HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Ταξίδι στο κέντρο της γης ΙΙ

Topic #416 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 22 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #2336 • 30 Dec 2005, 14:14 UTC
Ταξίδι στο κέντρο της γης ΙΙ

«…………………………….

Όταν τελειώσαμε το φαγητό μας, ο θείος μου έβγαλε απ' την τσέπη του ένα σημειωματάριο, όπου κατέγραφε τις παρατηρήσεις του, πήρε με τη σειρά τα διάφορα όργανα του και σημείωσε τα ακόλουθα δεδομένα:
Δευτέρα 29η Ιουνίου (1)
Χρονόμετρο: 8 και 17 το πρωί
Βαρόμετρο: 29 πασκάλ, 7 λίμπρες
Θερμόμετρο: 6°
Κατεύθυνση: Α-ΝΑ
Αυτή η τελευταία παρατήρηση αφορούσε την ένδειξη της πυξίδας κι είχε να κάνει με τη σκοτεινή στοά.
—Τώρα, Άξελ, φώναξε ενθουσιασμένος ο καθηγητής, θα τρυπώσουμε στην πραγματικότητα στα έγκατα της Γης. Αυτή ακριβώς τη στιγμή αρχίζει λοιπόν το ταξίδι μας.
Και, λέγοντας αυτά, ο θείος μου πήρε στο ένα του χέρι τη συσκευή του Ρύμκορφ (2), που κρεμόταν γύρω απ' το λαιμό του• με το άλλο έφερε σε επαφή το ηλεκτρικό κύκλωμα με τον οφιοειδή σωλήνα της λάμπας, κι ένα φως αρκετά έντονο διέλυσε το σκότος της στοάς.
Ο Χανς μετέφερε τη δεύτερη συσκευή, που είχε τεθεί κι εκείνη σε λειτουργία. Αυτή η ιδιοφυής εφαρμογή του ηλεκτρισμού θα μας επέτρεπε να προχωρήσουμε για πολύ καιρό, δημιουργώντας γύρω μας τεχνητό φως ημέρας ακόμα και σε περιβάλλον όπου υπήρχαν τα πιο εύφλεκτα αέρια.
—Εμπρός! έκανε ο θείος μου.
Πήραμε ο καθένας το δέμα του. Ο Χανς ανέλαβε να σπρώχνει μπροστά το πακέτο με τα σκοινιά και τα ρούχα, και μ' εμένα τρίτο μπήκαμε στη στοά.
Τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να χωθώ σ' εκείνο το σκοτεινό πέρασμα, σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα για τελευταία φορά, μέσ' απ' αυτό τον πελώριο σωλήνα, τον ουρανό της Ισλανδίας, «που δε θα τον ξανάβλεπα ποτέ πια».
Στην τελευταία έκρηξη του ηφαιστείου, το 1229, η λάβα είχε ανοίξει ένα πέρασμα κατά μήκος αυτής της στοάς. Περιέβαλλε τα τοιχώματα του μ' ένα παχύ κι αστραφτερό επίχρισμα, αντανακλώντας το ηλεκτρικό φως και εκατονταπλασιάζοντας την ένταση του.
Όλη η δυσκολία της πορείας μας ήταν να μη γλιστρήσουμε πιο γρήγορα απ' ό,τι έπρεπε πάνω σε μια πλαγιά που παρουσίαζε κλίση περίπου σαράντα πέντε μοιρών. Ευτυχώς, κάποιες ρωγμές του εδάφους, κάποιες προεξοχές, μας χρησίμευαν για σκαλοπάτια, και δεν είχαμε παρά να τα κατέβουμε αφήνοντας τις αποσκευές μας, που τις είχαμε δεμένες μ' ένα μακρύ σκοινί, να γλιστρήσουν κι εκείνες.
Αυτό όμως που γινόταν σκαλοπάτι κάτω από τα πόδια μας σε άλλα σημεία των τοιχωμάτων μετατρεπόταν σε σταλακτίτη. Η λάβα, η οποία σε μερικά σημεία ήταν πορώδης, σχημάτιζε μικρές στρογγυλές φυσαλίδες: κρύσταλλοι από αδιαφανή χαλαζία, που τους στόλιζαν ολοκάθαρες σταγόνες γυαλιού και κρέμονταν από το θόλο σαν πολυέλαιοι, άναβαν —θαρρείς— στο πέρασμα μας. Θα 'λεγε κανείς ότι τα ξωτικά που κατοικούσαν σ' αυτό το βάραθρο φωταγωγούσαν το παλάτι τους για να υποδεχτούν τους επισκέπτες από τη γη. —Είναι υπέροχο! φώναξα άθελα μου. Τι ωραίο θέαμα, θείε μου! Κοιτάξτε τι όμορφες που είναι οι αποχρώσεις της λάβας, που ξεκινούν από το καφεκόκκινο και φτάνουν ως το έντονο κίτρινο αλλάζοντας ανεπαίσθητα από το ένα χρώμα στο άλλο! Αμ αυτοί οι κρύσταλλοι που φαντάζουν στα μάτια μας σαν φωτεινές λυχνίες;
—Α! Έρχεσαι στα λόγια μου, Άξελ, αποκρίθηκε ο θείος μου. Σου φαίνεται λοιπόν υπέροχο αυτό το θέαμα, αγόρι μου; Έχεις να δεις ακόμα πολλά, ελπίζω. Προχωράτε! Προχωράτε!
Θα 'ταν σωστότερο να πει «γλιστράτε», γιατί κατηφορίζαμε δίχως κόπο εκείνες τις επικλινείς πλαγιές. Ήταν η facilis descensus Ave
o του Βιργιλίου (3). Η πυξίδα, που τη συμβουλευόμουν συχνά, έδειχνε συνεχώς ότι βαδίζαμε σταθερά προς τα νοτιοανατολικά. Αυτή η εκροή λάβας δε λοξοδρομούσε ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τ' αριστερά. Είχε την ακαμψία μιας ευθείας γραμμής.
Ωστόσο, δεν υπήρχε αισθητή άνοδος της θερμοκρασίας. Το γεγονός αυτό δικαίωνε τη θεωρία του Ντέιβυ, και συμβουλεύτηκα πολλές φορές το θερμόμετρο κατάπληκτος. Δυο ώρες μετά την αναχώρηση μας, δεν έδειχνε παρά μόνο 10°, δηλαδή η άνοδος της θερμοκρασίας δεν ξεπερνούσε τους 4°. Αυτό με οδήγησε στη σκέψη ότι η κατάβαση μας ήταν μάλλον οριζόντια παρά κάθετη. Όσο για το αν μπορούσα να υπολογίσω το βάθος στο οποίο είχαμε φτάσει, ήταν το ευκολότερο των πραγμάτων. Ο καθηγητής μετρούσε με ακρίβεια τις γωνίες κλίσης και παρέκκλισης της πορείας μας, αλλά κρατούσε για τον εαυτό του τα πορίσματα των παρατηρήσεων του.
Το βράδυ, κατά τις οκτώ, μας έκανε σινιάλο να σταματήσουμε. Ο Χανς κάθισε αμέσως. Στερεώσαμε τις λάμπες σε μια προεξοχή της λάβας. Βρισκόμασταν σ' ένα είδος σπηλιάς, όπου δε μας έλειπε ο αέρας. Το αντίθετο μάλιστα.
…………………………………………..
Την επόμενη μέρα, Τρίτη 30 Ιουνίου, ξαναρχίσαμε την κατάβαση.
Ακολουθούσαμε πάντοτε τη στοά από λάβα -- μια πραγματική ράμπα που είχε κατασκευάσει η ίδια η φύση με μικρή κλίση, όπως σ' εκείνα τα κεκλιμένα επίπεδα που αντικαθιστούν ακόμα τις σκάλες σε κάτι παλιά σπίτια. Έτσι κύλησε η μέρα ως το μεσημέρι, στις δώδεκα και δεκαεπτά ακριβώς, σαν είδαμε τον Χανς να σταματάει και σπεύσαμε να τον προλάβουμε.
—Α! φώναξε ο θείος μου. Φτάσαμε στο τέλος της διόδου.
Κοίταξα τριγύρω μου. Βρισκόμασταν σ' ένα σταυροδρόμι όπου κατέληγαν δυο περάσματα, και τα δύο σκοτεινά και στενά. Ποιο θα 'πρεπε να πάρουμε; Σ' αυτό το σημείο αντιμετωπίζαμε κάποια δυσκολία.
Ωστόσο, ο θείος μου δεν ήθελε να φανεί διστακτικός ούτε απέναντι στον οδηγό ούτε απέναντι σ' εμένα. Έδειξε την ανατολική στοά, και σε λίγη ώρα χωθήκαμε κει μέσα και οι τρεις μας.
Άλλωστε, οποιαδήποτε συζήτηση όσον αφορά το δρόμο που έπρεπε ν' ακολουθήσουμε θα τραβούσε σε μάκρος, γιατί δεν υπήρχε καμιά ένδειξη αν θα 'πρεπε να πάρουμε τον ένα ή τον άλλο. Έπρεπε ν' αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη.
Η πλαγιά αυτής της νέας στοάς είχε πολλές ανωμαλίες και η μορφολογία της παρουσίαζε πολλές ανομοιότητες. Φορές φορές συναντούσαμε μια σειρά από θολωτά τόξα, που την έκαναν να μοιάζει με το κλίτος ενός γοτθικού καθεδρικού ναού. Οι καλλιτέχνες του Μεσαίωνα θα μπορούσαν να μελετήσουν εδώ όλες τις μορφές αυτού του θρησκευτικού αρχιτεκτονήματος, που έλκει την καταγωγή του από την αψίδα. Ένα μίλι πιο κάτω, πάλι, αναγκαστήκαμε να σκύψουμε τα κεφάλια μας για να περάσουμε μέσα από χαμηλοτάβανες καμάρες που θύμιζαν ρωμαϊκή τεχνοτροπία, ενώ χοντρές κολόνες, που αποτελούσαν κομμάτι του βράχου, υποβάσταζαν από τα πλάγια τις αψίδες αυτού του θόλου. Σε μερικά σημεία, αυτή η διάταξη έδινε τη θέση της σε χαμηλές κατασκευές που έμοιαζαν με φωλιές καστόρων και όπου έπρεπε να συρθούμε, για να μπορέσουμε να γλιστρήσουμε μέσα σ' αυτούς τους στενούς σωλήνες.
Η θερμοκρασία παρέμενε σε ανεκτά όρια. Δίχως να το θέλω, συλλογιζόμουν σε τι επίπεδα θα έφτανε την εποχή που, μέσ' απ' αυτό το πέρασμα, που τώρα ήταν τόσο ήσυχο, κυλούσαν ορμητικά οι λάβες του Σνέφελς. Φανταζόμουν τους χείμαρρους της φωτιάς να σκάνε με ορμή στις γωνιές αυτής της στοάς και τη συγκέντρωση των ατμών σε υψηλή θερμοκρασία μέσα σ' αυτό το μικρό χώρο!
«Ας ελπίσουμε ότι δε θα το ξαναπιάσει κανένας όψιμος οίστρος αυτό το αρχαίο ηφαίστειο» σκεφτόμουν.
Αυτές τις σκέψεις δεν τις κουβέντιαζα ποτέ με το θείο μου τον Λίντενμπροκ• θα ήταν αδύνατο να τις καταλάβει. Η μόνη του έγνοια ήταν να προχωρήσουμε ολοταχώς. Περπατούσε, γλιστρούσε, έφτανε στο σημείο ακόμα και να κατρακυλάει, μ' ένα πείσμα που, αν μη τι άλλο, ήταν άξιο θαυμασμού.
Στις έξι το απόγευμα, μετά από μια μάλλον ξεκούραστη πορεία, είχαμε προχωρήσει δυο λεύγες προς τα δυτικά, αλλά μόλις μισό μίλι σε βάθος.
Ο θείος μου μας έκανε σινιάλο να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε. Φάγαμε χωρίς πολλές συζητήσεις και αποκοιμηθήκαμε χωρίς να βασανίζουμε το μυαλό μας με σκέψεις.
Οι ετοιμασίες μας για τη νύχτα ήταν πολύ απλές: τυλιγόμασταν μέσα σε μια ταξιδιωτική κουβέρτα, κι αυτά ήταν όλα κι όλα τα στρωσίδια μας. Δεν είχαμε να φοβηθούμε ούτε το κρύο ούτε τους απρόσμενους επισκέπτες. Οι ταξιδιώτες που περιπλανιούνται στη μέση κάποιας ερήμου της Αφρικής ή στα βάθη των δασών του Νέου Κόσμου είναι αναγκασμένοι να φυλάνε σκοπιές με τη σειρά την ώρα του ύπνου. Εδώ όμως η μοναξιά ήταν απέραντη κι η ασφάλεια απόλυτη. Δεν είχαμε να φοβηθούμε ούτε τους ιθαγενείς ούτε τα άγρια θηρία ούτε και τίποτ' άλλο που θα μπορούσε να μας κάνει κακό.
Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε φρέσκοι και ξεκούραστοι. Ξαναρχίσαμε να προχωράμε. Ακολουθούσαμε, όπως και την προηγουμένη, το δρόμο της λάβας. Ήταν αδύνατο ν' αναγνωρίσουμε την υφή του εδάφους μέσα απ' το οποίο περνούσε. Η σήραγγα, αντί να χώνεται βαθύτερα στα έγκατα της Γης, γινόταν μάλλον ευθεία. Κάποια στιγμή πίστεψα μάλιστα ότι μας οδηγούσε πίσω στην επιφάνεια. Κατά τις δέκα το πρωί, αυτή η αίσθηση ήταν τόσο έντονη και ο δρόμος τόσο κουραστικός, που αναγκάστηκα να καθυστερήσω λιγάκι την πορεία μας.
—Ε λοιπόν, Άξελ; είπε ανυπόμονος ο καθηγητής.
—Ε λοιπόν, δεν μπορώ άλλο, αποκρίθηκα.
—Πώς; Μετά από έναν απλό περίπατο τριών ωρών σε τόσο εύκολο δρόμο;
—Εύκολος, δε λέω, αλλά σίγουρα πολύ κουραστικός.
—Τι; Μα το μόνο που έχουμε να κάνουμε εδώ είναι να κατηφορίσουμε!

—Δε θέλω να σας κακοκαρδίσω, αλλά ανηφορίζουμε!
—Ανηφορίζουμε; έκανε ο θείος μου ανασηκώνοντας τους ώμους.
—Το δίχως άλλο! Εδώ και μισή ώρα, η κλίση του εδάφους έχει αλλάξει αισθητά, κι αν συνεχίσουμε να την ακολουθούμε μ' αυτό τον τρόπο, είναι βέβαιο ότι θα ξαναγυρίσουμε στο έδαφος της Ισλανδίας.
Ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του με ύφος ανθρώπου που δεν ήθελε να πειστεί. Προσπάθησα ν' ανοίξω και πάλι συζήτηση. Δε μου αποκρίθηκε και έδωσε το σινιάλο της αναχώρησης. Κατάλαβα ότι πίσω απ' τη σιωπή του έκρυβε την κακή του διάθεση.
Παρ' όλα αυτά, ξαναβρήκα το κουράγιο να σηκώσω πάλι τον μπόγο μου και ακολούθησα γρήγορα τον Χανς, που πήγαινε μπροστά απ' το θείο μου. Προσπαθούσα να μη μένω πίσω. Η πρωταρχική μου έγνοια ήταν να μη χάνω τους συντρόφους μου απ' τα μάτια μου. Έτρεμα στη σκέψη ότι θα μπορούσα να χαθώ μες στα βάθη αυτού του λαβύρινθου.
Άλλωστε, παρ' όλο που ο δρόμος γινόταν ανηφορικός, και επομένως πιο κουραστικός, έβρισκα παρηγοριά στη σκέψη ότι με έφερνε ολοένα και πιο κοντά στην επιφάνεια της Γης. Ήταν μια ελπίδα. Κάθε μου βήμα την ενίσχυε ακόμα περισσότερο, κι ένιωθα απέραντη χαρά στην ιδέα ότι θα ξανάβλεπα τη μικρή μου Γκράουμπεν.

………………………»

Σημειώσεις

1. Και όχι 1η Ιουλίου που αναφέρει εσφαλμένα το γαλλικό κείμενο. (Σημείωση του Εκδότη)

2. «Ruhmkorff’s apparatus» - Ο Γερμανός μηχανικός το 19ου αιώνα Heinrich Daniel Ruhmkorff ανακάλυψε το «πηνίο Ruhmkorff», μία διάταξη που μπορούσε να αποδίδει ρεύμα υψηλής τάσης και «εφαρμόσθηκε» από τον Ιούλιο Βερν ως πηγή φωτός των ηρώων των μυθιστορημάτων του εκτός από «Το ταξίδι στο κέντρο της γης» και για τους δύτες του Ναυτίλου στις «20.000 λεύγες υπό τη θάλασσα» και τους αστροναύτες του «Από τη γη στη σελήνη». Για περισσότερες πληροφορίες η έρευνα στο Inte
et αποδίδει πληθώρα πηγών. (Σημείωση Χ. Δ. Τσατσαρώνη)

3. «Η εύκολη κάθοδος στην Άορνο (= στον Άδη)», στα λατινικά (Αινειάδα, VI 126). Η ιταλική λίμνη Άορνος (σημ. Αβέρνο), κοντά στη Νάπολη, θεωρούνταν στην αρχαιότητα πύλη του Κάτω Κόσμου. Στις όχθες της είχε το άντρο της η περίφημη για τους χρησμούς της Σίβυλλα, που καταγόταν από την Κύμη, την αρχαιότερη ελληνική πόλη της Κάτω Ιταλίας. (Σημείωση του Εκδότη και του Μεταφραστή)

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →