HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Πίσω, στη σπηλιά των εφηβικών χρόνων

Topic #1723 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 52 • posts 2
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #9649 • 06 Feb 2009, 15:41 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Μπλέιζ» (Blaze) του Στήβεν Κινγκ γράφοντας ως Ρίτσαρντ Μπάκμαν (Stephen King as Richard Bakman) σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή, από τις εκδόσεις BELL, Φειδίου 18, 10678 Αθήνα, τηλ. 210-3609438, 210-3629723, www.bell.gr, ISBN: 978-960-450-977-7

Σημείωση: για μια ακόμη φορά, αποσπάσματα από κείμενα του «Βασιλέως», της αυτού εξοχότητας μεγαλειότατου Stephen King, συμπληρώνουν την ενότητα.



rn«………rnO Τζο άρχισε να κλαψουρίζει. Ήταν ένας βραχνός, λαχανιασμένος ήχος.rn«Μην ανησυχείς», είπε ο Μπλέιζ. «Φτάνουμε».rnΔεν ήταν σίγουρος αν ο παλιός φράχτης από αγκαθωτό συρματόπλεγμα υπήρχε ακόμη. Γρήγορα είδε ότι υπήρχε, αλλά το χιόνι τον είχε σκεπάσει μέχρι πάνω και κόντεψε να σκοντάψει και να βουτήξει κι αυτός και το μωρό στο χιόνι. Τον δρασκέλισε με προσοχή και ακολούθησε μια κατηφορική ρωγμή. Το έδαφος άνοιγε εδώ και φαινόταν ο σκελετός της γης. Το χιόνι ήταν πιο λίγο. O άνεμος τώρα ούρλιαζε πάνω από τα κεφάλια τους.rn«Εδώ», είπε ο Μπλέιζ. «Κάπου εδώ» .rnΆρχισε να ψάχνει δεξιά αριστερά περίπου στα μισά τον δρόμου ως το σημείο όπου το έδαφος γινόταν πάλι οριζόντιο, κοιτάζοντας σωρούς από βράχια, μισοεκτεθειμένες ρίζες, Θύλακες χιονιού και σωρούς από παλιές πευκοβελόνες. Δεν μπορούσε ναrnτο βρει. O πανικός άρχισε να του σφίγγει το λαιμό. Το κρύο θα διαπερνούσε τις κουβέρτες και τα ρούχα του Τζο τώρα. Πιο κάτω, ίσως.rnΆρχισε να κατεβαίνει πάλι, μετά γλίστρησε κι έπεσε με τον πισινό, σφίγγοντας ακόμη το παιδί στην αγκαλιά του. Αισθάνθηκε έναν ξαφνικό εκρηκτικό πόνο στο δεξιό του αστράγαλο, λες και κάποιος είχε εκτοξεύσει σπίθες μέσα στη σάρκα του. Και τότε βρέθηκε να κοιτάζει μια τριγωνική σκιά ανάμεσα σε δυο στρογγυλεμένους βράχους που προεξείχαν ο ένας προς τον άλλο σαν στήθη. Προχώρησε μπουσουλώντας προς τα εκεί και κρατώντας ακόμη τον Τζο στην αγκαλιά τον. Ναι, αυτό ήταν. Ναι, ναι, ναι. Έσκυψε το κεφάλι του και μπήκε μέσα.rnΗ σπηλιά ήταν σκοτεινή, υγρή, και απρόσμενα ζεστή. Το έδαφος ήταν σκεπασμένο από παλιά, μαλακά κλαδιά πεύκων. O Μπλέιζ αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει μια αίσθηση ντεζά βυ. Αυτός και ο Τζον Τσέλτζμαν είχαν φέρει τα κλαδιά εδώ αφού βρήκαν τυχαία τη σπηλιά, ένα απαγορευμένο απόγευμα απόδρασης από το Χέτον.rnΈβαλε το μωρό πάνω σε μια στοίβα κλαδιά και μετά έψαξε στην τσέπη του τζάκετ τον για τα σπίρτα που είχε πάντα εκεί. Άναψε ένα και στο τρεμάμενο φως του είδε τα στρωτά γράμματα του Τζόνι στο τοίχωμα της σπηλιάς.rnΤζονι Τ και Κλέι Μπλέτζντελ. 15 Αυγούστου. Τρίτη χρονιά στην Κόλαση.rn'Ηταν γραμμένο με καπνό από κερί.rnΟ Μπλέιζ ρίγησε -όχι από το κρύο, δεν ήταν τόσο δυνατό εδώ μέσα- κι έσβησε το σπίρτο.rnΟ Τζο τον κοίταζε μέσα στο μισοσκόταδο. Αγκομαχούσε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα φόβο. Μετά έπαψε να αγκομαχάει.rn«Χριστέ μου, τι έπαθες;» φώναξε ο Μπλέιζ. Τα πέτρινα τοιχώματα έστειλαν τη φωνή του πίσω στα αυτιά του. «Τι έχεις; Τι είναι...»rnΚαι μετά κατάλαβε. Οι κουβέρτες ήταν πολύ σφιχτές. Τις είχε σφίξει γύρω από τον Τζο όταν τον έβαλε κάτω -και το είχε παρακάνει. O μικρός δεν μπορούσε να ανασάνει. Τις χαλάρωσε με τρεμάμενα δάχτυλα. O Τζο ρούφηξε μια τεράστια εισπνοή από τον υγρό αέρα της σπηλιάς κι άρχισε να κλαίει. 'Ηταν ένας αδύναμος, τρεμάμενος ήχος.rnO Μπλέιζ άδειασε τα Πάμπερς από το πουκάμισό του και μετά έβγαλε ένα μπουκάλι. Προσπάθησε να δώσει στον Τζο τη ρώγα, αλλά αυτός γύρισε το κεφάλι του.rn«Περίμενε τότε», είπε ο Μπλέιζ. «Περίμενε».rnΠήρε το κασκέτο τον, το φόρεσε, το τράβηξε αριστερά, και βγήκε έξω.rnΠήρε κάμποσα ξύλα από ένα σωρό σπασμένα κλαδιά στο τέλος της χαράδρας και μερικές χούφτες σάπια φύλλα από κάτω, που τις έβαλε στις τσέπες του. Γύρισε στη σπηλιά, κι άναψε μια μικρή φωτιά. Υπήρχε μια μικρή σχισμή στο βράχο πάνω από το κύριο άνοιγμα, αρκετή για να δημιουργεί ρεύμα και να τραβά τον περισσότερο καπνό έξω. Δε χρειαζόταν να ανησυχεί μήπως δει κανείς αυτόν το λίγο καπνό, τουλάχιστον μέχρι να κοπάσει ο άνεμος και να πάψει να χιονίζει.rn'Εριχνε στη φωτιά ένα ένα τα ξύλα, μέχρι που άναψε καλά κι έκαιγε κροταλίζοντας. Μετά έβαλε τον Τζο πάνω στα πόδια του μπροστά στη φωτιά και τον ζέστανε. O μικρούλης ανέπνεε πιο φυσιολογικά τώρα, αλλά εκείνο το γουργούρισμα στην αναπνοή του ακουγόταν ακόμη.rn«Θα σε πάω σε γιατρό», του είπε ο Μπλέιζ. «Μόλις ξεφύγουμε από δω. O γιατρός Θα σε κάνει καλά. Θα γίνεις περδίκι».rnO Τζο τον χαμογέλασε ξαφνικά, δείχνοντας το καινούριο δόντι του. O Μπλέιζ χαμογέλασε κι αυτός ανακουφισμένος. Δεν μπορεί να ήταν τόσο άσχημα αφού χαμογελούσε, σωστά; Πρόσφερε στον Τζο το δάχτυλό τον κι αυτός το έπιασε αμέσως.rn«Κόλλα το, σύντροφε», είπε ο Μπλέιζ και γέλασε. Μετά έβγαλε το κρύο μπουκάλι με το γάλα από την τσέπη του τζάκετ του, τίναξε τα σάπια φύλλα που ήταν κολλημένα πάνω του και το έβαλε δίπλα στη φωτιά για να το ζεστάνει. 'Εξω ο άνεμος ούρλιαζε και στρίγκλιζε, αλλά το εσωτερικό της σπηλιάς ζεσταινόταν μια χαρά. 'Ηταν καλύτερα από το Χέτον. 'Ηταν λάθος τον να φέρει τον Τζο σε ένα ορφανοτροφείο. O Τζορτζ θα έλεγε ότι ήταν γρουσουζιά.rn«Δεν πειράζει», είπε ο Μπλέιζ. «Δε Θα το θυμάσαι, έτσι δεν είναι;»rnΌταν ζεστάθηκε το μπονκάλι, το έδωσε στον Τζο. Αυτή τη φορά το μωρό πήρε πρόθυμα τη ρώγα και το ήπιε όλο. Καθώς κατέβαζε τις τελευταίες γουλιές, τα μάτια του πήραν εκείνη τη Θολή, μακρινή έκφραση που τώρα ο Μπλέιζ γνώριζε καλά. 'Εβαλε τον Τζο στον ώμο τον και άρχισε να τον κουνά μπρος πίσω. Το μωρό ρεύτηκε δυο φορές και άρχισε να βγάζει μικρές φωνούλες για πέντε λεπτά περίπου. Μετά σταμάτησε. Τα μάτια τον έκλεισαν πάλι. O Μπλέιζ είχε αρχίσει να μαθαίνει το πρόγραμμά τον. O Τζο Θα κοιμόταν τώρα γύρω στα σαράντα πέντε λεπτά -ίσως μια ώρα- και μετά θα έμενε ξύπνιος όλο το υπόλοιπο πρωί.rn'Ετρεμε με τη σκέψη ότι Θα τον άφηνε μόνο του, ιδιαίτερα μετά το ατύχημα το προηγούμενο βράδυ, αλλά ήταν απαραίτητο. 'Ετσι του έλεγε το ένστικτό του. 'Εβαλε τον Τζο σε μία από τις κουβέρτες, τον σκέπασε με την άλλη και ασφάλισε την πάνω κουβέρτα με μεγάλες πέτρες. "Ηλπιζε ότι αν ξυπνούσε ο Τζο όσο έλειπε, Θα μπορούσε να γυρίσει αλλά όχι να βγει κάτω από την κουβέρτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καλύτερο.rnO Μπλέιζ βγήκε από τη σπηλιά και πήρε το δρόμο από τον οποίο είχε έρθει, ακολουθώντας τα ίχνη τον. Είχαν αρχίσει να σβήνουν κιόλας. Πήγαινε με γρήγορο βήμα και όταν βρέθηκε σε ομαλό έδαφος, άρχισε να τρέχει. Ήταν εφτά παρά τέταρτο το πρωί.rnΕνώ ο Μπλέιζ ετοιμαζόταν να ταΐσει το μωρό, ο Στέρλινγκ βρισκόταν στο επικεφαλής όχημα της επιχείρησης, ένα 4x4. Το οδηγούσε ένας άντρας της Πολιτειακής Αστυνομίας, ενώ αυτός ήταν καθισμένος στη Θέση του συνοδηγού. O αστυνομικός δίπλα τον είχε βγάλει το μεγάλο επίπεδο καπέλο τον και έμοιαζεrnπιστόλι του Τζορτζ. Αν ήταν να πέσει πυροβολισμός τελικά, ήθελε να τον ρίξει αυτός.rnΜετά ο αστυνομικός προχώρησε πάλι. Κοίταζε κάτω στο χιόνι πότε πότε, αλλά η προσοχή του ήταν στραμμένη κυρίως στους Θάμνους. Απείχε γύρω στα πενήντα μέτρα τώρα. Όχι. Λιγότερο.rnΣτα αριστερά, ο Μπλέιζ άκουσε κάποιον να πέφτει σε ξύλα ή ίσως χαμηλά κλαδιά, και να βλαστημάει. Το στομάχι του σφίχτηκε ακόμη περισσότερο. Το δάσος ήταν γεμάτο από δαύτους. Όμως, ίσως... αν πήγαιναν όλοι προς την ίδια κατεύθυνση...rnΤο Χέτον! Περικύκλωναν το Χέτον! Αυτό ήταν! Και αν κατάφερνε να γυρίσει στη σπηλιά, Θα βρισκόταν πίσω τους. Μετά, πιο κάτω στο δάσος, γύρω στα πέντε χιλιόμετρα απόσταση, υπήρχε ένας δασικός δρόμος...rnO αστυνομικός είχε πλησιάσει στα είκοσι πέντε μέτρα. 0 Μπλέιζ γλίστρησε λίγο πιο πέρα, γύρω από το δέντρο. Αν έβγαινε κάποιος από τους θάμνους από την ανοιχτή πλευρά του τώρα, την είχε πατήσει.rnO αστυνομικός προσπερνούσε το δέντρο. O Μπλέιζ άκουγε το τρίξιμο από τις μπότες τον στο χιόνι. Άκουγε ακόμη και κάτι να κουδουνίζει στις τσέπες του, κέρματα, κλειδιά ίσως. Και το τρίξιμο από τη ζώνη του. Το άκουγε κι αυτό.rnΚινήθηκε πιο κει, γύρω από το δέντρο, κάνοντας μικρά πλευρικά βηματάκια. Μετά περίμενε. Όταν κοίταξε πάλι, ο αστυνομικός τού είχε γυρισμένη την πλάτη. Δεν είχε δει τα ίχνη ακόμη, αλλά Θα τα έβλεπε. Περπατούσε πάνω τούς.rnO Μπλέιζ βγήκε από το δέντρο και προχώρησε προς τον αστυνομικό με μεγάλα, αθόρυβα βήματα. Έπιασε το πιστόλι τον Τζορτζ από την κάννη.rnO αστυνομικός κοίταξε κάτω και είδε τα ίχνη. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, μετά πήγε να πιάσει το γουόκι-τόκι από τη ζώνη του. O Μπλέιζ σήκωσε το πιστόλι ψηλά και το κατέβασε με δύναμη. O αστυνομικός γρύλισε και παραπάτησε, αλλά το μεγάλο καπέλο είχε απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος από τη δύναμη του χτυπήματος. O Μπλέιζ τον χτύπησε πάλι απόrnτο πλάι και τον βρήκε στον αριστερό κρόταφο. Ακούστηκε ένας μαλακός γδούπος. Το καπέλο του αστυνομικού έγειρε στο πλάι και κρεμάστηκε πάνω στο δεξί του μάγουλο. O Μπλέιζ είδε ότι ήταν νέος, σχεδόν παιδί ακόμη. Μετά, τα γόνατα τον αστυνομικού λύθηκαν κι έπεσε κάτω σηκώνοντας σύννεφα χιονιού γύρω του.rn«Γαμώ το», είπε ο Μπλέιζ. 'Εκλαιγε. «Γιατί δεν μπορείτε να με αφήσετε ήσυχο;»rnΈπιασε τον αστυνομικό από τις μασχάλες και τον έσυρε στο μεγάλο πεύκο. Τον έβαλε καθιστό και του φόρεσε πάλι το καπέλο. Δεν υπήρχε πολύ αίμα, αλλά αυτό δεν τον ξεγέλασε. Ήξερε πόσο δυνατά χτυπούσε. Κανείς δεν το ήξερε καλύτερα. Υπήρχε σφυγμός στο λαιμό του αστυνομικού, αλλά όχι πολύ δυνατός. Αν δεν τον έβρισκαν γρήγορα οι φίλοι του, Θα πέθαινε. Ε, λοιπόν, ποιος τον ζήτησε να 'ρθει; Ποιος τον ζήτησε να χώσει τη μύτη του;rnΠήρε την κούνια και ξεκίνησε πάλι. 'Ηταν οχτώ παρά τέταρτο όταν έφτασε στη σπηλιά. O Τζο κοιμόταν ακόμη -κι αυτό έκανε τον Μπλέιζ να κλάψει ξανά, αυτή τη φορά από ανακούφιση. Όμως η σπηλιά ήταν κρύα. Είχε μπει μέσα χιόνι από τον άνεμο και είχε σβήσει τη μικρή φωτιά.rnO Μπλέιζ άρχισε να την ανάβει πάλι.rnO ειδικός πράκτορας Μπρους Γκρέιντζερ είδε τον Μπλέιζ να κατεβαίνει τη μικρή χαράδρα και να μπαίνει στο σχιστό στόμιο της σπηλιάς. O Γκρέιντζερ ήταν στωικά ξαπλωμένος εκεί, περίμενε να τελειώσει το κυνηγητό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για να τον κουβαλήσει κάποιος. Το πόδι του πονούσε αφόρητα και ένιωθε ηλίθιος.rnΞαφνικά, όμως, αισθάνθηκε σαν άνθρωπος που κέρδισε το Λόττο. Πήρε το γονόκι που τον είχε αφήσει ο Κόρλις. «Γκρέιντζερ προς Στέρλινγκ», είπε σιγά. «Μ' ακούς;»rnΠαράσιτα. Παράξενα κενά παράσιτα.rn«Άλμπερτ, εδώ Μπρους, είναι επείγον. Μ' ακούς;»rnΤίποτα.rnO Γκρέιντζερ έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή. «Να πάρει!» είπε. Μετά άνοιξε τα μάτια τον κι άρχισε να έρπει.rn8:10rnO Άλμπερτ Στέρλινγκ και οι δύο πολιτειακοί αστυνομικοί στέκονταν μέσα στο παλιό γραφείο τον Μάρτιν Κόσλο με τα πιστόλια στα χέρια. Σε μια γωνία ήταν στριμωγμένη μια κουβέρτα. O Στέρλινγκ είδε δυο άδεια πλαστικά μπιμπερό και τρεις άδειες κονσέρβες γάλα εβαπορέ Καρνέισον που έδειχναν να έχουν ανοιχτεί με σουγιά. Και δυο άδεια κουτιά Πάμπερς.rn«Ανάθεμα!» είπε. «Ανάθεμα, ανάθεμα, ανάθεμα!»rn«Δεν μπορεί να είναι μακριά», είπε ο Φράνκλιν. «Είναι με τα πόδια. Κι έχει και το παιδί».rn«Έχει δώδεκα υπό το μηδέν εκεί έξω», είπε κάποιος από το διάδρομο.rnΑς μου πει κάποιος και κάτι που δεν το ξέρω, σκέφτηκε ο Στέρλινγκ.rnO Φράνκλιν κοίταζε τριγύρω. «Πού είναι ο Κόρλις; Μπραντ, είδες τον Κόρλις;»rn«Νομίζω ότι μπορεί να είναι ακόμη κάτω», είπε ο Μπράντλεϊ. «Ξαναγυρίζουμε στο δάσος», είπε ο Στέρλινγκ. «Εκεί πρέπει να είναι το κάθαρμα» .rnΞαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. O κρότος ήταν αμυδρός, πνιγμένος από το χιόνι, αλλά χαρακτηριστικός.rnΚοιτάχτηκαν. Ακολούθησαν πέντε δευτερόλεπτα ολοκληρωτικής, σοκαρισμένης σιωπής. 'Ισως εφτά. Και μετά όρμησαν στην πόρτα.rnO Τζο κοιμόταν ακόμη όταν μπήκε η σφαίρα στη σπηλιά. Εξοστρακίστηκε δύο φορές, βγάζοντας έναν ήχο σαν Θυμωμένη σφήκα, και τινάζοντας κομμάτια γρανίτη από τα τοιχώματα. O Μπλέιζ άπλωνε μια πάνα. 'Ηθελε να αλλάξει τον Τζο για να είναι στεγνός πριν ξεκινήσουν.rnO Τζο ξύπνησε τρομαγμένος κι άρχισε να κλαίει. Τα χέρια του κουνιούνταν στον αέρα. 'Ενα κομμάτι γρανίτη είχε ματώσει το πρόσωπο του.rnΟ Μπλέιζ δε σκέφτηκε. Είδε το αίμα και κάθε σκέψη πέταξε από το νου του. Αυτό που πήρε τη θέση τους ήταν μια μαύρη φονική μανία. Πετάχτηκε από τη σπηλιά και όρμησε ουρλιάζοντας προς το μέρος από όπου είχε έρθει ο πυροβολισμόςrnΌταν ο Μπλέις όρμησε έξω από τη μικρή σπηλιά και σηκώθηκε όρθιος, δεν είχε ιδέα πόσοι αστυνομικοί ήταν τριγύρω. Δεκάδες, ίσως. Δεν είχε σημασία. Το πιστόλι του Τζορτζ έπεσε από τη ζώνη του, αλλά ούτε αυτό είχε σημασία. Όρμησε στον πρώτο που είδε, βουλιάζοντας βαθιά στο χιόνι. O τύπος ήταν ξαπλωμένος στο χιόνι σε μικρή απόσταση, είχε ακουμπήσει τούς αγκώνες τον κάτω και κρατούσε το πιστόλι και με τα δύο χέρια.rn«Ψηλά τα χέρια, Μπλέιζντελ! Ακίνητος!» φώναξε ο Γκρέιντζερ.rnO Μπλέιζ πήδησε πάνω του.rnO Γκρέιντζερ πρόλαβε να ρίξει δύο φορές. H πρώτη σφαίρα αυλάκωσε το χέρι του Μπλέιζ. H δεύτερη έφυγε στον αέρα. Μετά, ο Μπλέιζ έπεσε με τα εκατόν είκοσι κιλά του πάνω στον τύπο που πλήγωσε τον Τζο και το πιστόλι του Γκρέιντζερ έφυγε από τα χέρια τον. O Γκρέιντζερ ούρλιαξε καθώς τα κόκαλα του σπασμένου ποδιού του τρίφτηκαν μεταξύ τους.rn«Χτύπησες το παιδί!» φώναξε ο Μπλέιζ στο τρομοκρατημένο μούτρο του Γκρέιντζερ. Τα δάχτυλά τον βρήκαν το λαιμό τον. «Χτύπησες το παιδί, ηλίθιο κάθαρμα, χτύπησες το παιδί, χτύπησες το παιδί, χτύπησες το παιδί!»rnΤο κεφάλι του Γκρέιντζερ κουνιόταν πάνω κάτω τώρα, σαν να έλεγε ότι καταλάβαινε, ότι είχε μπει στο νόημα. Το πρόσωπό του είχε γίνει μοβ. Τα μάτια τον είχαν γουρλώσει.rnΈρχονται. Ο Μπλέιζ έπαψε να πνίγει τον τύπο και κοίταξε γύρω του. Δε φαινόταν κανείς. Το δάσος ήταν σιωπηλό, το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος και το αμυδρό Θρόισμα του χιονιού που έπεφτε.rnΌχι, ακουγόταν και κάτι άλλο. O Τζο.rnO Μπλέιζ ανέβηκε πάλι τρέχοντας την ανηφόρα και μπήκε στη σπηλιά. O Τζο κυλούσε δεξιά αριστερά, κλαίγοντας και σφίγγοντας τον αέρα. Το κομμάτι της πέτρας τού είχε κάνει περισσότερη ζημιά από την πτώση από την κούνια. Το μάγουλο του ήταν σκεπασμένο από αίμα.rn«Να πάρει!» φώναξε ο Μπλέιζ.rnΣήκωσε τον Τζο, σκούπισε το μάγουλό του, τον έβαλε μέσα στις διπλωμένες κουβέρτες πάλι, και τον φόρεσε ξανά το κασκέτο τον. O Τζο ξεφώνισε και στρίγκλισε.rn«Πρέπει να τρέξουμε τώρα, Τζορτζ», είπε ο Μπλέιζ. «Να τρέξουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Εντάξει;»rnΚαμιά απάντηση.rnO Μπλέιζ βγήκε οπισθοχωρώντας από τη σπηλιά κρατώντας το μωρό στο στήθος του, γύρισε προς τον άνεμο κι άρχισε να τρέχει προς το δασικό δρόμο.rn«Πού τον άφησε ο Κόρλις;» ρώτησε λαχανιασμένος ο Στέρλινγκ τον Φράνκλιν. Είχαν σταματήσει αγκομαχώντας στην άκρη του δάσους.rnO Φράνκλιν του έδειξε. «Εκεί κάτω. Μπορώ να τον βρω».rnO Στέρλινγκ γύρισε στον Μπράντλεϊ. «Κάλεσε τους δικούς σου. Και το σερίφη της Κομητείας Κάμπερλαντ. Θέλω να κλείσουν εκείνον το δασικό δρόμο και από τις δύο άκρες. Τι υπάρχει πιο κάτω αν καταφέρει και ξεγλιστρήσει;»rnO Μπράντλεϊ έβγαλε ένα κοφτό γέλιο σαν γάβγισμα. «Μόνο ο ποταμός Ρόγταλ. Θα ήθελα να τον δω να τον περνάει». «Έχει παγώσει;»rn«Ναι, αλλά όχι αρκετά για να περπατήσεις πάνω».

«Εντάξει. Προχωράμε..Φράνκλιν, προχώρα πρώτος. Όχι πολύ μπροστά όμως. Αυτός ο τύπος είναι πολύ επικίνδυνος».rnΚατέβηκαν την πρώτη πλαγιά. Πενήντα μέτρα μέσα στο δάσος, ο Στέρλινγκ διέκρινε μια γκρίζα-μπλε φιγούρα σωριασμένη πάνω σε ένα δέντρο.rnO Φράνκλιν έφτασε πρώτος. «Ο Κόρλις» , είπε.rn«Νεκρός;» ρώτησε ο Στέρλινγκ φτάνοντας κι αυτός.rn«Ναι». O Φράνκλιν έδειξε τα ίχνη που τώρα δεν ήταν παρά αμυδρά βαθουλώματα στο χιόνι.rn«Πάμε», είπε ο Στέρλινγκ. Αυτή τη φορά προχώρησε αυτός πρώτος.rnΒρήκαν τον Γκρέιντζερ πέντε λεπτά αργότερα. Τα σημάδια στο λαιμό του είχαν τονλάχιστον τρεις πόντους βάθος. «Ο τύπος πρέπει να είναι κτήνος», είπε κάποιος.rnO Στέρλινγκ έδειξε στο χιόνι. «Υπάρχει μια σπηλιά εκεί. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι Θα είναι εκεί. "Η μπορεί να άφησε το παιδί».rnΔυο άντρες της Πολιτειακής Αστυνομίας σκαρφάλωσαν προς την τριγωνική σκοτεινή είσοδο. O ένας σταμάτησε, έσκυψε, και σήκωσε κάτι από το χιόνι. Το σήκωσε ψηλά. «Ένα πιστόλι!» φώναξε.rnΛες και εμείς οι υπόλοιποι είμαστε τυφλοί, σκέφτηκε ο Στέρλινγκ. «Άσε το καταραμένο το πιστόλι, δες για το παιδί! Και πρόσεχε!»rnO ένας από τους αστυνομικούς γονάτισε, φώτισε μέσα στη σπηλιά με το φακό τον, και μετά μπήκε. O άλλος έσκυψε μπροστά με τα χέρια στα γόνατα, αφουγκράστηκε, και μετά γύρισε στον Στέρλινγκ και τον Φράνκλιν. «Δεν είναι εδώ!»rnΕίδαν ίχνη που οδηγούσαν από τη σπηλιά προς το δασικό δρόμο πριν ακόμη βγει έξω ο αστυνομικός που είχε μπει μέσα. Δεν ήταν παρά αμυδρές εσοχές στο χιόνι, που συνέχιζε να πέφτει πυκνό.rn«Δεν μπορεί να προηγείται πάνω από δέκα λεπτά», είπε ο Στέρλινγκ στον Φράνκλιν. Μετά ύψωσε τη φωνή του. «Απλωθείτε! Θα τον στριμώξουμε στο δρόμο!» .

………………..»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
M
MALAMA KATERINA
Author ID 19
382 δημόσια posts
Post #9650 • 07 Feb 2009, 11:03 UTC
Χρήστο σε ευχαριστώ. ΔΕΝ το έχω διαβάσει... απαράδεκτη με βρίσκω.
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →