Πύργοι, Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, 1892 – 1973, J. R. R. Tolkien, “The Fellowship of the Rings”, first part of “The Lord of the Rings” έκδοση George Allen and Unwin, Λονδίνο 1983, σε μετάφραση Ευγενίας Χατζηθανάση – Κόλλια από τις εκδόσεις «Κέδρος Α.Ε.», www.kedros.gr, ISBN 960-04-0367-8

«……………………………….
Μπορεί στ' αλήθεια να ήταν μέρα πλέον, όπως είπε το Γκόλουμ, αλλά οι Χόμπιτ έβλεπαν μικρή διαφορά, εκτός κι αν, ίσως, ο βαρύς ουρανός ψηλά ήταν λιγότερο κατάμαυρος και περισσότερο σαν μια τεράστια οροφή καπνού• ενώ, αντί για το σκοτάδι της βαθιάς νύχτας που αργοπορούσε ακόμα σε χαραματιές και τρύπες, μια γκρίζα θολή σκιά σαβάνωνε τον πέτρινο κόσμο γύρω τους. Προχωρούσαν, το Γκόλουμ μπροστά και οι Χόμπιτ πλάι πλάι, ανηφορίζοντας το μακρύ φαράγγι ανάμεσα από τοίχους και κολόνες κομματιασμένων και φαγωμένων απ' τον καιρό βράχων, που στέκονταν σαν τεράστια ασουλούπωτα αγάλματα και απ' τις δυο πλευρές. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Αρκετά πιο μπροστά, περίπου ένα μίλι, υπήρχε ένας μεγάλος σταχτής τοίχος, ένας τελευταίος τεράστιος όγκος βουνίσιας πέτρας. Υψωνόταν όλο και πιο σκοτεινός και ανηφόριζε σταθερά όσο πλησίαζαν, ώσπου πυργώθηκε ψηλά πάνωθέ τους, κόβοντας όλη την ορατότητα από την πίσω μεριά. Πυκνή σκιά απλωνόταν στη βάση του. Ο Σαμ οσμίστηκε τον αέρα.
- Πουφ! Αυτή η μυρωδιά! είπε. Όλο και δυναμώνει.
Σε λίγο βρέθηκαν κάτω από τη σκιά κι εκεί στη μέση είδαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς.
- Από δω μπαίνουν, είπε το Γκόλουμ σιγανά. Αυτή είναι η είσοδος της στοάς.
Δεν είπε τ' όνομα της: Τόρεχ Ούνγκολ. Το άντρο της Σέλομπ. Από μέσα έβγαινε μια αποφορά, όχι η αρρωστημένη μυρωδιά της σαπίλας των λιβαδιών της Μόργκουλ, αλλά μια απαίσια μυρωδιά, λες και βρώμα φρικτή να είχε μαζευτεί και να ήταν φυλαγμένη στο σκοτάδι μέσα.
- Είναι αυτός ο μοναδικός δρόμος, Σμέαγκολ; είπε ο Φρόντο.
- Ναι, ναι, απάντησε. Ναι, πρέπει να πάμε από δω τώρα.
- Θες να πεις πως έχεις ξαναπεράσει απ' αυτή την τρύπα; είπε ο Σαμ. Πουφ! Αλλά μπορεί να μη σε νοιάζουν οι απαίσιες μυρωδιές.
Τα μάτια του Γκόλουμ γυάλισαν.
- Δεν ξέρει τι μας νοιάζει, έτσι δεν είναι, πολύτιμο; Όχι δεν ξέρει. Ο Σμέαγκολ όμως μπορεί ν' αντέξει μερικά πράγματα. Ναι. Έχει ξαναπεράσει. Ω, ναι, απ' τη μια μεριά ως την άλλη. Είναι ο μοναδικός δρόμος.
- Και τι να 'ναι αυτή η μυρωδιά, άραγε; είπε ο Σαμ. Μοιάζει με... άσε, καλύτερα να μην το πω. Καμιά βρωμερή τρύπα των Ορκ, πάω στοίχημα, με εκατό χρόνων βρωμιές τους.
- Λοιπόν, είπε ο Φρόντο, είτε είναι Ορκ είτε όχι, αν είναι ο μοναδικός δρόμος, πρέπει να τον πάρουμε.
Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα μπήκαν μέσα. Ύστερα από λίγα βήματα βρέθηκαν σε απόλυτο και αδιαπέραστο σκοτάδι. Ο Φρόντο και ο Σαμ είχαν να δουν τέτοιο σκοτάδι απ' τις ανήλιαγες στοές της Μόρια και, αν ήταν δυνατόν, εδώ το σκοτάδι ήταν βαθύτερο και πυκνότερο. Εκεί υπήρχαν ρεύματα αέρα και αντήχηση και αίσθηση του χώρου. Εδώ ο αέρας ήταν ακίνητος, σαν τέλμα, βαρύς και κάθε ήχος ξεψυχούσε πριν καλά καλά ακουστεί. Βάδιζαν λες και βρίσκονταν σ' ένα μαύρο σύννεφο, γεννημένο απ' το ίδιο το σκοτάδι που, όπως το ανέπνεαν, τους θόλωνε όχι μόνο τα μάτια αλλά και το μυαλό, έτσι που ακόμα και η ανάμνηση των χρωμάτων και των σχημάτων και κάθε είδους φωτός να είχε σβηστεί από τη σκέψη τους. Η νύχτα υπήρχε πάντα και θα υπήρχε πάντα και νύχτα ήταν τα πάντα.
………………………………………….»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →