HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Στα σκοτάδια της Μόρια

Topic #415 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 21 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #2335 • 30 Dec 2005, 13:16 UTC
Στα σκοτάδια της Μόρια

Σχόλιο: Κατά κανόνα οι σπηλαιολόγοι ενδιαφέρονται και για τα άλλα «έγκοιλα φαινόμενα» όπως ορυχεία, γαλαρίες, στοές, κατακόμβες κ.λ.π., γι αυτό και δημοσιεύεται το συγκεκριμένο κείμενο.

Πηγή: «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Βιβλίο Πρώτο: Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού», Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, 1892 – 1973, J. R. R. Tolkien, “The Fellowship of the Rings”, first part of “The Lord of the Rings” έκδοση George Allen and Unwin, Λονδίνο 1983, σε μετάφραση Ευγενίας Χατζηθανάση – Κόλλια από τις εκδόσεις «Κέδρος Α.Ε.», www.kedros.gr, ISBN 960-04-0366-Χ

«………………….
Προχώρησε μπροστά και έβαλε το πόδι του στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι. Αλλά εκείνη τη στιγμή έγιναν πολλά πράγματα. Ο Φρόντο ένιωσε κάτι να τον αρπάζει απ' τον αστράγαλο και έπεσε βγάζοντας μια φωνή. Ο Μπιλ το πόνι χρεμέτισε αγριεμένο απ' το φόβο και γυρίζοντας το έβαλε στα πόδια, ακολουθώντας την όχθη της λίμνης, και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Σαμ τινάχτηκε να τον ακολουθήσει και έπειτα, ακούγοντας τη φωνή του Φρόντο, γύρισε πίσω κλαίγοντας και βρίζοντας. Οι υπόλοιποι γύρισαν και είδαν τα νερά της λίμνης να χοχλάζουν, λες κι ένα κοπάδι φίδια έρχονταν κολυμπώντας απ' τη νότια άκρη.
Μέσα απ' το νερό είχε βγει έρποντας ένα μακρύ κυματιστό πλοκάμι• ήταν πράσινο ανοιχτό, υγρό και φωσφόριζε. Η άκρη του, που έμοιαζε με δάχτυλα, είχε αρπάξει το πόδι του Φρόντο και τον έσερνε κατά το νερό. Ο Σαμ έπεσε στα γόνατα και το κομμάτιασε μ' ένα μαχαίρι.
Το χέρι-πλοκάμι άφησε τον Φρόντο και ο Σαμ τον τράβηξε φωνάζοντας βοήθεια. Είκοσι άλλα χέρια βγήκαν έξω κυματιστά. Το σκοτεινό νερό έβραζε και μια απαίσια μυρωδιά απλωνόταν παντού.
- Στην πόρτα! Στις σκάλες! Γρήγορα! φώναξε ο Γκάνταλφ κάνοντας ένα πήδημα προς τα πίσω.
Ξυπνώντας τους απ' τον τρόμο, που λες και τους είχε όλους, εκτός απ' τον Σαμ, κάνει να ριζώσουν εκεί όπου στέκονταν, τους έμπασε μέσα.
Μόλις που πρόλαβαν. Ο Σαμ και ο Φρόντο είχαν ανεβεί μερικά σκαλοπάτια και ο Γκάνταλφ μόλις είχε αρχίσει ν' ανεβαίνει, όταν τα ψαχουλευτά πλοκάμια διέσχισαν τη στενή όχθη και άρχισαν να ψηλαφούν το βράχο-τοίχο και τις πόρτες. Ένα πέρασε έρποντας το κατώφλι, γυαλίζοντας υγρό στο φως των αστεριών. Ο Γκάνταλφ στράφηκε και σταμάτησε. Αν σκεφτόταν ποια λέξη θα 'κλεινε την πόρτα από μέσα, δεν υπήρχε πια ανάγκη. Πολλά ελικοειδή χέρια άρπαξαν τα φύλλα της πόρτας και απ' τις δυο μεριές και με δύναμη φοβερή τα γύρισαν. Έκλεισαν με πάταγο και όλο το φως χάθηκε. Φασαρία, λες και κάτι σκιζόταν και κομματιαζόταν, περνούσε πνιχτά μέσα απ' τη βαριά πέτρα.
Ο Σαμ, που κρατούσε σφιχτά το χέρι του Φρόντο, έπεσε πάνω σ' ένα σκαλί μες στο μαύρο σκοτάδι.
- Καημένε μου Μπιλ, είπε με πνιγμένη φωνή. Καημενούλη μου Μπιλ! Λύκοι και φίδια! Αλλά τα φίδια δεν μπόρεσε να τ' αντέξει. Έπρεπε να διαλέξω, κύριε Φρόντο. Έπρεπε να 'ρθω μαζί σου.
Άκουσαν τον Γκάνταλφ να ξανακατεβαίνει τα σκαλοπάτια και να σπρώχνει με το ραβδί του τις πόρτες. Η πέτρα σείστηκε και τα σκαλιά τρεμούλιασαν, οι πόρτες όμως δεν άνοιξαν.
- Μωρέ, μπράβο! είπε ο μάγος. Το πέρασμα έκλεισε τώρα πίσω μας και υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να βγούμε έξω, στην άλλη πλευρά των βουνών. Από τους ήχους που ακούσαμε, φοβάμαι πως πολλά βράχια έπεσαν και τα δέντρα ξεριζώθηκαν και σωριάστηκαν πάνω στην πόρτα. Λυπάμαι, γιατί τα δέντρα ήταν όμορφα και υπήρχαν εκεί πολλά χρόνια.
- Ένιωσα πως κάτι φοβερό βρισκόταν κοντά, απ' τη στιγμή που για πρώτη φορά το πόδι μου άγγιξε το νερό, είπε ο Φρόντο. Τι ήταν αυτό το πλάσμα ή ήταν πολλά;
- Δεν ξέρω, απάντησε ο Γκάνταλφ, αλλά όλα τα χέρια οδηγούνταν από έναν σκοπό. Κάτι βγήκε έρποντας κρυφά ή το ανάγκασαν να βγει απ' τα μαύρα νερά στα έγκατα των βουνών. Υπάρχουν πιο αρχαία και πιο απαίσια όντα απ' τους Ορκ στα βάθη του κόσμου.
Δεν είπε φωναχτά όμως τη σκέψη του, πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που ζούσε στη λίμνη είχε αρπάξει τον Φρόντο πρώτον απ' όλη τη Συντροφιά.
Ο Μπόρομιρ άρχισε να μουρμουρίζει μοναχός του, αλλά η αντήχηση των βράχων έκανε τη φωνή του σαν έναν βραχνό ψίθυρο, που μπορούσαν όλοι ν' ακούσουν:
- Στα βάθη του κόσμου! Και να που για κει τραβάμε παρά τη θέληση μου. Ποιος θα μας οδηγήσει τώρα σ' αυτό το μαύρο σκοτάδι;
- Εγώ, είπε ο Γκάνταλφ, και ο Γκίμλι θα έρχεται στο πλευρό μου. Ακολουθήστε το ραβδί μου!
Όπως ο μάγος προχώρησε μπροστά και άρχισε ν' ανεβαίνει τα σκαλιά, σήκωσε το ραβδί του ψηλά και από την άκρη του βγήκε μια αμυδρή φεγγοβολιά. Η πλατιά σκάλα ήταν γερή και σε πολύ καλή κατάσταση. Μέτρησαν διακόσια σκαλοπάτια, φαρδιά και χαμηλά• στην κορφή βρέθηκαν σ' έναν τοξοειδή διάδρομο με επίπεδο πάτωμα που οδηγούσε στο σκοτάδι.
- Ας καθίσουμε να ξεκουραστούμε και να φάμε κάτι στο πλατύσκάλο εδώ, μια και δεν μπορούμε να βρούμε τραπεζαρία! είπε ο Φρόντο.
Είχε αρχίσει να ξεπερνά τον τρόμο του χεριού που τον άρπαξε και ένιωσε ξαφνικά να πεθαίνει της πείνας.
Όλοι καλοδέχτηκαν την πρόταση και κάθισαν στα πάνω σκαλιά, ακαθόριστες μορφές στη σκοτεινιά. Αφού έφαγαν, ο Γκάνταλφ έδωσε στον καθένα τους μια τρίτη γουλιά απ' το μίρουβορ του Σκιστού Λαγκαδιού.
- Δε θα μας κρατήσει πολύ ακόμα, φοβάμαι, είπε, αλλά νομίζω πως μας χρειάζεται ύστερα απ' το καρδιοχτύπι στην πόρτα. Και, εκτός κι αν έχουμε μεγάλη τύχη, θα το χρειαστούμε όλο πριν δούμε την απέναντι μεριά! Να κάνετε οικονομία και στο νερό! Υπάρχουν πολλά ποτάμια και πηγάδια στα ορυχεία, αλλά δεν πρέπει να τ' αγγίξουμε. Μπορεί να μη βρεθεί άλλη ευκαιρία να γεμίσουμε τα ασκιά και τα παγούρια μας μέχρι να κατεβούμε στη Σκιοχείμαρρη Κοιλάδα.
- Και πόσον καιρό θα μας πάρει; είπε ο Φρόντο.
- Δεν μπορώ να πω, απάντησε ο Γκάνταλφ. Εξαρτάται από πολλά. Αλλά, αν πάμε κατευθείαν, δίχως ατυχήματα και δίχως να χάσουμε το δρόμο μας, θα μας πάρει κάπου τρεις ή τέσσερις πορείες,φαντάζομαι. Δεν μπορεί να είναι λιγότερο από σαράντα μίλια απ'τη Δυτική-πόρτα ως την Ανατολική-πύλη σε ίσια γραμμή• και ο δρόμος μπορεί να έχει πολλές στροφές.
Αφού ξεκουράστηκαν λιγάκι, πήραν το δρόμο πάλι. Όλοι βιάζονταν να τελειώσουν το ταξίδι όσο πιο γρήγορα γινόταν και ήταν πρόθυμοι, μολονότι ένιωθαν κουρασμένοι, να περπατήσουν αρκετές ώρες ακόμα. Ο Γκάνταλφ, όπως και πριν, πήγαινε μπροστά. Με το αριστερό του χέρι κρατούσε ψηλά το λαμπερό ραβδί του, που το φως του μόλις και φώτιζε το έδαφος μπροστά στα πόδια του• στο δεξί κρατούσε το σπαθί του, τον Γκλάμντρινγκ. Πίσω του ερχόταν ο Γκίμλι. Τα μάτια του γυάλιζαν στο αμυδρό φως όπως γύριζε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά. Πίσω απ' τον Νάνο βάδιζε ο Φρόντο, που είχε τραβηγμένο το κοντό σπαθί του, το Κεντρί. Κανένα φως δεν έβγαινε απ' τις λάμες του Κεντριού ή του Γκλάμντρινγκ• κι αυτό ήταν μια παρηγοριά. Γιατί, επειδή ήταν έργα Ξωτικοσιδεράδων απ' τις Παλιές Μέρες, αυτά τα σπαθιά έλαμπαν μ' ένα παγωμένο φως όταν βρίσκονταν κοντά Ορκ. Πίσω απ' τον Φρόντο πήγαινε ο Σαμ και ύστερα ο Λέγκολας, οι νεότεροι Χόμπιτ και ο Μπόρομιρ. Τελευταίος στο σκοτάδι, σκυθρωπός κι αμίλητος, βάδιζε ο Άραγκορν.
Ο διάδρομος είχε μερικές στροφές και έπειτα άρχισε να κατεβαίνει. Κατηφόριζε σταθερά για πολύ πριν να γίνει πάλι ίσιος. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και πνιγηρή, δεν ήταν όμως βρώμικη και, πότε πότε, ένιωθαν ρεύματα πιο δροσερού αέρα στο πρόσωπο τους, ο οποίος ερχόταν από ανοίγματα στους τοίχους που δύσκολα τα εντόπιζες. Τέτοια υπήρχαν πολλά. Στο φως από τη χλομή αχτίδα που έβγαζε το ραβδί του μάγου, το μάτι του Φρόντο έπιανε σκάλες και καμάρες κι άλλους διαδρόμους και τούνελ, που ανηφόριζαν ή κατηφόριζαν απότομα ή ανοίγονταν αδειανά και μαύρα κι απ' τις δυο πλευρές. Ήταν πολύ μπερδεμένα, δίχως καμιά ελπίδα να τα κρατήσεις στη μνήμη σου.
Ο Γκίμλι πολύ λίγο βοηθούσε τον Γκάνταλφ, αν εξαιρέσουμε το αλύγιστο του θάρρος. Τουλάχιστον αυτόν δεν τον πείραζε, όπως τους περισσότερους απ' τους υπόλοιπους, το σκοτάδι αυτό καθαυτό. Συχνά ο μάγος τον συμβουλευόταν σε σημεία που η επιλογή του δρόμου ήταν αμφίβολη• αλλά πάντα ο Γκάνταλφ είχε την τελευταία λέξη. Τα ορυχεία της Μόρια ήταν αχανή και περίπλοκα πέρα απ' τη φαντασία του Γκίμλι, γιου του Γκλόιν, αν και ήταν Νάνος της βουνίσιας φυλής. Στον Γκάνταλφ οι μακρινές αναμνήσεις από το παλιό του ταξίδι ήταν ελάχιστη βοήθεια, αλλά ακόμα και στη σκοτεινιά και παρ' όλες τις στροφές του δρόμου, ήξερε πού ήθελε να πάει και δε δίσταζε, όσο τουλάχιστον υπήρχε κάποιο μονοπάτι που να οδηγούσε προς το σκοπό του.
- Μη φοβάστε! είπε ο Άραγκορν. Είχαν σταματήσει περισσότερο απ' ό,τι συνήθως και ο Γκάνταλφ με τον Γκίμλι μουρμούριζαν μαζί• οι άλλοι είχαν μαζευτεί πίσω τους, περιμένοντας με ανησυχία.
- Μη φοβάστε! Έχω κάνει πολλά ταξίδια μαζί του, αν και όχι τόσο σκοτεινά όσο αυτό• και λένε ιστορίες στο Σκιστό Λαγκάδι για μεγαλύτερα κατορθώματα του απ' όσα έχω δει. Δε θα χάσει το δρόμο• αν υπάρχει μονοπάτι θα το βρει. Μας οδήγησε εδώ μέσα παρά τους φόβους μας, αλλά θα μας οδηγήσει έξω πάλι, ό,τι κι αν του στοιχίσει προσωπικά. Είναι πιο σίγουρος πως θα βρει το δρόμο για το σπίτι σε μια νύχτα πίσσα σκοτάδι παρά οι γάτες της βασίλισσας Μπερούθιελ. Ήταν τυχερή η Συντροφιά που είχε τέτοιον οδηγό. Δεν είχαν καύσιμες ύλες ούτε τα μέσα ν' ανάψουν δαυλούς- στην απελπισμένη τους τρεχάλα για τις πόρτες, είχαν αφήσει πολλά πράγματα. Αλλά δίχως καθόλου φως γρήγορα θα τα έβρισκαν σκούρα. Δεν υπήρχαν μόνο πολλοί δρόμοι για να διαλέξουν, αλλά και σε πολλά μέρη είχε τρύπες και παγίδες και σκοτεινά πηγάδια δίπλα στο μονοπάτι, σχισμές που αντηχούσαν καθώς περνούσαν. Είχε σκισίματα και ανοίγματα στους τοίχους και στο χώμα και πότε πότε ρωγμές παρουσιάζονταν μπροστά στα πόδια τους. Η μεγαλύτερη ήταν περισσότερο από εφτά πόδια πλάτος και πέρασε αρκετή ώρα ώσπου ο Πίπιν να βρει το θάρρος για να πηδήσει πάνω απ' το φοβερό χάσμα. Από βαθιά κάτω ερχόταν η βουή από ταραγμένα νερά, λες και κάποιος τροχός μύλου να δούλευε στα βάθη.
- Σκοινί! μουρμούρισε ο Σαμ. Το 'ξερα εγώ πως θα το χρειαζόμουν, αν δεν το 'χα! Κι όπως αυτοί οι κίνδυνοι γίνονταν ολοένα και συχνότεροι, η πορεία τους γινόταν πιο αργή. Τους φαινόταν κιόλας πως περπατούσαν ασταμάτητα στα έγκατα του βουνού. Και μόλο που ήταν ψόφιοι στην κούραση, δεν τους ανακούφιζε η σκέψη να σταματήσουν κάπου. Τα κέφια του Φρόντο είχαν φτιάξει για λίγο ύστερα απ' τη σωτηρία του, το φαγητό και τη γουλιά από το ποτό• αλλά μια βαθιά ανησυχία, που γινόταν φόβος, τον κυρίεψε πάλι. Μόλο που τον είχαν θεραπεύσει στο Σκιστό Λαγκάδι από τη μαχαιριά, η φοβερή εκείνη πληγή δεν είχε θεραπευτεί δίχως ν' αφήσει τα σημάδια της. Οι αισθήσεις του είχαν γίνει οξύτερες και αντιλαμβανόταν πράγματα που δεν μπορούσαν να τα δουν οι άλλοι. Ένα σημάδι της αλλαγής που γρήγορα πρόσεξε ήταν πως μπορούσε να δει περισσότερο στο σκοτάδι απ' ό,τι οι άλλοι του σύντροφοι, εκτός ίσως από τον Γκάνταλφ. Κι οπωσδήποτε ήταν ο Δαχτυλιδοκουβαλητής. Το Δαχτυλίδι κρεμόταν απ' την αλυσίδα πάνω στο στήθος του και μερικές φορές έμοιαζε με βαρύ φορτίο. Ένιωθε με βεβαιότητα την παρουσία κακού μπροστά και κακού πίσω να τους ακολουθεί• αλλά δεν έλεγε τίποτα. Χούφτιασε σφιχτότερα τη λαβή του σπαθιού του και συνέχισε πεισματάρικα να προχωρεί.
Η Συντροφιά πίσω του σπάνια μιλούσε και τότε μόνο με βιαστικά ψιθυρίσματα. Δεν ακουγόταν άλλος θόρυβος εκτός απ' τα πόδια τους• ο σκληρός χτύπος από τις μπότες του Γκίμλι• το βαρύ πάτημα του Μπόρομιρ• τ' ανάλαφρα βήματα του Λέγκολας• το μαλακό, που μόλις ακουγόταν, γοργοπερπάτημα των χομπιτοποδιών και στο τέλος, αργά και σταθερά, τα βήματα του Άραγκορν, με τις μεγάλες δρασκελιές. Σαν σταματούσαν για μια στιγμή, δεν άκουγαν απολύτως τίποτα, εκτός, πότε πότε, από την ανεπαίσθητη ροή ή το στάξιμο κάποιου αόρατου νερού. Όμως ο Φρόντο άρχισε ν' ακούει, ή να φαντάζεται πως ακούει, κάτι άλλο: το περπάτημα μαλακών γυμνών ποδιών. Δεν ήταν ποτέ ούτε αρκετά δυνατό ούτε αρκετά κοντά για να είναι σίγουρος πως το άκουσε• αλλά από τότε που είχε αρχίσει, ποτέ δε σταματούσε όσο η Συντροφιά προχωρούσε. Αλλά δεν ήταν αντίλαλος, γιατί μόλις σταματούσαν, αυτό προχωρούσε λίγο και έμενε έπειτα ακίνητο.
Η νύχτα είχε πέσει όταν μπήκαν στα ορυχεία. Και προχωρούσαν αρκετές ώρες με σύντομες μόνο διακοπές, όταν ο Γκάνταλφ συνάντησε την πρώτη σοβαρή του δυσκολία. Μπροστά του βρισκόταν ένα φαρδύ σκοτεινό άνοιγμα που διακλαδιζόταν σε τρεις διαδρόμους. Όλοι οδηγούσαν στην ίδια γενικά κατεύθυνση: ανατολικά• αλλά ο αριστερός διάδρομος κατηφόριζε, ενώ ο δεξιός ανηφόριζε και ο μεσαίος φαινόταν να συνεχίζει ομαλός και ίσιος αλλά πολύ στενός.
- Δε θυμάμαι τούτο το μέρος καθόλου! είπε ο Γκάνταλφ καθώς στεκόταν αβέβαια κάτω απ' την καμάρα. Σήκωσε ψηλά το ραβδί του με την ελπίδα μήπως έβρισκε τίποτα σημάδια ή καμιά επιγραφή που θα μπορούσε να τον βοηθήσει στην απόφαση του: τίποτα τέτοιο όμως δε φαινόταν.
- Είμαι πολύ κουρασμένος για ν' αποφασίσω, είπε κουνώντας το κεφάλι του. Και φαντάζομαι πως όλοι σας είστε κουρασμένοι όσο εγώ ή και περισσότερο. Καλά θα κάνουμε να σταματήσουμε εδώ για όση νύχτα μένει ακόμα. Ξέρετε τι θέλω να πω! Εδώ είναι συνέχεια σκοτεινά• αλλά έξω το αργοπορημένο φεγγάρι πηγαίνει στη δύση του και η μισή νύχτα έχει περάσει.
- Καημένε μου Μπιλ! είπε ο Σαμ. Πού να βρίσκεται άραγε; Μακάρι εκείνοι οι λύκοι να μην τον έχουν βρει ακόμα. Στ' αριστερά της μεγάλης καμάρας βρήκαν μια πέτρινη πόρτα: ήταν μισοκλεισμένη, αλλά άνοιξε εύκολα μ' ένα απαλό σπρώξιμο. Πίσω της φάνηκε να υπάρχει ένας μεγάλος θάλαμος σκαμμένος στην πέτρα.
- Ήσυχα! Ήσυχα! φώναξε ο Γκάνταλφ καθώς ο Μερί και ο Πίπιν την έσπρωξαν, χαρούμενοι που βρήκαν ένα μέρος όπου μπορούσαν να ξεκουραστούν τουλάχιστον, νιώθοντας πιο ασφαλείς απ' ό,τι στον ανοιχτό διάδρομο.
- Ήσυχα! Δεν ξέρετε ακόμα τι είναι εκεί μέσα. Εγώ θα πάω πρώτος. Μπήκε μέσα προσεκτικά και οι άλλοι έκαναν σειρά πίσω του.
- Ορίστε! είπε δείχνοντας με το ραβδί του στο κέντρο του πατώματος.
Μπροστά στα πόδια του είδαν μια μεγάλη στρογγυλή τρύπα σαν το στόμιο πηγαδιού. Σπασμένες και σκουριασμένες αλυσίδες βρίσκονταν στην άκρη και κρέμονταν κάτω στο μαύρο λάκκο. Πλάι υπήρχαν κομμάτια από σπασμένες πέτρες.
- Κάποιος από σας θα μπορούσε να είχε πέσει και θα αναρωτιόταν ακόμα πότε θα έφτανε στον πάτο, είπε ο Άραγκορν στον Μερί. Όσο έχετε οδηγό, να τον αφήνετε να πηγαίνει αυτός πρώτος.
- Αυτό φαίνεται πως ήταν θάλαμος για τους φύλακες, φτιαγμένος για να παρακολουθούν τα τρία περάσματα, είπε ο Γκίμλι. Τούτη η τρύπα ήταν ολοφάνερα πηγάδι για τους φύλακες, σκεπασμένο με πέτρινο καπάκι. Το καπάκι όμως είναι σπασμένο και πρέπει να 'χουμε το νου μας στο σκοτάδι.Ο Πίπιν ένιωσε να τον τραβάει παράξενα το πηγάδι. Την ώρα που οι άλλοι ξετύλιγαν κουβέρτες και έστρωναν κρεβάτια κοντά στους τοίχους του θαλάμου, όσο το δυνατόν πιο μακριά απ' την τρύπα στο πάτωμα, αυτός πήγε στην άκρη και κοίταξε κάτω. Ένας κρύος αέρας του φάνηκε να τον χτυπά στο πρόσωπο, που ανέβαινε από αόρατα βάθη. Σπρωγμένος από μια ξαφνική επιθυμία, ψαχούλεψε στα τυφλά για μια πέτρα και την άφησε να πέσει. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει πολλές φορές πριν ακούσει κάποιον θόρυβο. Έπειτα, κάτω βαθιά, λες και η πέτρα είχε πέσει σε βαθιά νερά, σε κάποια υπόγεια σπηλιά, ακούστηκε ένα πλανκ πολύ μακρινό, που αντιλάλησε δυνατά στο βαθύ πηγάδι.
- Τι ήταν αυτό; φώναξε ο Γκάνταλφ. Ανακουφίστηκε μόλις ο Πίπιν ομολόγησε τι είχε κάνει• αλλά είχε θυμώσει και ο Πίπιν μπορούσε να δει τα μάτια του ν' αστράφτουν.
- Ανόητε Τουκ! γρύλισε. Τούτο το ταξίδι είναι σοβαρό, δεν είναι χομπιτο-περίπατος. Πέσε μέσα την άλλη φορά και τότε δε θα μας είσαι πια μπελάς. Τώρα κάτσε ήσυχος! Τίποτ' άλλο δεν ακούστηκε για αρκετά λεπτά- ύστερα όμως, μέσα από τα βάθη, ακούστηκαν αμυδρά χτυπήματα: τομ-ταπ, ταπ-τομ. Σταμάτησαν και, όταν ο αντίλαλος έσβησε, ξανακούστηκαν: ταπ-τομ, τομ-ταπ, ταπ-ταπ, τομ. Ακούγονταν ανησυχητικά, σαν κάποιου είδους σήματα• αλλά έπειτα από λίγο τα χτυπήματα έσβησαν και δεν ακούστηκαν ξανά.
- Να μη με λένε Γκίμλι, αν δεν ήταν αυτός χτύπος από σφυρί, είπε ο Νάνος.
- Ναι, είπε ο Γκάνταλφ, και δε μ' αρέσει. Μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με την ανόητη πέτρα του Πέρεγκριν, αλλά το πιο πιθανό είναι πως κάτι ενοχλήθηκε, που θα ήταν καλύτερα να το αφήναμε ήσυχο. Σας παρακαλώ, μην κάνετε κάτι τέτοιο ξανά! Ας ελπίσουμε πως θα ξεκουραστούμε λιγάκι δίχως άλλες φασαρίες. Εσύ, Πίπιν, θα κάνεις την πρώτη σκοπιά για τιμωρία, είπε αγριεμένα καθώς τυλιγόταν σε μια κουβέρτα.
Ο Πίπιν κάθισε καταστενοχωρημένος στην πόρτα, μες στο μαύρο σκοτάδι, αλλά συνεχώς γύριζε προς τα πίσω με το φόβο μήπως κάποιο άγνωστο πράγμα έβγαινε έξω απ' το πηγάδι. Ευχόταν να μπορούσε να σκεπάσει την τρύπα, ας ήταν και με μια κουβέρτα, αλλά δεν τολμούσε να κουνηθεί ή να πλησιάσει, παρ' όλο που ο Γκάνταλφ φαινόταν πως κοιμόταν.
Στην πραγματικότητα ο Γκάνταλφ ήταν ξύπνιος, αν και ούτε μιλούσε ούτε σάλευε. Ήταν βυθισμένος σε σκέψεις, προσπαθώντας να θυμηθεί τα πάντα από το προηγούμενο του ταξίδι στα ορυχεία και μ' ανησυχία αναμετρούσε το επόμενο βήμα που έπρεπε να κάνει• ένα λάθος πλέον θα μπορούσε να τους καταστρέψει. Ύστερα από μία ώρα σηκώθηκε και πλησίασε τον Πίπιν.
- Πήγαινε σε μια γωνιά και κοιμήσου, νεαρέ μου, του είπε με τόνο καλοσυνάτο. Φαντάζομαι ότι θα θέλεις να κοιμηθείς. Εγώ δεν μπορώ να κλείσω μάτι, επομένως ας καθίσω σκοπιά. Ξέρω τι μου φταίει, μουρμούρισε εκεί που κάθισε πλάι στην πόρτα. Μου χρειάζεται να καπνίσω. Έχω να βάλω πίπα στο στόμα μου απ' το πρωί πριν από τη χιονοθύελλα.
Το τελευταίο πράγμα που είδε ο Πίπιν, την ώρα που τον έπαιρνε ο ύπνος, ήταν τον γερο-μάγο μαζεμένο στο πάτωμα, να σκεπάζει ένα αναμμένο ξυλάκι με τα ροζιασμένα του χέρια ανάμεσα στα γόνατα του. Το τρεμουλιαστό φως για μια στιγμή φώτισε την πεταχτή του μύτη και το συννεφάκι του καπνού.
Ο Γκάνταλφ τους ξύπνησε όλους τελικά. Είχε φυλάξει σκοπός εντελώς μονάχος περίπου για έξι ώρες και είχε αφήσει τους άλλους να ξεκουραστούν.
- Την ώρα που καθόμουν και φύλαγα αποφάσισα, είπε. Δε μ' αρέσει ο μεσαίος δρόμος• και δε μ' αρέσει η μυρωδιά του αριστερού: ο αέρας μυρίζει άσχημα εκεί κάτω ή δεν είμαι καλός οδηγός. Θα πάρω το δεξιό διάδρομο. Καιρός ν' αρχίσουμε να ανεβαίνουμε πάλι.
Για οχτώ σκοτεινές ώρες, χωρίς να υπολογίσουμε δύο σύντομες στάσεις, προχώρησαν και δε συνάντησαν κανέναν κίνδυνο, δεν άκουσαν και δεν είδαν τίποτα, εκτός απ' την αμυδρή λάμψη από το φως του μάγου, που ανεβοκατέβαινε σαν οφθαλμαπάτη μπροστά τους. Ο διάδρομος που είχαν διαλέξει φιδογύριζε ανηφορίζοντας σταθερά. Απ' όσο μπορούσαν να κρίνουν, συνέχιζε κάνοντας μεγάλες στροφές, κι όσο ανέβαινε τόσο ψήλωνε και πλάταινε. Δεν είχε ανοίγματα προς άλλες σπηλιές ή σήραγγες δεξιά ή αριστερά και το δάπεδο ήταν επίπεδο και στερεό, δίχως λάκκους και σχισμές. Ήταν φανερό πως είχαν πάρει κάποιο δρόμο που ήταν κάποτε σπουδαίος- και προχωρούσαν πιο γρήγορα απ' ό,τι είχαν κάνει στην πρώτη τους πορεία.
Μ' αυτό τον τρόπο προχώρησαν κάπου δεκαπέντε μίλια, αν τα μετρούσες κατευθείαν ανατολικά, αν και θα 'πρεπε στην πραγματικότητα να περπάτησαν είκοσι μίλια ή και περισσότερο. Όπως ο δρόμος ανηφόριζε, η διάθεση του Φρόντο έφτιαξε λιγάκι• αλλά ένιωθε ακόμα μια κατάθλιψη και εξακολουθούσε ν' ακούει πότε πότε ή νόμιζε πως άκουγε, μακριά πίσω απ' τη Συντροφιά και ξέχωρα απ' το θόρυβο των βημάτων τους, έναν βηματισμό να τους ακολουθεί που δεν ήταν αντίλαλος.
Είχαν βαδίσει ως εκεί όπου άντεχαν οι Χόμπιτ χωρίς να ξεκουραστούν και όλοι σκέφτονταν να βρουν κάπου να κοιμηθούν, όταν ξαφνικά οι τοίχοι δεξιά και αριστερά χάθηκαν. Φάνηκε σαν να είχαν περάσει ένα μεγάλο αψιδωτό κατώφλι και να βρέθηκαν σ' έναν μαύρο και άδειο χώρο. Πίσω τους ερχόταν ένα μεγάλο ρεύμα από ζεστότερο αέρα και μπροστά τους το σκοτάδι το ένιωθαν παγωμένο στα πρόσωπα τους. Σταμάτησαν και μαζεύτηκαν ανήσυχοι κοντά κοντά. Ο Γκάνταλφ έδειχνε ευχαριστημένος.
- Διάλεξα το σωστό δρόμο, είπε. Επιτέλους φτάνουμε στα κατοικήσιμα μέρη και τώρα υπολογίζω πως δε βρισκόμαστε μακριά απ' την ανατολική πλευρά. Είμαστε όμως ψηλά, ψηλότερα απ' τη Σκιοχείμαρρη Πύλη, εκτός και κάνω λάθος. Απ' τον αέρα νιώθω πως πρέπει να βρισκόμαστε σε κάποια μεγάλη αίθουσα. Τώρα θα διακινδυνεύσω λίγο πραγματικό φως.
Ύψωσε το ραβδί του και για μια σύντομη στιγμή έγινε φως δυνατό σαν αστραπή. Μεγάλες σκιές φάνηκαν και χάθηκαν και για ένα δευτερόλεπτο είδαν ένα πελώριο ταβάνι πάνω απ' τα κεφάλια τους, που το κρατούσαν πολλές δυνατές κολόνες από πέτρα πελεκημένη. Μπροστά και στα πλάγια απλωνόταν μια τεράστια άδεια αίθουσα• οι μαύροι της τοίχοι, γυαλισμένοι και λείοι σαν γυαλί, άστραψαν και σπιθοβόλησαν. Είδαν κι άλλα τρία ανοίγματα: σκοτεινές μαύρες καμάρες. Μια ίσια μπροστά τους ανατολικά και από μια δεξιά κι αριστερά. Έπειτα το φως έσβησε.
- Αυτό όλο κι όλο θα τολμήσω προς το παρόν, είπε ο Γκάνταλφ. Υπήρχαν τεράστια παράθυρα στην πλαγιά του βουνού και αεραγωγοί που οδηγούσαν έξω στο φως, στα ψηλότερα μέρη των ορυχείων. Νομίζω πως τώρα τους έχουμε φτάσει, αλλά έξω έχει ξανανυχτώσει και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ώσπου να ξημερώσει. Αν δεν κάνω λάθος, αύριο μπορεί στ' αλήθεια να δούμε το φως του πρωινού να μπαίνει εδώ μέσα. Στο μεταξύ όμως, καλύτερα ας μην προχωρήσουμε άλλο. Ας ξεκουραστούμε, αν μπορούμε. Ως εδώ τα πράγματα έχουν πάει καλά και το μεγαλύτερο μέρος του σκοτεινού δρόμου το έχουμε περάσει. Αλλά δεν το περάσαμε τελείως ακόμα και είναι πολύς δρόμος ως κάτω στις πύλες που ανοίγουν στον κόσμο.
Η Συντροφιά πέρασε τη νύχτα στη μεγάλη υποχθόνια αίθουσα, μαζεμένοι κοντά κοντά σε μια γωνιά για ν' αποφύγουν το ρεύμα: φαινόταν σταθερά να μπαίνει ένας ψυχρός αέρας απ' την ανατολική καμάρα. Παντού γύρω τους, όπως ήταν ξαπλωμένοι, απλωνόταν το σκοτάδι, άδειο και απέραντο και ένιωθαν κατάθλιψη απ' τη μοναξιά και την απεραντοσύνη που τους βάραινε μέσα στις υπόγειες αίθουσες και στις όλο διακλαδώσεις σκάλες και διαδρόμους. Οι πιο τρελές φαντασίες που οι σκοτεινές φήμες είχαν ποτέ υποβάλει στους Χόμπιτ δεν έφταναν τον πραγματικό τρόμο και το θαύμα της Μόρια.
- Πρέπει να υπήρχαν ένα σωρό Νάνοι εδώ κάποτε, είπε ο Σαμ. Κι ο καθένας τους πιο δουλευτής κι από κάστορα για πεντακόσια χρόνια, για να τα φτιάξουν όλ' αυτά, και μάλιστα σε σκληρή πέτρα! Γιατί τα έκαναν όλα αυτά; Δε φαντάζομαι να ζούσαν σ' αυτές τις σκοτεινές τρύπες;
- Δεν είναι τρύπες, είπε ο Γκίμλι. Αυτό είναι το μεγάλο βασίλειο και η πολιτεία του Ντάροουντελφ. Και τον παλιό καιρό δεν ήταν σκοτεινή, αλλά γεμάτη φως και μεγαλείο, όπως τη θυμούνται τα τραγούδια μας.
Σηκώθηκε όρθιος μες στο σκοτάδι και άρχισε να απαγγέλλει με βαθιά φωνή• ο απόηχος ανέβαινε στην οροφή.
Ο κόσμος ήταν νεαρός, πράσινο το βουνό
και το φεγγάρι αμόλευτο, ασήμι καθαρό
-λόγια δεν είχανε γραφτεί σε ξύλο ή λιθάρι,
ο Ντούριν σα σηκώθηκε, βάδισε στο χορτάρι
κι έδωσε τα ονόματα στους λόφους, στα βουνά
κι ήπιε απ' τ' αδοκίμαστα τα πρώτα τα νερά.
Έσκυψε και κοιτάχτηκε στη Λίμνη απ' το Γυαλί
κι είδε κορόνα αστερωτή μπροστά του να φανεί,
που 'χε πετράδια λαμπερά σ' ασημωτή κλωστή
και κάθισε στου κεφαλιού τον ίσκιο το σταχτί.
Ωραίος κόσμος ήτανε κι όχι θαμπές να σβήσουν
οι μέρες κείνες οι παλιές, πριν να παραστρατήσουν
στη Νάργκοθροντ και να χαθούν άρχοντες τρομεροί
και στην Γκοντόλιν, που κι αυτή τώρα έχει χαθεί
στη Δύση πέρα μακριά, πάν' χρόνια και καιρός,
μα, ο Ντοόριν σαν ανάσαινε, ο κόσμος ήτανε καλός.
Στο θρόνο τον πελεκητό καθόταν βασιλιάς,
σε δώματα απέραντα που έφτιαξε μεμιάς.
Ολόχρυση η οροφή και πάτωμα ασημί
και πόρτα όλο ρουνικά με δύναμη τρανή.
Του ήλιου το φως, των αστεριών, του φεγγαριού,
σε λάμπες από κρύσταλλο κλεισμένο από παντού,
αθάμπωτο από σύννεφο κι ίσκιο νυχτερινό,
έλαμπε πάντα όμορφο, λαμπρό και φωτεινό.
Σφυρί στ' αμόνι με ορμή χτυπάει ρυθμικά,
γράφει ο χαράκτης, το σκαρπέλο πελεκά,
εκεί λεπίδες φτιάχνονται, περίτεχνα θηκάρια,
Εκεί δουλεύει ο σκαφτιάς κι ο χτίστης τα χαρμάνια.
Μαργαριτάρι εκεί χλομό, πετράδι γυαλισμένο
και μέταλλο κάθε λογής με τέχνη δουλεμένο:
ζωνάρια, θώρακες, σπαθιά, αστραφτερά κοντάρια
φυλάγονταν εκεί καλά λεπίδια και σκουτάρια.
Ακούραστοι δουλεύουν κει του Ντούριν οι πιστοί.
Και κάτω απ' τα βουνά βαθιά ξυπνά κι η μουσική.
Οι τροβαδούροι παίζουνε άρπες και τραγουδούν
κι έξω στις πύλες σάλπιγγες βροντόφωνα αντηχούν.
Ο κόσμος γκρίζος έγινε, πάγωσαν τα βουνά,
νεκρή, σταχτιά του σιδερά η φωτιά.
Σφυρί στ' αμόνι δεν ηχεί, άρπα δεν αντηχεί
στου Ντούριν τα χρυσόσπιτα σκοτάδι και σιγή.
Στο Καζάντ-ντουμ, στη Μόρια πια,
στον τάφο του μαβιά ξαπλώνεται σκιά.
Μ' ακόμα καθρεφτίζονται τ' αστέρια τ' ουρανού
στη μαύρη και απάνεμη, στη Λίμνη του Γυαλιού.
Κι εκεί μες στο βαθύ νερό η κορόνα καρτερά
ο Ντούριν τρανός να ξυπνήσει ξανά.
- Μ' αρέσει αυτό! είπε ο Σαμ. Θα ήθελα να το μάθαινα. Στο Καζάντ-ντουμ, στη Μόρια πια! Κάνει όμως το σκοτάδι να βαραίνει πιο πολύ, σαν σκεφτείς όλες εκείνες τις λάμπες. Υπάρχουν ακόμα οι σωροί από πετράδια και το χρυσάφι εδώ πέρα;
Ο Γκίμλι ήταν σιωπηλός. Μετά το τραγούδι δεν ήθελε να πει τίποτ' άλλο.

…………………………..»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →