HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά του Tom Sawyer III

Topic #164 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 11 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #763 • 17 Jul 2005, 15:48 UTC
Η σπηλιά του Tom Sawyer III

Συνέχεια από το προηγούμενο

«……………. Αλλά ας γυρίσουμε τώρα στον Τομ και στην Μπέκι να δούμε πώς πέρασαν εκείνοι στην εκδρομή. Στην αρχή προχώρησαν κι αυτοί μέσα απ' τους σκοτεινούς διαδρόμους μαζί με την υπόλοιπη παρέα και επισκέφτηκαν τα γνωστά αξιοθέατα της σπηλιάς -θαύματα της φύσης με μεγαλοπρεπή ονόματα, όπως «Το Σαλόνι», «Ο Καθεδρικός Ναός», «Το Παλάτι του Αλαντίν» και άλλα παρόμοια. Σε λίγο άρχισαν να παίζουν κρυφτό όλοι μαζί, και ο Τομ με την Μπέκι δεν έμειναν βέβαια έξω απ' το παιχνίδι• έπαιξαν με την ψυχή τους μέχρι που το χόρτασαν. Ύστερα προχώρησαν μέσα σ' ένα ελικοειδές πέρασμα, κρατώντας τα κεριά τους ψηλά για να διαβάζουν τα χιλιάδες πράγματα που ήταν γραμμένα με καπνιά από κερί πάνω στον βραχώδη τοίχο δεξιά κι αριστερά -ονόματα, ημερομηνίες, διευθύνσεις και ρητά- όλα μπλεγμένα μεταξύ τους, γραμμένα το ένα πάνω στο άλλο. Καθώς συνέχισαν να προχωρούν κουβεντιάζοντας κιόλας, δεν παρατήρησαν ότι είχαν φτάσει ήδη σε μια περιοχή της σπηλιάς όπου οι τοίχοι δεν ήταν γραμμένοι. Έγραψαν κι αυτοί με καπνιά τα ονόματα τους κάτω από μια προεξοχή και συνέχισαν. Σε λίγο έφτασαν σε μια περιοχή όπου δέσποζε ένας αστραφτερός πέτρινος καταρράχτης, δαντελωτός κι αφρισμένος, σχηματισμένος στη διάρκεια χιλιάδων χρόνων από νερό με μεγάλη περιεκτικότητα σε ασβεστολιθικό ίζημα, που έσταζε πάνω από μια προεξοχή. Ο Τομ κατάφερε να τρυπώσει πίσω απ' τον καταρράχτη για να τον φωτίσει με το κερί και να τον δει η Μπέκι σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Τότε παρατήρησε ότι από πίσω υπήρχε ένα απότομο κατηφορικό πέρασμα πολύ στενό, όπου η φύση είχε σμιλεύσει μια σειρά από σκαλοπάτια. Τον έπιασε αμέσως το εξερευνητικό του πνεύμα. Φώναξε την Μπέκι και ξεκίνησαν, αφού πρώτα έκαναν στον τοίχο ένα σημάδι για να αναγνωρίσουν το μέρος στο γυρισμό. Έστριψαν δεξιά κι αριστερά, κατεβαίνοντας συνεχώς στα μυστικά βάθη της σπηλιάς, έκαναν άλλο ένα σημάδι με καπνιά και μετά έστριψαν σε μικρότερους διαδρόμους - παρακλάδια του αρχικού περάσματος που είχαν ακολουθήσει. Έψαχναν να βρουν καινούρια θαύματα, να 'χουν να διηγηθούν στους άλλους όταν θα ξανανέβαιναν. Σε λίγο τα βήματα τους τους έφεραν μέσα σε μια τεράστια αίθουσα που απ' το ταβάνι της κρεμόταν ένα πλήθος από λαμπερούς σταλακτίτες στο μέγεθος ενός αντρικού ποδιού. Την περπάτησαν απ' άκρη σ' άκρη απορώντας και θαυμάζοντας κι ύστερα πήραν ένα από τα πολλά περάσματα που ξεκινούσαν από κει. Σε λίγο βρέθηκαν μπροστά σε μια μαγευτική πηγή που η στέρνα της ήταν στρωμένη με αστραφτερούς κρυστάλλους από πάγο. Βρισκόταν στη μέση μιας αίθουσας που οι τοίχοι της έμοιαζαν σα να στηρίζονται σ' ένα πλήθος από επιβλητικές κολόνες που είχαν σχηματιστεί από την ένωση σταλακτικών και σταλαγμιτών, αποτέλεσμα ακατάπαυστης διαδικασίας αιώνων. Σε όλο το ταβάνι ήταν μαζεμένες χιλιάδες νυχτερίδες που, μόλις είδαν το φως των κεριών, τρόμαξαν κι άρχισαν να πετούν κατά εκατοντάδες και να ορμούν με μανία προς τα κεριά σκούζοντας απαίσια. Ο Τομ ήξερε τις συνήθειες τους και πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Άρπαξε την Μπέκι απ' το χέρι και την έτρεξε στον πρώτο διάδρομο που βρήκε μπροστά του. Ίσα που πρόλαβε! Την ώρα ακριβώς που έβγαινε η Μπέκι απ' την αίθουσα, μια νυχτερίδα πέταξε καταπάνω της και της έσβησε το κερί με τη φτερούγα της. Οι νυχτερίδες τους κυνήγησαν σε αρκετή απόσταση, αλλά εκείνοι χώνονταν στο πρώτο πέρασμα που έβρισκαν μπροστά τους, μέχρι που γλίτωσαν απ' αυτές. Σε λίγο βρέθηκαν μπροστά σε μια απέραντη υπόγεια λίμνη που οι όχθες της χάνονταν μέσα στα σκοτάδια. Ο Τομ ένιωσε αμέσως την επιθυμία να την εξερευνήσει για να δει πού τελειώνει, αλλά σκέφτηκε πως θα 'ταν καλύτερα να καθίσουν πρώτα λίγο να ξεκουραστούν. Και τότε ήταν που ένιωσαν για πρώτη φορά εκείνη την υποχθόνια σιγή ν' απλώνεται σα χέρι παγωμένο καταπάνω τους.
«Δεν πρόσεξα καλά, αλλά μου φαίνεται ότι είναι αρκετή ώρα τώρα που δεν ακούγονται οι άλλοι» είπε η Μπέκι.
«Άμα το σκεφτείς» είπε ο Τομ, «έχουμε κατέβει πολύ πιο κάτω απ' τους άλλους, κι ούτε ξέρω πόσο μακριά προς τα βόρεια ή προς τα νότια ή δεν ξέρω κι εγώ προς τα πού. Από δω που είμαστε πώς να τους ακούσουμε;»
Η Μπέκι άρχισε να ανησυχεί.
«Μου φαίνεται πως έχουμε λείψει πολλή ώρα, Τομ. Καλύτερα να γυρίσουμε.»
«Ναι, έχεις δίκιο, νομίζω. Πάμε καλύτερα.»
«Μπορείς να βρεις το δρόμο, Τομ; Εγώ έχω μπερδευτεί τελείως.»
«Νομίζω πως μπορώ να τον βρω, αλλά το κακό είναι με τις νυχτερίδες. Αν μας σβήσουν και τα δυο κεριά, θα την έχουμε άσκημα. Ας πάμε από άλλη μεριά, για να μην ξαναβρεθούμε μπροστά τους.»
«Μόνο μη χαθούμε. Θα ήταν φοβερό αυτό, καταλαβαίνεις;» είπε η Μπέκι και ανατρίχιασε και μόνο που το σκέφτηκε.
Μπήκαν σ' ένα πέρασμα και προχώρησαν σιωπηλά αρκετή ώρα, κοιτάζοντας προσεχτικά εκεί που άρχιζε το κάθε παρακλάδι του μήπως το αναγνωρίσουν όλα τα έβλεπαν για πρώτη φορά. Κάθε φορά που ο Τομ εξέταζε ένα απ' αυτά τα σημεία, η Μπέκι κοίταζε το πρόσωπο του περιμένοντας να δει ένα ενθαρρυντικό σημάδι. Εκείνος προσπαθούσε να φαίνεται αισιόδοξος.
«Εντάξει, δεν πειράζει, δεν είναι ούτε αυτό, αλλά όπου να 'ναι θα το βρούμε!» Μέσα του όμως ένιωθε όλο και πιο πολύ να τον εγκαταλείπει η ελπίδα μετά από κάθε αποτυχία. Σε λίγο ήταν τόσο απογοητευμένος, που ούτε προσπαθούσε πια να αναγνωρίσει τίποτα. Έπαιρνε στην τύχη όποιο πέρασμα έβρισκε μπροστά του με την ελπίδα να βρει έτσι εκείνο που αναζητούσε. Εξακολουθούσε να λέει: «Εντάξει, δεν πειράζει...», ήταν όμως κι ο ίδιος τόσο ανήσυχος, που η φωνή του ηχούσε σα να 'λεγε: «Δε γίνεται τίποτα - είμαστε χαμένοι». Η Μπέκι ζάρωσε κοντά του φοβισμένη και προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα της, αλλά μάταια.
«Ω, Τομ!» είπε. «Δεν πειράζει για τις νυχτερίδες. Ας πάμε πάλι από κει που ξέρουμε το δρόμο! Εδώ πάμε απ' το κακό στο χειρότερο.»
Ο Τομ σταμάτησε.
«Άκου!» είπε.
Βαθιά σιωπή• ακόμα κι οι ανάσες τους ακούγονταν. Ο Τομ φώναξε δυνατά. Η φωνή του αντήχησε μέσα στους άδειους διαδρόμους κι έσβησε πέρα μακριά σ' έναν αδύναμο ήχο που έμοιαζε με σαρκαστικό γέλιο.
«Αχ, μην το ξανακάνεις αυτό, Τομ. Είναι φριχτό!» είπε η Μπέκι.
«Είναι φριχτό, αλλά πρέπει, Μπέκι. Γιατί έτσι μπορεί να μας ακούσουν» είπε ο Τομ.
Εκείνο το «μπορεί» ήταν χειρότερο κι απ' το απαίσιο γέλιο. Ήταν σα να ομολογούσε ο Τομ πως οι ελπίδες του ήταν ελάχιστες. Τα δυο παιδιά έμειναν ακίνητα κι αφουγκράστηκαν. Δεν άκουσαν καμιά απάντηση. Ο Τομ αποφάσισε τότε να γυρίσουν πίσω από τη μεριά που ήταν οι νυχτερίδες, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει από πού να στρίψει. Υπήρχε μια αβεβαιότητα στις κινήσεις του. Η Μπέκι βρέθηκε αντιμέτωπη μ' ένα άλλο φοβερό γεγονός: Ο Τομ δεν μπορούσε να βρει το δρόμο της επιστροφής στην αίθουσα με τις νυχτερίδες!
«Τομ, δεν έχεις βάλει σημάδια!»
«Τι βλακεία, Χριστέ μου! Τι βλακεία! Δε σκέφτηκα ότι θα θέλαμε να ξαναπεράσουμε από δω! Δεν μπορώ να βρω τίποτα τώρα. Είναι πολύ μπερδεμένα.»
«Αχ, Τομ, τι θα κάνουμε; Έχουμε χαθεί! Ποτέ δεν πρόκειται να βγούμε από δω μέσα! Αχ, γιατί να απομακρυνθούμε απ' τους άλλους;»
Έπεσε κάτω κι έκλαιγε τόσο σπαραχτικά, που ο Τομ φοβήθηκε μήπως πεθάνει ή μήπως τρελαθεί. Κάθισε κάτω δίπλα της και την αγκάλιασε. Εκείνη έκρυψε το πρόσωπο της στο στήθος του, ζάρωσε πάνω του και έκλαιγε από το φόβο της, έκλαιγε για την απερισκεψία τους να προχωρήσουν μακριά απ' τους άλλους, και το κλάμα της το έπαιρνε η ηχώ και τους το γύριζε σαν ένα γέλιο που τους χλεύαζε. Ο Τομ την ικέτευσε να μη χάνει το θάρρος της, αλλά εκείνη του είπε πως αυτό ήταν πέρα από τις δυνάμεις της. Άρχισε τότε εκείνος να τα βάζει με τον εαυτό του και να τον βρίζει που την είχε φέρει σ' αυτή την απελπιστική κατάσταση. Αυτό ήταν πιο αποτελεσματικό από τα παρακάλια. Του είπε ότι θα προσπαθούσε να κάνει κουράγιο και θα σηκωνόταν να τον ακολουθήσει όπου την πήγαινε, φτάνει να μην ξαναπεί τέτοια πράγματα. Γιατί το φταίξιμο δεν ήταν μόνο δικό του. Άλλο τόσο έφταιγε κι η ίδια.
Συνέχισαν λοιπόν να προχωρούν στην τύχη. Ήταν το μόνο που μπορούσαν να κάνουν: να εξακολουθούν να προχωρούν, να μη μένουν στο ίδιο μέρος. Για ένα διάστημα αναπτερώθηκαν οι ελπίδες τους, όχι γιατί άλλαξε τίποτα, αλλά απλά και μόνο επειδή είναι φυσικό να αναγεννώνται όταν δεν έχουν εξαντληθεί από την ηλικία και τις συνεχείς απογοητεύσεις.
Σε λίγο ο Τομ πήρε το κερί της Μπέκι και το έσβησε. Αυτή η οικονομία σήμαινε πολλά• δε χρειάζονταν λόγια. Η Μπέκι δυστυχώς κατάλαβε πολύ καλά. Έσβησαν πάλι οι ελπίδες της. Ήξερε ότι ο Τομ είχε ακόμα στην τσέπη του τρία τέσσερα κομμάτια κερί και ένα ολόκληρο -κι όμως, παρ' όλα αυτά, έπρεπε να κάνει οικονομία στο κερί.
Σιγά σιγά άρχισαν να κουράζονται, προσπάθησαν όμως να μη δώσουν προσοχή• θα 'ταν φοβερό να καθίσουν κάτω τώρα και ν' αφήσουν να περνάει πολύτιμος χρόνος. Το να κινούνται προς οποιαδήποτε κατεύθυνση ήταν κι αυτό κάτι και, δεν ξέρεις, μπορεί και να έφερνε αποτέλεσμα• ενώ το να καθίσουν, ήταν σα να αναζητούσαν το θάνατο.
Ήρθε όμως και κάποια στιγμή που η Μπέκι, σαν πιο εύθραυστη, δεν μπορούσε με τίποτα να συνεχίσει να βαδίζει. Κάθισε κάτω. Ο Τομ κάθισε μαζί της κι άρχισαν να μιλάνε για τους δικούς τους, για τους φίλους που είχαν πάει μαζί τους εκδρομή, για μαλακά κρεβάτια και, πάνω απ' όλα, για... το φως! Η Μπέκι έβαλε τα κλάματα και ο Τομ προσπάθησε να βρει έναν τρόπο να την παρηγορήσει αλλά, ό,τι κι αν της είπε, το 'χε ήδη πει τόσες φορές που δεν ασκούσε πια καμιά επίδραση. Πιο πολύ έμοιαζε με σαρκασμό. Η Μπέκι ήτανε τόσο εξαντλημένη, που αποκοιμήθηκε. Ο Τομ ευχαριστήθηκε. Κοίταζε το συσπασμένο απ' την αγωνία πρόσωπο της να γαληνεύει με τα ευχάριστα όνειρα που 'βλεπε, και σιγά σιγά να απλώνεται πάνω του ένα χαμόγελο. Αυτό το ειρηνεμένο πρόσωπο μετέδιδε και σ' αυτόν ηρεμία και παρηγοριά• οι σκέψεις του περιπλανήθηκαν σε περασμένους καιρούς και ονειρικές καταστάσεις, Ήταν ακόμα βυθισμένος στις ονειροπολήσεις του, όταν η Μπέκι ξύπνησε με ένα αχνό χαμόγελο κι έναν γλυκό αναστεναγμό που κατέληξε αμέσως σε παράπονο.
«Μη μου πεις ότι κοιμήθηκα! Ω, Θεέ μου! Μακάρι να μην ξυπνούσα ποτέ! Καλά, Τομ, σε παρακαλώ, μην παίρνεις αυτό το ύφος! Δε θα το ξαναπώ αυτό ποτέ.»
«Καλύτερα που κοιμήθηκες, Μπέκι. Τώρα θα 'σαι ξεκούραστη και θα μπορέσουμε να βρούμε το δρόμο για έξω.»
«Ας προσπαθήσουμε. Αλλά εγώ είδα στο όνειρο μου έναν τόσο όμορφο τόπο. Μπορεί να πηγαίνουμε εκεί, Τομ.»
«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Κάνε κουράγιο και πάμε να ψάξουμε.»
Σηκώθηκαν και προχώρησαν πιασμένοι απ' το χέρι, αλλά χωρίς πολλές ελπίδες. Προσπαθούσαν να υπολογίσουν πόσο χρόνο είχαν μείνει μέσα στη σπηλιά, αλλά ήταν αδύνατον τους φαινόταν σα να είχαν περάσει μέρες ή ακόμα και βδομάδες• κι όμως, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό, γιατί τα κεριά τους δεν είχαν λιώσει όλα ακόμα.
Αρκετή ώρα μετά - δεν μπορούσαν να υπολογίσουν πόση ακριβώς- ο Τομ είπε πως πρέπει τώρα να πηγαίνουν αργά και να 'χουν το νου τους μήπως ακούσουν νερό να στάζει• έπρεπε να βρουν μια πηγή. Σε λίγο βρήκαν μία, και ο Τομ είπε πως ήταν καιρός να ξεκουραστούν λίγο. Ήταν κι οι δυο τους εξαντλημένοι απ' την κούραση, η Μπέκι όμως είπε πως θα μπορούσε να προχωρήσει ακόμα λίγο. Ο Τομ αρνήθηκε, κι αυτό της φάνηκε παράξενο. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Κάθισαν κάτω κι ο Τομ στερέωσε το κερί του στον τοίχο μπροστά τους με λίγη λάσπη. Μετά βυθίστηκαν σε σκέψεις και για λίγη ώρα δεν έλεγαν τίποτα. Κάποια στιγμή η Μπέκι έσπασε τη σιωπή:
«Τομ, πεινάω!»
Ο Τομ έβγαλε κάτι απ' την τσέπη του.
«Το θυμάσαι αυτό;» είπε.
Η Μπέκι σχεδόν χαμογέλασε.
«Είναι απ' τη γαμήλια τούρτα μας, Τομ.»
«Ναι, μακάρι όμως να 'ταν πιο μεγάλο. Είναι το μόνο που έχουμε.»
«Φύλαξα αυτό το κομμάτι την ώρα που τρώγαμε με τα παιδιά, για να το βλέπουμε και να πλάθουμε όνειρα, όπως κάνουν κι οι μεγάλοι με τις γαμήλιες τούρτες τους, αλλά τώρα θα είναι...»
Δεν τέλειωσε τη φράση της. Ο Τομ μοίρασε το κομμάτι και η Μπέκι έφαγε με όρεξη, ενώ ο Τομ μόλις που τσίμπησε το δικό του μερίδιο. Συμπλήρωσαν το γεύμα τους με άφθονο κρύο νερό απ' την πηγή. Σε λίγο η Μπέκι πρότεινε να σηκωθούν και να προχωρήσουν. Ο Τομ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ύστερα είπε:
«Μπέκι, μπορείς ν' ακούσεις κάτι που θα σου πω;»
Εκείνη χλόμιασε, αλλά του είπε ότι μπορούσε.
«Κοίτα, πρέπει να μείνουμε εδώ που υπάρχει τουλάχιστον νερό να πίνουμε. Αυτό το κομματάκι είναι το τελευταίο μας κερί. Δεν έχουμε άλλο.»
Η Μπέκι άρχισε να κλαίει και να θρηνεί. Ο Τομ έκανε ό,τι μπορούσε για να την παρηγορήσει, αλλά δεν κατάφερε και πολλά.
«Τομ!» είπε σε λίγο εκείνη.
«Τι είναι, Μπέκι;»
«Δε θα μας δουν μαζί τους και θα 'ρθουν να μας ψάξουν!»
«Ναι, σίγουρα θα 'ρθουν να μας ψάξουν!»
«Μπορεί και να μας ψάχνουν τώρα, ε Τομ;»
«Μπορεί, δεν αποκλείεται! Μακάρι!»
«Πότε, λες, να ανακάλυψαν ότι λείπουμε;»
«Όταν θα γύρισαν στο βαπόρι, φαντάζομαι.»
«Ναι, αλλά τότε θα ήταν σκοτάδι -μπορεί να μην είδανε ότι λείπουμε.»
«Δεν ξέρω. Πάντως η μαμά σου θα το καταλάβαινε ότι λείπεις, όταν θα φτάναν στο χωριό.»
Ένα τρομαγμένο βλέμμα της Μπέκι τον έφερε στα συγκαλά του και κατάλαβε πως είχε κάνει γκάφα. Η Μπέκι δε θα πήγαινε σπίτι της εκείνο το βράδυ! Τα δυο παιδιά σώπασαν κι αφοσιώθηκαν στις σκέψεις τους. Σε λίγο ένα καινούριο ξέσπασμα σε κλάμα έδειξε στον Τομ πως και η Μπέκι είχε κάνει ακριβώς την ίδια σκέψη μ' αυτόν: ότι δηλαδή θα μπορούσε να περάσει και όλο το πρωί της Κυριακής χωρίς να ανακαλύψει η κυρία Θάτσερ ότι η κόρη της δεν είχε κοιμηθεί στης κυρίας Χάρπερ. Τα παιδιά κάρφωσαν το βλέμμα τους πάνω στο τελευταίο κομματάκι κερί που τους απέμενε, και το παρατηρούσαν καθώς έλιωνε αργά αργά και ανελέητα• στο τέλος το φιτίλι του, ένας πόντος όλο κι όλο, έμεινε απογυμνωμένο- η αδύναμη φλογίτσα αναβόσβησε μερικές φορές κι άφησε μια λεπτή στήλη καπνού• και μετά έγινε βαθύ, απόλυτο σκοτάδι.
Μετά από ώρα η Μπέκι συνειδητοποίησε πως έκλαιγε στην αγκαλιά του Τομ. Κανείς απ' τους δυο δεν μπορούσε να πει πόσος χρόνος είχε περάσει απ' τη στιγμή που είχε σβήσει το κερί μέχρι τότε. Όσος κι αν ήταν, τους είχε φανεί σαν αιώνας. Είχαν πέσει σ' έναν βαθύ λήθαργο και τώρα συνέρχονταν κι άρχισαν πάλι να σκέφτονται την απελπιστική τους θέση. Ο Τομ είπε ότι τώρα μπορεί να ήταν Κυριακή, ίσως και Δευτέρα. Προσπάθησε να κάνει την Μπέκι να πει κάτι, αλλά η καρδιά της ήταν βαριά• δεν είχε καμιά ελπίδα πια. Ο Τομ είπε πως τώρα οπωσδήποτε θα έχουν ανακαλύψει πως λείπουν και θα 'χουν αρχίσει τις έρευνες. Φώναξε δυνατά μήπως τον ακούσει κανείς, αλλά η μακρινή ηχώ μες στο απόλυτο σκοτάδι ήτανε κάτι τόσο απαίσιο που δεν το ξαναεπιχείρησε.
Οι ώρες περνούσαν κι άρχισε πάλι να τους βασανίζει η πείνα. Είχε μείνει ακόμα ένα κομμάτι τούρτα απ' το μερίδιο του Τομ• το μοίρασαν και το έφαγαν. Το κομματάκι αυτό όμως τους άνοιξε την όρεξη και τώρα πεινούσαν περισσότερο.
«Σσς! άκουσες κάτι;» είπε σε λίγο ο Τομ.
Κράτησαν την αναπνοή τους κι αφουγκράστηκαν. Ακούστηκε κάτι σα μια πολύ απόμακρη φωνή. Ο Τομ απάντησε φωνάζοντας δυνατά και, παίρνοντας την Μπέκι απ' το χέρι, άρχισε να προχωρεί ψηλαφητά στο διάδρομο προς εκείνη την κατεύθυνση. Σε λίγο ακούστηκε πάλι η φωνή και μάλιστα πιο κοντά.
«Αυτοί είναι!» είπε ο Τομ. «Έρχονται να μας βρουν! Έλα, Μπέκι, σωθήκαμε!».

……………………….»
Συνεχίζεται…

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →