HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Τα σπήλαια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία ΙV

Topic #163 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 25 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #762 • 16 Jul 2005, 20:32 UTC
Τα σπήλαια στην αρχαία Ελληνική γραμματεία ΙV

Κύκλος: Μυθολογία.

Ο Ορφέας στο βασίλειο του Άδη


Πηγή: το βιβλίο «Μύθοι και θρύλοι της αρχαίας Ελλάδας», του Ν. Α. Κουν.

«Ο Ορφέας, ο μεγάλος τραγουδιστής, γιος του Οιάγρου, πούταν κάποιου ποταμιού θεός, και της μούσας Καλλιόπης, ζούσε στη μακρυνή Θράκη. Γυναίκα του ήταν η πανώρια νύμφη Ευρυδίκη κι’ ο Oρφέας την αγάπαγε πολύ. Δεν του δόθηκε όμως να χαρεί πολύν καιρό την ευτυχισμένη ζωή πού ζούσε με τη γυναίκα του. Μια μέρα, λίγο μετά το γάμο τους, η όμορφη Ευρυδίκη βρίσκονταν σ' ένα πράσινο λειβάδι και μάζευε, με τις φιλενάδες της, τις ολόχαρες νύμφες, ανοιξιάτικα λουλούδια. Δεν πρόσεξε ένα φίδι που σερνόταν μες στο πυκνό χορτάρι και το πάτησε. Το φίδι τη δάγκωσε στο ποδάρι. Η Ευρυδίκη έσκουξε δυνατά κι' έπεσε στην αγκαλιά των φιλενάδων της που τρέξανε σιμά της. Νεκρική χλωμάδα χύθηκε στο πρόσωπο της και τα μάτια της σβήσανε. Το φαρμακερό φίδι της πήρε τη ζωή. Χαροτρομάρα έπιασε τις φιλενάδες της κι' ο θρήνος τους αντήχησε ως πέρα, μακριά. Τις αγρίκησε ο Ορφέας κι' έτρεξε στο λειβάδι, οπού βρήκε το νεκρό κορμί της αγαπημένης του γυναίκας. Βαρειά θλίψη τον συνεπήρε. Δε μπορούσε ν' ανθέξει τούτον το χαμό. Καιρόν πολύ μοιρολογούσε την Ευριδίκη ο Ορφέας, ολάκερη πλάση θρηνούσε, το θλιμμένο του τραγούδι αγρικώντας.
Και, μια μέρα, πήρε την απόφαση να κατεβεί στα ζοφερά άντρα του Άδη, όπου ζουν οι ψυχές των πεθαμένων, για να παρακαλέσει τον Πλούτωνα και τη γυναίκα του Περσεφόνη, να του δώσουν πίσω την αγαπημένη του. Από την τρισκότεινη σπηλιά του Ταίναρου κατέβηκε στις όχθες της ιερής Στύγας.
Στεκόταν στην ακροποταμιά, μην ξέροντας πώς να περάσει στην αντίπερα όχθη, όπου άρχιζε το ζοφερό βασίλειο του Άδη. Γύρω του, σμάριασαν οι ίσκιοι των πεθαμένων. Τ' απόκουφα βογγητά τους, μοιάζαν με το θρόισμα από τα φύλλα στο φθινοπωριάτικο άνεμο. Από μακριά ακουγόταν πλατάγισμα κουπιών. Ήταν η βάρκα του Χάροντα που περνούσε τις ψυχές των πεθαμένων απ' το ποτάμι. Μόλις ο Χάροντας βγήκε στ' ακρογιάλι, ο Ορφέας τον παρακάλεσε να τον περάσει κι' αυτόν αντίπερα μαζί με τις ψυχές των πεθαμένων. Μα ο σκληρός Χάροντας δε δεχότανε. Σ' όλα τα παρακάλια του Ορφέα απαντούσε με ένα ξερό «Όχι!».
Άρχισε τότε ο Ορφέας να παίζει τη χρυσή του λύρα κι' οι μελωδίες της ξεχύθηκαν, κύματα πλατιά, πάνω στην όχθη της τρισκότεινης Στύγας. Τον μάγεψε το Χάροντα με τη μουσική του ο Όρφέας, καθόταν κι' άκουγε συνεπαρμένος ακουμπώντας στο κουπί. Δίχως να πάψει να παίζει τη λύρα, μπήκε ο Ορφέας στη βάρκα και ο Χάροντας την έσπρωξε μπήγοντας το κουπί στο γιαλό. Η βάρκα και ο Χάροντας πάνω στα σκοτεινά νερά της Στύγας. Ο Χάροντας πέρασε τον Ορφέα στην αντίπερα όχθη. Κι' εκείνος κατέβηκε απ' τη βάρκα και, τραγουδώντας με τη χρυσή του λύρα, κίνησε για το θρόνο του Πλούτωνα. Άκουσαν το τραγούδι οι ψυχές των πεθαμένων και μαζεύτηκαν γύρω του.
Τραγουδώντας, ζύγωσε, ο Ορφέας, στο θρόνο του νεκραφέντη Πλούτωνα και πρόσπεσε μπροστά του. Βαρούσε πιο δυνατά ακόμη τις χορδές της λύρας του, τραγούδαγε την αγάπη του για την Ευρυδίκη και την ευτυχισμένη τους ζωή στις λιόφωτες εκείνες ανοιξιάτικες μέρες. Μα η ευτυχία δε βάσταξε πολύ. Η Ευρυδίκη πέθανε. Έψαλλε ο Ορφέας τον πόνο του, το μαρτύριο της χαμένης του αγάπης και τη λαχτάρα του για κείνην που ο θάνατος του άρπαξε. Ολάκερο το βασίλειο του Άδη άκουγε μαγεμένο το τραγούδι του Ορφέα. Τον άκουγε ο Πλούτωνας με το κεφάλι γερμένο στο στήθος. Άκουγε κι' η θεά Περσεφόνη, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του Πλούτωνα, το θλιβερό τραγούδι του Ορφέα, βούρκωναν τα μάτια της από τη λύπη. Συνεπαρμένος απ' το γλυκόλαλο τραγούδι, ακόμα κι' ο Τάνταλος ξέχασε τ' ατέλειωτο μαρτύριο της πείνας και της δίψας. Ο Σίσυφος σταμάτησε το βαρύ κι' άσκοπο μόχθο του, κάθουνταν βαθειά συλλογισμένος πάνω στην πέτρα, που είχε καταδικαστεί ν’ ανεβάζει ασταμάτητα ως την κορφή του βουνού. Μαγεμένες απ' το τραγούδι του Ορφέα στέκονταν ασάλευτες οι Δαναΐδες, ξεχνώντας το άπατο πιθάρι τους. Κι' αυτή η Εκάβη, η τρομακτική τρικέφαλη θεά, σκέπαζε με τα χέρια της το πρόσωπο της για να μη δει κανείς τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της. Ακόμα κι' οι αδυσώπητες Εριννύες συγκινήθηκαν απ' το τραγούδι του Ορφέα. Μα να, οι χορδές της χρυσής λύρας αντηχούν ολοένα και πιο αδύναμα, το τραγούδι του Ορφέα μόλις ακούγεται, ώσπου χάνεται ολότελα, σαν πονεμένος, πνιγμένος στεναγμός.
Βαθειά σιγή απλώθηκε παντού. Ο Πλούτωνας κόβει τη σιωπή και ρωτάει τον Ορφέα γιατί ήρθε στο βασίλειο των πεθαμένων και τί θέλει να του ζητήσει. Κι' όμωσε ο νεκραφέντης του Άδη το μεγάλο όρκο των θεών — στα νερά της Στύγας — ότι θα κάνει ό,τι επιθυμεί ο υπέροχος τραγουδιστής. Κι' ο Ορφέας του αποκρίθηκε:
-Ω, πανίσχυρε άρχοντα Πλούτωνα, εσύ μας δέχεσαι εμάς τους θνητούς, στο βασίλειο σου, όταν σωθούν οι μέρες μας. Δεν ήρθα δω για να δω τη φρίκη του βασιλείου σου, μήτε για να πάρω — όπως έκανε ο Ηρακλής - το φύλακα του Άδη, τον τρικέφαλο Κέρβερο. Ήρθα να σε παρακαλέσω να μου δώσεις πίσω την Ευρυδίκη, τη γυναίκα μου, να την πάω στη γη. Χάρισε της πάλι τη ζωή, βλέπεις πόσο πολύ πονάω δίχως αυτήν! Σκέψου, άρχοντα, πόσο θα πόναγες και συ αν σούπαιρνε κανείς το ταίρι σου, την Περσεφόνη. Δεν σου την ζητάω για πάντα την Ευρυδίκη. Θα ξανάρθει στο βασίλειο σου. Είναι τόσο σύντομη ή ζωή μας, ώ Πλούτωνα τρανέ! Δείξε συμπόνια κι’ άφησε την Ευρυδίκη να γευτεί πάλι τις χαρές της ζωής, κατέβηκε τόσο νέα στο βασίλειο σου!
Ο θεός Πλούτωνας έμεινε για λίγο σκεφτικός, κατόπιν του απάντησε:
- Καλά Ορφέα! Θα σου δώσω πίσω την Ευρυδίκη. Πήγαινε την πάλι στη ζωή, στο φως του ήλιου. Πρέπει όμως να σεβαστείς έναν όρο: θα τραβάς πίσω απ' το θεό 'Ερμή, που θα σου δείξει το δρόμο, και, πίσω από σένα, θάρχεται η Ευρυδίκη. Όσο θα βαδίζεις μες στο χθόνιο βασίλειο μου, δε θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου. Θυμήσου! Αν πισωκοιτάξεις, αυτοστιγμής ή Ευρυδίκη θα γυρίσει για πάντα στο βασίλειο μου. Ο Ορφέας δέχτηκε τον όρο, βιαζόταν να φύγει αποκεί. Ο Ερμης, γοργός σαν τη σκέψη, έφερε τον ίσκιο της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας τη θωρούσε γιομάτος ευτυχία. Θέλησε να την αγκαλιάσει μα ο θεός Ερμής τον ανακράτησε λέγοντας του:
- Μα δε βλέπεις, Ορφέα, ότι δεν είναι, παρά ένας ίσκιος;
Άιντε, να πηγαίνουμε γρήγορα, γιατί έχουμε δύσκολο δρόμο μπροστά μας.
Ξεκίνησαν: Μπροστά πήγαινε ο Έρμής, ξοπίσω ερχόταν ο Ορφέας, και, πίσω απ' αυτόν, ο ίσκιος της Ευρυδίκης. Βγήκαν γρήγορα απ' το βασίλειο του Άδη. Ό Χάροντας τους πέρασε με τη βάρκα από τα νερά της Στύγας. Να και το μονοπάτι που βγάζει πάνω στη γη. Ο δρόμος είναι δύσκολος. Το μονοπάτι ανηφορίζει απότομα κι' είναι γεμάτο πέτρες μεγάλες. Σκοτάδι ολόγυρα πηχτό. Μόλις διακρίνεται η σιλουέτα του Ερμή που βαδίζει μπροστά. Μα, να, μακριά φαίνεται κάποιο φως. Εκεί είναι το έβγα! Αν κοίταζε πίσω του ο Ορφέας, τώρα, θα μπορούσε να δει την Ευρυδίκη. Μα, άραγε, έρχεται, στ' αλήθεια, πίσωθέ του; Μην τάχα έμεινε στο τρισκότεινο βασίλειο των ψυχών των πεθαμένων; Μπορεί νάμεινε πίσω, είναι τόσο τραχύς ο δρόμος. Μα, τότε, είναι καταδικασμένη να πλανιέται αιώνια μες στο σκοτάδι. Ό Ορφέας άργησε το βήμα του, τέντωσε τ' αυτί, μα δεν αγρίκησε τίποτα. Είναι, τάχα, δυνατό ν' ακουστούν τα βήματα ενός ασώματου ίσκιου; Η ανησυχία του Ορφέα ολοένα και μεγάλωνε, σα συλλογιόταν τί νάχε άραγε συμβεί στην Ευρυδίκη. Σταματούσε όλο και πιο συχνά. Γύρω τριγύρω, το φως δυνάμωνε. Τώρα θα μπορούσε να δει ξεκάθαρα τον ίσκιο της γυναίκας του. Και, για μια στιγμή, τα ξέχασε όλα, στάθηκε και κοίταξε πίσω. Είδε σιμά του τον ίσκιο της Ευρυδίκης, Της άπλωσε τα χέρια, άλλα ο ίσκιος πήρε να ξεμακραίνει ώσπου χάθηκε μες στο σκοτάδι. Ο Ορφέας απόμεινε σύξυλος και μαύρη απελπισία τον έπιασε.
Για δεύτερη φορά του δόθηκε να δει την Ευρυδίκη να πεθαίνει και, τούτη τη φορά, αυτός έφταιγε!
Πολλήν ώρα στάθηκε εκεί ασάλευτος. Σα να τον είχε παρατήσει ή ζωή, σα να ήταν άγαλμα μαρμάρινο. Στο τέλος, σάλεψε, έκανε ένα βήμα, ύστερα άλλο και κίνησε πίσω για τις όχθες της ζοφερής Στύγας. Ήταν αποφασισμένος να ξαναπάει στον Άδη, να ξαναπαρακαλέσει τον Πλούτωνα να του δώσει την Ευρυδίκη. Ό γέρο Χάροντας, όμως, δεν τον πέρασε πια με τη βάρκα από τη Στύγα. Ανώφελα τον ικέτευε ο Ορφέας. Τα παρακάλια του τραγουδιστή δε μάλαζαν πια τον αμείλικτο Χάροντα. Εφτά μέρες κι' εφτά νύκτες έμεινε ο Ορφέας βυθισμένος στη θλίψη του στην όχθη της Στύγας, χύνοντας δάκρυα πικρά, ξεχνώντας και την πείνα, ξεχνώντας τα πάντα, βαρυγκομώντας ενάντια στους θεούς του ζοφερού βασιλείου των πεθαμένων. Μόλις την όγδοη μέρα αποφάσισε να φύγει αποκεί και να ξαναγυρίσει στη Θράκη».

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →