Τελετουργική ταφή σε σπήλαιο
Πηγή: το βιβλίο «Οι Κουρσάροι» του Γουίλμπουρ Σμιθ (Wilbur Smith, “Birds of Prey” 1997), σε μετάφραση Ανδρέα Μιαούλη, εκδόσεις BELL – Χαρλένικ Ελλάς Εκδοτική ΑΒΕΕ, Ιπποκράτους 57, 10680 Αθήνα, Τηλ. 210 3609438 - 3629723, Β’ έκδοση Αθήνα 2004, ISBN: 960-620-455-3.
«………………………………..
Όταν πέρασαν την πύλη και η νύχτα βυθίστηκε πάλι στη σιωπή, ο Άμπολι βιάστηκε να διασχίσει το πεδίο. Μόλο που δεν μπορούσε να δει παρά μόλις μερικά βήματα μπροστά του, άφησε να τον καθοδηγεί η οσμή της αποσύνθεσης -μόνο το κουφάρι ενός ψόφιου λιονταριού μυρίζει τόσο έντονα όσο του ανθρώπου.
Το πτώμα του σερ Φράνσις είχε αποκεφαλιστεί και σχεδόν διαμελιστεί. Ο Αργός Τζον, με τη βοήθεια ενός μπαλτά, είχε τεμαχίσει τα πιο μεγάλα οστά. Ο Άμπολι κατέβασε το κεφάλι από τον πάσσαλο όπου ήταν μπηγμένο, το τύλιξε σ' ένα καθαρό, άσπρο πανί και το έβαλε σε μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα που είχε μαζί του. Ύστερα μάζεψε και τα υπόλοιπα τμήματα του κουφαριού του Άγγλου καπετάνιου. Τα σκυλιά του χωριού είχαν πάρει μερικά από τα μικρότερα οστά και τα είχαν σκορπίσει εδώ κι εκεί, όμως ακόμη και μέσα στο σκοτάδι ο μαύρος κατάφερε να μαζέψει ό,τι είχε απομείνει. Αφού έκλεισε και σφάλισε καλά τη μεγάλη τσάντα, την έριξε στον ώμο του και άρχισε να τρέχει προς τη μεριά του βουνού.
Η Σουκίνα ήξερε το βουνό σχεδόν απέξω κι ανακατωτά, την κάθε ρεματιά, τον κάθε γκρεμό και την κάθε σχισμάδα του. Έτσι είχε εξηγήσει στον Άμπολι πώς θα έβρισκε τη σχισμάδα όπου είχε κρύψει το βουβαλοτόμαρο το προηγούμενο βράδυ. Στο φως του μεσουρανούντος φεγγαριού, ο μαύρος έφτασε ως εκεί χωρίς να ξεφύγει από το δρόμο του ούτε μισό βήμα. Όταν έφτασε στη σχισμάδα, που αποτελούσε κάτι σαν είσοδο που έμπαζε σε μια ρηχή σπηλιά, έσκυψε κι έπιασε να βγάζει τις πέτρες που έκρυβαν το τομάρι. Ύστερα χώθηκε πιο μέσα στη σπηλιά, παραμερίζοντας τους θάμνους που φύτρωναν στο επάνω μέρος του γκρεμού κι έκρυβαν την είσοδο.
Τα χέρια του δούλευαν πυρετωδώς• άναψε με μια τσακμακόπετρα το κερί που του είχε δώσει η Σουκίνα. Προστατεύοντας τη φλόγα με τις παλάμες του για να μη φαίνεται το φως της από κάτω, προχώρησε πιο βαθιά στο λαγούμι με τα τέσσερα, σέρνοντας ξοπίσω του τη μεγάλη δερμάτινη τσάντα. Όπως του είχε πει η Σουκίνα, η σπηλιά από ένα σημείο κι ύστερα άνοιγε απότομα και γινόταν τόσο ευρύχωρη, που τον χωρούσε να σταθεί όρθιος. Κρατώντας το κερί πάνω από το κεφάλι του, πρόσεξε πως ο χώρος εκεί ήταν κατάλληλος για να γίνει ο τάφος του αρχηγού του. Υπήρχε μέχρι και μια φυσική, πέτρινη πεζούλα στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Ακούμπησε την τσάντα πάνω στην πεζούλα και πήγε έρποντας να φέρει το βουβαλοτόμαρο. Προτού γυρίσει στο εσωτερικό της σπηλιάς, έστρεψε το κεφάλι του, κοίταξε το φως του φεγγαριού κι επαναπροσδιόρισε τη θέση της χλομής σφαίρας σε σχέση με τη σπηλιά.
«Θα βάλω έτσι το κεφάλι του που να αντικρίζει δέκα χιλιάδες φεγγάρια, κι ανατολές τόσες, μέχρι ο ήλιος να σβήσει!» μονολόγησε μ' ένταση. Έσυρε το βαρύ τομάρι στο εσωτερικό της σπηλιάς και το έστρωσε πάνω στο βράχινο δάπεδο.
Ακούμπησε το κερί στην πεζούλα κι άνοιξε τη μεγάλη τσάντα. Πρώτα έβαλε σε μια άκρη όλα εκείνα τα τελετουργικά μικροσύνεργα που είχε φέρει μαζί του. Μετά έβγαλε από την τσάντα το διπλωμένο στο πανί κεφάλι του σερ Φράνσις και το ακούμπησε ακριβώς στο κέντρο του απλωμένου τομαριού. Ξεδίπλωσε το πανί με ευλάβεια, χωρίς να δείχνει ενοχλημένος από την αβάσταχτη μπόχα της σήψης που ήρθε και μπούκωσε τη σπηλιά. Μάζεψε όλα τα υπόλοιπα κομμάτια του διαμελισμένου κορμιού και τα έβαλε στη φυσική τάξη τους, δένοντας τα μεταξύ τους με σχοινάκια από φλούδα δέντρου, μέχρι που το λείψανο του σερ Φράνσις βρέθηκε πλαγιασμένο στο πλάι, με τα γόνατα του μαζεμένα κάτω από το σαγόνι του, τα χέρια του να αγκαλιάζουν τα πόδια του -θέση εμβρύου μέσα σε μητρική κοιλιά. Ύστερα τύλιξε το λείψανο με το βουβαλοτόμαρο, έτσι που μόνο το άσαρκο και κακοπαθημένο κρανίο περίσσευε απέξω. Έραψε τις άκρες του τομαριού σφιχτά γύρω από το λείψανο, δημιουργώντας την τέλεια σαρκοφάγο, αφού λείψανο και τομάρι, όταν θα ξεραίνονταν, θα γίνονταν μια μάζα αδιαχώριστη. Ήταν μια δουλειά επίπονη, καμωμένη με μεγάλη προσοχή και φροντίδα. Όταν σώθηκε το κερί και τρεμόσβησε μέσα στο ίδιο το λιωμένο του κοτσάνι, πρόλαβε ν' ανάψει ένα δεύτερο και συνέχισε τη δουλειά του.
Τελειώνοντας πήρε το χτενάκι από καύκαλο χελώνας -ένα ακόμη από τα τόσα δώρα της Σουκίνα- και χτένισε τις λιγοστές τούφες που απέμεναν ακόμη κολλημένες στο κρανίο του σερ Φράνσις, για να τις πλέξει στο τέλος κοτσίδα. Σήκωσε τώρα το τυλιγμένο στο τομάρι λείψανο και το κάθισε πάνω στην προεξοχή του βράχου. Το γύρισε με προσοχή, έτσι που το πρόσωπο να είναι αντίκρυ στο φεγγάρι και την ανατολή.
Έμεινε για ώρα πολλή κοντοκαθισμένος κάτω από την πεζούλα, κοιτώντας το κρανίο του αρχηγού του, θωρώντας με της ψυχής του τη ματιά έτσι όπως ήταν κάποτε το πρόσωπο του νέου και θαρραλέου ναυτικού που τον είχε γλιτώσει από το γεμάτο σκλάβους κατάμπαρο ενός δουλεμπορικού, κοντά είκοσι χρόνια πριν.
Σηκώθηκε τώρα κι έπιασε να συγκεντρώνει τα καλούδια του τάφου που είχε φέρει από κοντά. Αργά, προσεκτικά, άρχισε να τα τοποθετεί ένα ένα στην πεζούλα μπροστά από το λείψανο. Μια μινιατούρα καραβιού που είχε σκαλίσει με τα ίδια του τα χέρια. Χρόνο δεν είχε για να το σκαλίσει με λεπτομέρεια, έτσι τώρα έμοιαζε περισσότερο με ξυλόγλυπτο βγαλμένο από χέρια παιδικά. Έστω κι έτσι, όμως, οι τρεις ιστοί δεν του έλειπαν ούτε το σκαλισμένο στην πλώρη όνομα: Λαίδη Εντβίρα. «Είθε τούτο το σκαρί να σε ταξιδέψει στους σκοτεινούς ωκεανούς και να σε βγάλει στη στεριά όπου σε καρτεράει η γυναίκα που το όνομα της έχει», ψιθύρισε.
Ακούμπησε το τόξο από ξύλο αγριελιάς και το μαχαίρι πλάι στο καραβάκι. «Σπαθί δεν έχω μαζί μου να σε οπλίσω, όμως είθε τούτα τα όπλα να σε προστατέψουν στα μέρη τα σκοτεινά που θα διαβείς».
Ύστερα έκανε προσφορά τη γαβάθα με την τροφή και το γεμάτο νερό μπουκάλι. «Είθε ποτέ πια πείνα ή δίψα να μη νιώσεις».
Τέλος πήρε το σταυρό που είχε φτιάξει μόνος του από ξύλο κι είχε διακοσμήσει μ' ένα πράσινο όστρακο -αυτί της θάλασσας, όπως ήταν γνωστό-, σκαλιστά κουκλάκια και πέτρες πολύχρωμες από την κοίτη κάποιου ποταμού. «Είθε τούτος ο σταυρός, σύμβολο του Θεού που στη ζωή σου στάθηκε οδηγός και παραστάτης, και τώρα στο θάνατο να σε καθοδηγεί», είπε κι ακούμπησε το σταυρό μπροστά από τις δυο τρύπες που κάποτε ήταν τα μάτια του σερ Φράνσις.
Γονατισμένος όπως ήταν στη σπηλιά, άναψε μια μικρή φωτιά με τη φλόγα του κεριού. «Είθε τούτη η φωτιά ζεστό να σε κρατάει στα σκοτάδια της νύχτας της ατέλειωτης». Μετά άρχισε να ψέλνει στη δική του γλώσσα τον επικήδειο ύμνο και να λέει το τραγούδι του ταξιδευτή που κινάει για μακρύ ταξίδι, χτυπώντας τα χέρια του σιγά, από σεβασμό μα και για να κρατάει το τέμπο. Όταν οι φλόγες της φωτιάς χαμήλωσαν, σηκώθηκε και βγήκε στο άνοιγμα της σπηλιάς.
«Έχε γεια, φίλε!» είπε σιγά. «Αντίο, πατέρα μου!»
……………………….»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα