Κάτι το διάβασμα για να τελειώσω – επιτέλους - κάτι παλιές και κάπως ξεχασμένες εξετάσεις, κάτι το ένα, κάτι το άλλο…. βιβλίο που να αναφέρεται και σε σπηλιές, δεν έπεσε στα χέρια μου. Μέχρι μέσα καλοκαιριού βεβαίως. Γιατί μετά ξεκίνησα να διαβάζω τα «Ξωτικά». Άλλο περίμενα, άλλο διάβασα τελικά, αλλά όπως και να ΄χει, δεν μπορώ να αγνοήσω τις αναφορές του βιβλίου σε σπήλαια.
Πρόκειται για ένα βιβλίο του Ν.Θεοδοσιάδη από τις εκδόσεις Αρχέτυπο, το οποίο μέσα από λαογραφικές αναφορές από όλο τον κόσμο, δίνει μια νότα πιο …. ξωτική στη ζωή μας. Αρκεί να μην τα πάρουμε και πολύ στα σοβαρά.
«…. Όμως ο μικρός Elidor ήταν τεμπέλης και ο δάσκαλός του τον έδερνε συχνά και έτσι μια μέρα το δωδεκάχρονο αγόρι το έσκασε και κρύφτηκε για δύο μέρες στην πυκνόφυλλη όχθη ενός ποταμού. Όσο περνούσαν οι ώρες ο Elidor πεινούσε όλο και πιο πολύ και όταν κάποια στιγμή άρχισε να ψάχνει για κάτι φαγώσιμο, αντίκρισε έκπληκτος στην είσοδο μιας σπηλιάς δυο μικρά ανθρωπάκια. Το ένα από αυτά του είπε: «Αν θέλεις να έρθεις μαζί μας, θα σε πάμε σε μια ευτυχισμένη χώρα, όπου θα μπορείς να παίζεις πολλά παιχνίδια….» Ο Elidor δέχτηκε αμέσως. Ποιο παιδί άλλωστε θα μπορούσε να αρνηθεί μια παρόμοια πρόσκληση; Έτσι ακολούθησε τα δυο ανθρωπάκια στη σπηλιά και ταξίδεψε για πολλές ώρες, μέσα σε σκοτεινά υπόγεια περάσματα»…..
«…Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει κανείς νομίζω, στις κατοπινές ελληνικές λαϊκές παραδόσεις που βρίθουν από πανέμορφες νεράιδες και ξωτικά, τις νύμφες της αρχαίας ελληνικής φύσης. Οι νεράιδες στις παραδόσεις μας εμφανίζονται να χορεύουν και να τραγουδούν όμορφα τραγούδια, κοντά σε ποτάμια, σε λαγκαδιές, σε σπηλιές και βαθιά μέσα σε πυκνά δάση. Πουθενά δεν αναφέρεται τίποτα για τον τόπο από τον οποίο έρχονταν, πολλές διηγήσεις όμως μιλάνε για νεραϊδοτρυπες, και σπηλιές όπου τις έχουν δει συγκεντρωμένες κι έχουν ακούσει τις μουσικές τους.»….
«..Μια σχετική ιστορία από το Τύρολο αναφέρεται σ΄ ένα χωρικό που ακολουθώντας το κοπάδι του σε μία σπηλιά συνάντησε μια όμορφη γυναίκα, η οποία αφού του πρόσφερε φαγητό, του πρότεινε να μείνει κοντά της ως κηπουρός. Τον οδήγησε μέσα από τις σπηλιές σε έναν πανέμορφο τόπο, όπου ο χωρικός έμεινε για πολλές εβδομάδες. Όταν τελικά νοστάλγησε το σπίτι του, τον οδήγησαν στην έξοδο της σπηλιάς και τον αποχαιρέτησαν. Όταν όμως βρέθηκε και πάλι στον τόπο του, όλα του φαίνονταν παράξενα και διαφορετικά. Κανείς απολύτως δεν τον αναγνώριζε εκτός από μια γριά γυναίκα που τον πλησίασε και τον ρώτησε: «Που ήσουν; Σε ψάχνω εδώ και διακόσια χρόνια….» Τον πήρε από το χέρι κι εκείνος έπεσε νεκρός, γιατί η γριά ήταν ο Θάνατος.»