Το «σπίτι» που μεγάλωσε ο Μόγλης
Πηγή: Το βιβλίο «Μόγλης – το βιβλίο της ζούγκλας» (“Mowgli – The jungle book”, 1894) του Rudyard Kipling (1865-1936), σε μετάφραση της Πιερέττας Διαμαντοπούλου, σε έκδοση του 1988 από τη σειρά «Αερόστατο» των εκδόσεων «Ύψιλον», Ζωοδόχου Πηγής 34, 10681 Αθήνα, τηλ. 210 3638257.
«……………….
Τα αδέρφια του Μόγλη
Ο Τσιλ το Γεράκι σας έφερε τη νύχτα
που ο Μαγκ η Νυχτερίδα έχει αμολήσει.
Τα κοπάδια στις στάνες κλειδαμπαρώθηκαν
μια κι η άγρα ως την αυγή θενά κρατήσει.
Αυτή είναι η αγέρωχη, πανίσχυρη ώρα
που το άγριο, γαμψό νύχι βασιλεύει.
Το κάλεσμα ακούστε και καλό σας κυνήγι
που εσάς της Ζούγκλας Νόμος διαφεντεύει!
(Νυχτερινό τραγούδι της Ζούγκλας)
Πάνω στους λόφους του Σιονί, ένα πολύ ζεστό βράδυ κατά τις εφτά, ο Λύκος ξύπνησε, ξύστηκε, χασμουρήθηκε και τέντωσε καλά καλά τα πόδια του ένα ένα για να ξεμουδιάσουν. Η Λύκαινα ήταν ξαπλωμένη έχοντας το μεγάλο, σταχτί μουσούδι της γερμένο πάνω στα τέσσερα μικρά της που έσκουζαν και μπουσουλούσαν. Από το στόμιο της σπηλιάς που είχαν για σπίτι τους έμπαινε το φως του φεγγαριού. «Άουγκρ!» είπε ο Λύκος. «Ώρα πάλι για κυνήγι.» Και την ώρα που ήταν έτοιμος να πάρει τον κατήφορο τρεχάλα, μια μικρή σκιά με φουντωτή ουρά πέρασε το κατώφλι τους και είπε με κλαψιάρικη φωνή: «Καλή τύχη να 'χεις, Αρχηγέ των Λύκων και καλή τύχη να 'χουν και τα ευγενικά παιδιά σου, πάντα να 'ναι τα δόντια τους γερά και κάτασπρα και είθε ποτέ να μην ξεχνούν τους πεινασμένους του κόσμου τούτου».
Ήταν το τσακάλι -ο Ταμπακί, ο Τσανακογλείφτης- και οι λύκοι της Ινδίας περιφρονούν τον Ταμπακί επειδή τρέχει εδώ κι εκεί σπέρνοντας ζιζάνια και κουτσομπολεύοντας και τρώει κουρέλια και κομμάτια από προβιές που πάει και βρίσκει στους σκουπιδότοπους του χωριού. Τον φοβούνται όμως κιόλας γιατί, πιο πολύ απ' όλους τους κατοίκους της Ζούγκλας, άμα τον πιάσει αυτόν η τρέλα του, δεν ξέρει τι κάνει• ξεχνάει ακόμα κι αυτούς που κάποτε μπορεί να φοβότανε και τρέχει μες στο δάσος δαγκώνοντας όποιον βρει μπροστά του. Ακόμα και ο Τίγρης τρέχει να κρυφτεί μόλις δει τον μικρόσωμο Ταμπακί σ' αυτή την κατάσταση, γιατί η τρέλα αυτή είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σ' ένα άγριο ζώο. Εμείς την ονομάζουμε υδροφοβία, αλλά στη ζούγκλα τη λένε «ντεγουανί» -που θα πει τρέλα- και, μόλις δούνε κανέναν έτσι τρελό, το βάζουν στα πόδια.
«Έμπα λοιπόν και κοίταξε» είπε ο Λύκος ψυχρά• «δεν έχουμε εδώ πέρα φαΐ.»
«Για ένα λύκο, όχι» είπε ο Ταμπακί, «αλλά για έναν φτωχούλη σαν κι εμένα και ένα σκέτο κόκαλο ακόμα είναι σπουδαίος μεζές. Νομίζεις ότι μπορούμε εμείς οι Τζίντουρ-λογκ [τα Τσακάλια] να διαλέγουμε κιόλας;» Και με τα λόγια αυτά όρμησε στο βάθος της σπηλιάς και βρήκε εκεί ένα κόκαλο από ελάφι με λίγο κρέας πάνω του που βάλθηκε να το τραγανίζει πανευτυχής.
…………………»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα