HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Σπήλαια στο χαμένο κόσμο

Topic #1558 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 39 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #8703 • 02 Jun 2008, 19:27 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Ο χαμένος κόσμος» του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ (“The lost world” – Sir Arthur Conan Doyle, 1859 – 1930), σε μετάφραση Κίρας Σίνου, από τις εκδόσεις Κέδρος, Γ. Γενναδίου 3, Αθήνα 10678, τηλ. 210 3802007, fax: 210 3302655, www.kedros.gr, books@kedros.gr, ISBN: 978-960-04-3343-2

Σημείωση: Μετά το διάσημο συγγραφέα (και γιατρό) Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, δημιουργό του ακόμα πιο διάσημου ήρωα Σέρλοκ Χολμς, ακολούθησαν και άλλοι συγγραφείς με ιστορίες σαν τον «Χαμένο Κόσμο» και σε αυτές βασίστηκαν κινηματογραφικές ταινίες όπως «Κινγκ Κονγκ», «Τζουράσικ Παρκ» κ.λ.π. Τα screenshots είναι από την ομώνυμη τηλεταινία, δες και http://www.imdb.com/title/tt0302739/.



rn«…………………….rnΠιο κάτω θα μπορούσατε να δείτε καθισμένους εμάς τους τρεις - εμένα, ηλιοκαμένο, νέο και ρωμαλέο ύστερα από την υπαίθρια πεζοπορία, τον Σάμερλι, σοβαρό μα ακόμα με την κριτική του διάθεση και την αιώνια πίπα του, και τον πανέξυπνο λόρδο Τζον, με τη λεπτή, σβέλτη κορμοστασιά του να στηρίζεται στην καραμπίνα του και τα αετίσια μάτια του στυλωμένα με μεγάλο ενδιαφέρον στον ομιλητή. Πίσω μας ήταν μαζεμένοι οι δυο μαυριδεροί μιγάδες και η μικρή παρέα των Ινδιάνων, ενώ μπροστά κι από πάνω μας ορθώνονταν οι πελώριοι, κοκκινωποί βράχοι που μας εμπόδιζαν να φτάσουμε στον προορισμό μας.rn«Δεν είναι ανάγκη να σας πω», είπε ο αρχηγός μας, «ότι όταν είχα έρθει εδώ την πρώτη φορά εξάντλησα κάθε μέσο για να σκαρφαλώσω στο βράχο, κι αφού απέτυχα εγώ, θεωρώ απίθανο να το καταφέρει κάποιος άλλος, μια και είμαι αρκετά καλός ορειβάτης. Τότε δεν είχα μαζί μου εξοπλισμό για αναρρίχηση, μα τώρα φρόντισα να φέρω. Είμαι σίγουρος ότι με τη βοήθεια του μπορώ να σκαρφαλώσω ως την κορυφή αυτού του ξεχωριστού βράχου. Όμως έτσι όπως υπερκρέμεται ο κύριος σχηματισμός είναι μάταιος κόπος να δοκιμάσουμε να ανεβούμε από κει. Στην τελευταία μου επίσκεψη βιαζόμουν, γιατί πλησίαζε η εποχή των βροχών και οι προμήθειες μου εξαντλούνταν. Αυτοί οι συλλογισμοί περιόρισαν το χρόνο μου και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι έλεγξα το βράχο για εννιά περίπου χιλιόμετρα προς τα ανατολικά, χωρίς να βρω κάποιο δρόμο που πιθανόν να οδηγούσε μέχρι επάνω. Τι λέτε να κάνουμε τώρα;»rn«Όπως φαίνεται, υπάρχει μόνο μία λογική λύση», είπε ο καθηγητής Σάμερλι. «Αν έχετε εξερευνήσει το ανατολικό τμήμα, πρέπει να πορευτούμε δυτικά γύρω από τους πρόποδες του βράχου και να ψάξουμε για κάποια δυνατότητα ανόδου».rn«Σωστά», είπε ο λόρδος Τζον. «Υπάρχει μια πιθανότητα να μην είναι πολύ μεγάλο το οροπέδιο και θα συνεχίσουμε να προχωρούμε γύρω του μέχρι να βρούμε έναν εύκολο δρόμο για πάνω ή να γυρίσουμε στο σημείο απ' όπου ξεκινήσαμε».rn«Έχω κιόλας εξηγήσει στο νεαρό μας φίλο από δω», είπε ο Τσάλεντζερ (έχει ένα τρόπο να αναφέρεται σ' εμένα λες και είμαι δεκάχρονο μαθητούδι), «ότι αποκλείεται να υπάρχει εύκολος δρόμος για επάνω, για τον απλούστατο λόγο πως αν υπήρχε, η κορυφή δε θα ήταν απομονωμένη και δε θα επικρατούσαν οι συνθήκες που πραγματοποίησαν μια ιδιότυπη παρέμβαση στους γενικούς νόμους της επιβίωσης. Παραδέχομαι όμως ότι μπορεί να υπάρχουν σημεία απ' όπου ένας εξειδικευ¬μένος ορειβάτης θα μπορούσε να φτάσει ως την κορυφή, ενώ ένα δυσκίνητο και βαρύ ζώο δε θα μπορούσε να κατεβεί. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει ένα σημείο απ' όπου μια τέτοια ανάβαση είναι εφικτή».rn«Πώς το ξέρετε, κύριε;» ρώτησε απότομα ο Σάμερλι.rn«Ο Αμερικανός Μέιπλ Ουάιτ, που προηγήθηκε από μένα, έκανε πραγματικά αυτή την ανάβαση. Πώς διαφορετικά μπορούσε να δει το τέρας που ζωγράφισε στο μπλοκ του;»rn«Εδώ οι συλλογισμοί σας προτρέχουν των αποδειγμένων γεγονότων», είπε ο πεισματάρης Σάμερλι. «Παραδέχομαι το οροπέδιο σας, γιατί το βλέπω. Όμως δεν έχω πειστεί ακόμα ότι εκεί υπάρχει έστω κάποια μορφή ζωής».rn……………………………..rnΑπομακρυνθήκαμε σιωπηλοί και συνεχίσαμε το δρόμο μας γύρω από το βράχο, που ήταν το ίδιο λείος και ομαλός όπως οι παγοπεδιάδες της Ανταρκτικής που έχω δει σε εικόνες να απλώνονται από τον ένα ορίζοντα ως τον άλλο και να πυργώνονται πάνω από τα κατάρτια του εξερευνητικού σκάφους. Μέσα σε οχτώ χιλιόμετρα δεν είδαμε ούτε ρωγμή ούτε άνοιγμα. Και τότε, ξαφνικά, αντικρίσαμε κάτι που μας γέμισε με νέες ελπίδες. Σε μια κουφάλα του βράχου, προστατευμένη από τη βροχή, ήταν ζωγραφισμένο με κιμωλία ένα χονδροειδές βέλος που συνέχιζε να δείχνει δυτικά.rn«Πάλι ο Μέιπλ Ουάιτ», είπε ο καθηγητής Τσάλεντζερ. «Προαισθανόταν ότι άξια βήματα θα τον ακολουθούσαν από κοντά».rn«Επομένως είχε κιμωλία;»rn«Είχε μαζί του ένα κουτί με χρωματιστές κιμωλίες. Το βρήκα στο σακίδιο του. Θυμάμαι ότι από την άσπρη είχε μείνει ένα απολειφάδι».rn«Σίγουρα πρόκειται για καλό τεκμήριο», είπε ο Σάμερλι. «Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε τις οδηγίες του και να συνεχίσουμε δυτικά». Προχωρήσαμε άλλα οχτώ χιλιόμετρα, όταν αντικρίσαμε πάλι στο βράχο το άσπρο βέλος. Σ' αυτό το μέρος είδαμε για πρώτη φορά την πρόσοψη του βράχου σχισμένη από μια στενή ρωγμή. Μέσα στη ρωγμή βρήκαμε ένα δεύτερο βέλος, που έδειχνε προς τα πάνω, με την αιχμή του κάπως ανασηκωμένη, λες κι ήθελε να μας πει ότι το σημείο που υποδείκνυε βρισκόταν πάνω από το επίπεδο του εδάφους. rnΉταν ένας επιβλητικός χώρος, γιατί οι τοίχοι ήταν τόσο ψηλοί και η χαραμάδα του γαλάζιου ουρανού τόσο λεπτή και τόσο σκιασμένη από τα διπλά κρόσσια της πρασινάδας, που μόνο ένα αμυδρό και θαμπό φως έφτανε ως τον πυθμένα. Είχαμε να φάμε πολλές ώρες και ήμασταν πολύ εξαντλημένοι από το περπάτημα πάνω σ' ένα πετρώδες και ανώμαλο έδαφος, αλλά τα νεύρα μας παραήταν τεντωμένα για να μας επιτρέψουν να σταματήσουμε. Διατάξαμε τους Ινδιάνους να στήσουν την κατασκήνωση και, αφήνοντας τους να την τακτοποιήσουν, εμείς οι τέσσερις με τους δύο μιγάδες συνεχίσαμε να ανεβαίνουμε τη στενή χαράδρα.rnΔεν ήταν πιο φαρδιά από δώδεκα μέτρα στο στόμιο της, μα στένευε γρήγορα, μέχρι που κατέληγε σε μια όρθια γωνία, πολύ ευθεία και λεία για να μπορέσουμε ν' ανεβούμε. Σίγουρα δεν ήταν αυτό που ο πρωτοπόρος Ουάιτ ήθελε να υποδείξει. Γυρίσαμε πίσω - ολόκληρη η χαράδρα δεν ξεπερνούσε σε βάθος τα τετρακόσια μέτρα - και τότε, ξαφνικά, το γοργό μάτι του λόρδου Τζον έπεσε πάνω σ' αυτό που γυρεύαμε. Ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας, ανάμεσα στις μαύρες σκιές, βρισκόταν ένας πιο σκούρος κύκλος. Σίγουρα μπορούσε να είναι το άνοιγμα μιας σπηλιάς.rnΣτη βάση του βράχου υπήρχαν σωροί από πέτρες και δε στάθηκε δύσκολο να σκαρφαλώσουμε επάνω τους. 'Οταν φτάσαμε ως εκεί, δεν είχαμε πια καμιά αμφιβολία. Όχι μόνο ήταν ένα άνοιγμα στο βράχο, αλλά δίπλα του ήταν ζωγραφισμένο πάλι ένα βέλος. Από δω είχαν καταφέρει ν' ανεβούν ο Μέιπλ Ουάιτ και ο κακότυχος σύντροφος του.rnΉμασταν πολύ ξεσηκωμένοι για να γυρίσουμε στην κατασκήνωση και θέλαμε να κάνουμε αμέσως την πρώτη μας εξερεύνηση. Ο λόρδος Τζον είχε ένα ηλεκτρικό φανάρι στο σακίδιο του κι αυτό θα μας φώτιζε. Προχωρούσε ρίχνοντας μπροστά του ένα μικρό κύκλο κίτρινης λάμψης και εμείς τον ακολουθούσαμε κατά πόδας σε μονή γραμμή.rnΉταν φανερό πως η σπηλιά είχε σκαφτεί από νερά - οι τοίχοι ήταν λείοι και το δάπεδο καλυμμένο με στρογγυλεμένες πέτρες. Στο ύψος χωρούσε ένα σκυμμένο άντρα. Επί δεκαπέντε μέτρα διέσχιζε το βράχο σε σχεδόν ευθεία γραμμή κι έπειτα ανηφόριζε σε μια γωνία 45°. Σε λίγο αυτή η ανηφόρα έγινε ακόμη πιο απότομη και βρεθήκαμε να σκαρφαλώνουμε στα τέσσερα πάνω σε χαλίκια που γλιστρούσαν από κάτω μας. Ξαφνικά ακούσαμε το λόρδο Ρόξτον να φωνάζει: rn- «Είναι φραγμένο!»rnΜαζεμένοι πίσω του είδαμε στο κίτρινο φως έναν τοίχο από σπασμένο βασάλτη που έφτανε ως την οροφή.rn«Έπεσε η σκεπή!»rnΆδικα βγάλαμε μερικά κομμάτια βράχου. Το μόνο αποτέλεσμα ήταν άλλα μεγαλύτερα να ελευθερωθούν απειλώντας μας να κυλήσουν κάτω και να μας συνθλίψουν. Ήταν φανερό ότι το εμπόδιο ξεπερνούσε κατά πολύ τις προσπάθειες που μπορούσαμε να καταβάλουμε για να το απομακρύνουμε. Ο δρόμος από τον οποίο ανέβηκε ο Μέιπλ Ουάιτ δεν ήταν πια διαθέσιμος.rnΜε το ηθικό μας τόσο πεσμένο που δεν είχαμε καμιά διάθεση να μιλήσουμε, κατεβήκαμε παραπατώντας το τούνελ και τραβήξαμε για την κατασκήνωση.rnΌμως ένα επεισόδιο που έγινε προτού βγούμε από τη χαράδρα αποδείχτηκε σημαντικό, αν λάβουμε υπόψη μας αυτά που συνέβησαν αργότερα.rnΕίχαμε μαζευτεί στον πυθμένα της χαράδρας, καμιά δωδεκαριά μέτρα από την είσοδο της σπηλιάς, όταν ένας πελώριος βράχος κύλησε ξαφνικά προς τα κάτω και μας προσπέρασε με φοβερή δύναμη. Παραλίγο να χτυπήσει κάποιον ή και όλους μας. Δεν μπορέσαμε να δούμε από πού μας ήρθε ο βράχος, μα οι μιγάδες μας, που βρίσκονταν ακόμα ψηλά στην είσοδο της σπηλιάς, είπαν ότι πέρασε πετώντας από κοντά τους. Έπρεπε επομένως να είχε πέσει από την κορυφή. Κοιτάζοντας επάνω δεν είδαμε ούτε ίχνος κίνησης στην πράσινη ζούγκλα που φύτρωνε στο οροπέδιο. Δεν υπήρχε όμως αμφιβολία πως η κοτρόνα σημάδευε εμάς, έτσι που το συμβάν επισήμαινε την παρουσία ανθρώπων - και μάλιστα κακόβουλων ανθρώπων - πάνω στο οροπέδιο.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/aV221Jrr.jpg


………………………………..rnΌταν συζητήσαμε την κατάσταση, αποφασίσαμε ότι το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε ήταν να συνεχίσουμε την πορεία μας γύρω από το οροπέδιο, με την ελπίδα να βρούμε κάποιον άλλο τρόπο να φτάσουμε ως επάνω. Η γραμμή των βράχων, που είχε τώρα χαμηλώσει σημαντικά, είχε αρχίσει κιόλας να κατευθύνεται από τη δύση προς το βορρά, κι αν θεωρούσαμε πως σχημάτιζε το τόξο ενός κύκλου, ολόκληρη η περίμετρος δεν μπορούσε να είναι πολύ μεγάλη. Στη χειρότερη περίπτωση, σε λίγες μέρες θα επιστρέφαμε εκεί απ' όπου είχαμε ξεκινήσει.rn………………………………..rn- «Βρήκατε ένα δρόμο για επάνω;»rn- «Τολμώ να το ισχυριστώ».rn- «Και πού;»rnΑντί να απαντήσει, έδειξε τον κωνοειδή πύργο στα δεξιά μας. Τα πρόσωπα μας - τουλάχιστον το δικό μου - έδειξαν απογοητευμένα καθώς τον κοιτάζαμε. Ότι ήταν δυνατόν να τον σκαρφαλώσεις μας το είχε διαβεβαιώσει ο ίδιος. Μα ανάμεσα στον πύργο και στο οροπέδιο έχασκε μια φοβερή άβυσσος.rn«Δε γίνεται να περάσουμε από πάνω της», ψέλλισα. «Μπορούμε, τουλάχιστον, να φτάσουμε ως την κορυφή», είπε εκείνος. «Όταν θα βρισκόμαστε εκεί ίσως μπορέσω να σας αποδείξω ότι η επινοητικότητα ενός εφευρετικού μυαλού δεν έχει ακόμα εξαντληθεί». Αφού φάγαμε το πρωινό μας, ανοίξαμε το δέμα στο οποίο ο αρχηγός μας κουβαλούσε τον αναρριχητικό του εξοπλισμό. Έβγαλε από κει μια κουλούρα από το πιο ελαφρύ και γερό σκοινί, καμιά πενηνταριά μέτρα, και σίδερα, σφιγκτήρες και άλλα εξαρτήματα. Ο λόρδος Τζον ήταν πεπειραμένος αλπινιστής κι ο Σάμερλι είχε κάνει πολλές φορές δύσκολες αναρριχήσεις, έτσι ώστε ο μόνος πρωτάρης της παρέαςrn rnήμουν εγώ, αλλά η δύναμη και η ενεργητικότητα μου μπορούσαν να αντισταθμίσουν την απειρία μου.rnΠράγματι, δεν ήταν και τόσο σκληρή δουλειά, αν και υπήρξαν στιγμές που τα μαλλιά μου σηκώνονταν όρθια στο κεφάλι μου. Το πρώτο μισό της ανάβασης ήταν ευκολότατο, μα από κει και πέρα η ανηφόρα γινόταν όλο και πιο απότομη, μέχρι που στα τελευταία δεκαπέντε μέτρα κολλούσαμε με τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών μας στις μικροσκοπικές ρωγμές και στα βαθουλώματα του βράχου. Δε θα τα κατάφερνα, ούτε εγώ ούτε ο Σάμερλι, αν δεν ήταν ο Τσάλεντζερ, που είχε αναρριχηθεί κιόλας στην κορυφή (ήταν εκπληκτικό να βλέπεις τέτοια ενεργητικότητα σ' ένα τόσο άγαρμπο πλάσμα) και είχε δέσει το σκοινί γύρωαπό τον κορμό του αρκετά μεγάλου δέντρου που φύτρωνε εκεί. Με τη βοήθεια του μπορέσαμε σε λίγο να σκαρφαλώσουμε στον ανώμαλο τοίχο, μέχρι που βρεθήκαμε σ' ένα χορταριασμένο μικρό πλάτωμα, εφτά περίπου μέτρα από κάθε πλευρά, που αποτελούσε την κορυφή.rn…………………………………….rnΕίχε ένα σωρό να κάνει κι ο πιστός μας σύντροφος τα έκανε όλα. Πρώτα απ' όλα, ακολουθώντας τις οδηγίες μας, έλυσε το σκοινί από το κούτσουρο κι έριξε σ' εμάς τη μια του άκρη. Δεν ήταν πιο χοντρό από ένα σκοινί για άπλωμα ρούχων, μα ήταν πολύ γερό και, μόλο που δε θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε ως γέφυρα, μπορούσε να αποδειχτεί πολύτιμο αν χρειαζόταν κάπου να σκαρφαλώσουμε.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq23cO9J.jpg
rn…………………………………….rnΥ.Γ. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο πιο απελπιστική βρίσκω την κατάσταση μας. Αν υπήρχε ένα ψηλό δέντρο κοντά στην άκρη του οροπεδίου, ίσως θα ήταν δυνατόν να φτιάξουμε μια γέφυρα, μα δεν υπάρχει τίποτα σε ακτίνα πενήντα μέτρων. Ακόμη και με ενωμένες τις δυνάμεις μας δε θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε έναν κορμό που να εξυπηρετεί το σκοπό μας. Το σκοινί είναι, φυσικά, πολύ κοντό για να κατεβούμε με τη βοήθεια του. Όχι, η θέση μας είναι απελπιστική - απελπιστική!rn…………………………………….rnΤα βράχια εκεί αποτελούσαν πιστό αντίγραφο των βασάλτινων βράχων της εξωτερικής πλευράς και σχημάτιζαν έναν γκρεμό ύψους εξήντα μέτρων, με μια δασωμένη πλαγιά κάτω τους. Στο μήκος της βάσης αυτών των βράχων, λίγο ψηλότερα από το έδαφος, είδα με τα κιάλια μου αρκετές μαύρες τρύπες, που υπέθεσα πως ήταν στόμια από σπηλιές. Στο άνοιγμα μιας απ' αυτές λαμπύριζε κάτι άσπρο, μα δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ήταν.rn…………………………………….rnΤο πρώτο πράγμα που είδα με άφησε κατάπληκτο. Οταν περιέγραψα τη θέα από την κορυφή του γιγάντιου δέντρου, είπα ότι είδα στους μακρινούς βράχους μερικές σκούρες κηλίδες που μου φάνηκαν σαν στόμια σπηλαίων. Τώρα που έβλεπα τους ίδιους βράχους, είδα παντού φωτεινούς κύκλους, κατακόκκινα μπαλώματα με καθαρογραμμένα περιγράμματα, όπως τα φινιστρίνια ενός υπερωκεάνιου τη νύχτα. Για μια στιγμή υπέθεσα πως πρέπει να ήταν το αντιφέγγισμα της λάβας που προκάλεσε η δράση κάποιου ηφαιστείου, μα δεν μπορούσε να ήταν αυτό. Κάθε ηφαιστειακή δραστηριότητα θα έπρεπε να συμβαίνει χαμηλά στη γούβα και όχι ψηλά στα βράχια. Τότε τι μπορούσε να ήταν;rnΉταν εκπληκτικό, κι όμως αυτό έπρεπε να ήταν. Αυτές οι κόκκινες κηλίδες ήταν μάλλον οι ανταύγειες από φωτιές μέσα σε σπηλιές, φωτιές που μόνο ανθρώπινο χέρι μπορούσε να τις έχει ανάψει. Εδώ στο οροπέδιο υπήρχαν ανθρώπινα πλάσματα. Πόσο ένδοξη αποδεικνυόταν η αποστολή μου. Τι είδηση ήταν αυτή που θα φέρναμε μαζί μας στο Λονδίνο! Έμεινα ξαπλωμένος για πολλή ώρα και παρακολουθούσα τις κοκκι¬νωπές τρεμουλιαστές κηλίδες. Υποθέτω ότι απείχαν δεκαπέντε χιλιόμετρα από μένα κι όμως, ακόμη κι απ' αυτή την απόσταση, μπορούσα να δω πως ώρες ώρες έπαιζαν ή σκοτείνιαζαν καθώς κάποιος περνούσε από μπροστά τους. Τι δε θα 'δινα να μπορούσα να συρθώ ως εκεί, να κρυφοκοιτάξω μέσα και να πάω στους συντρόφους μου κάποιες πληροφορίες σχετικά με το παρουσιαστικό και το χαρακτήρα της ράτσας που ζούσε σ' έναν τόσο παράδοξο τόπο! rn………………………………….rnΗ νίκη των Ινδιάνων και η εξόντωση των πιθηκάνθρωπων σηματοδότησε την κρίσιμη καμπή της μοίρας μας. Από τότε και στο εξής ήμασταν πραγματικά οι κυρίαρχοι του οροπεδίου, γιατί οι ιθαγενείς μας ατένιζαν με φόβο ανάμεικτο με ευγνωμοσύνη, καθώς εμείς με τις παράξενες δυνάμεις μας τους βοηθήσαμε να κατατροπώσουν τον προαιώνιο εχθρό τους. Ίσως μέσα στα μύχια της ψυχής τους να χαίρονταν αν αυτοί οι τρομεροί και απίθανοι άνθρωποι έφευγαν, μα οι ίδιοι δε μας πρότειναν κανένα τρόπο για να κατέβουμε στην πεδιάδα. Απ' ό,τι μπορέσαμε να καταλάβουμε από τις χειρονομίες τους, παλιότερα υπήρχε μια σήραγγα, το κάτω μέρος της οποίας είχαμε δει, απ' όπου μπορούσες να φτάσεις μέχρι εδώ. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι από εκεί είχαν έρθει, σε διαφορετικές εποχές, οι πιθηκάνθρωποι και οι Ινδιάνοι, ενώ ο Μέιπλ Ουάιτ και ο σύντροφος του είχαν ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Μόλις πριν από ένα χρόνο ωστόσο είχε γίνει ένας φοβερός σεισμός και το πάνω τμήμα της σήραγγας είχε γκρεμιστεί και είχε καταστραφεί εντελώς. Τώρα οι Ινδιάνοι κουνούσαν μόνο τα κεφάλια τους και rnσήκωναν τους ώμους τους όταν τους εξηγούσαμε με νοήματα ότι θέλαμε να rnκατεβούμε. Ίσως να μην μπορούσαν, μα ίσως και να μην ήθελαν να μας βοηθήσουν να φύγουμε.rn…………………………………….rnΔυο μέρες μετά τη μάχη επιστρέψαμε διασχίζοντας το οροπέδιο μαζί με τους συμμάχους μας και στήσαμε την κατασκήνωση μας στους πρόποδες των βράχων. Εκείνοι ήθελαν να μοιραστούν τις σπηλιές μαζί μας, μα ο λόρδος Τζον δεν το δεχόταν με κανένα τρόπο, με το συλλογισμό ότι θα ήμασταν του χεριού τους αν είχαν διάθεση για προδοσία. Γι' αυτόrnπροτιμήσαμε να μείνουμε ανεξάρτητοι, κι ενώ διατηρούσαμε τις πιο φιλικές σχέσεις μαζί τους, είχαμε τα όπλα μας έτοιμα για ώρα ανάγκης. rnΕπισκεπτόμασταν συνέχεια τις σπηλιές τους, που ήταν πολύ άξιοπρόσεκτες, μόλο που δεν μπορέσαμε να διαπιστώσουμε ποτέ αν ήταν φτιαγμένες από τον άνθρωπο ή από τη φύση. Βρίσκονταν όλες στο ίδιο στρώμα, σκαμμένες σ' ένα μαλακό πέτρωμα στριμωγμένο ανάμεσα στον ηφαιστειογενή βασάλτη που σχημάτιζε τους κοκκινωπούς βράχους από πάνω και στο σκληρό γρανίτη που αποτελούσε τη βάση τους. Οι εμπατές ήταν κάπου ογδόντα πόδια πάνω από το έδαφος. Έφτανες ως εκεί από μια μακριά πέτρινη σκάλα, τόσο στενή και απότομη, που κανένα μεγάλο ζώο δεν μπορούσε να την ανέβει. Μέσα ήταν ζεστές και στεγνές, και ακολουθούσαν ίσιους διαδρόμους διαφορετικού μήκους, με λείους γκρίζους τοίχους διακοσμημένους με πολλούς εξαιρετικούς πίνακες ζωγραφισμένους με καρβουνιασμένα κλαδιά, που απεικόνιζαν διάφορα ζώα του οροπεδίου. Ακόμη κι αν κάθε ζωντανό πλάσμα εξαφανιζόταν απ' αυτήν τη χώρα, ο εξερευνητής του μέλλοντος θα έβρισκε στους τοίχους αυτών των σπηλαίων άφθονες αποδείξεις για την παράδοξη πανίδα, τους δεινόσαυρους, τους ιγκουανόδοντες και τις θαλάσσιες σαύρες που είχαν ζήσει τόσο πρόσφατα στη Γη.rn……………………………………….

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq23djAA.jpg


rnΉταν η τρίτη μέρα από τότε που είχαμε μεταφέρει το στρατόπεδο μας κοντά στις σπηλιές των Ινδιάνων, όταν συνέβη η τραγωδία. Ο Τσάλεντζερ και ο Σάμερλι είχαν φύγει εκείνη τη μέρα μαζί για τη λίμνη, όπου μερικοί ιθαγενείς καμάκωναν κάτω από τις οδηγίες τους δείγματα από τις μεγάλες σαύρες. Ο λόρδος Τζον κι εγώ είχαμε μείνει στην κατασκήνωση, ενώ αρκετοί Ινδιάνοι ήταν σκορπισμένοι στη χορταριασμένη πλαγιά μπροστά στις σπηλιές κάνοντας διάφορες δουλειές. Ξαφνικά αντήχησε μια διαπεραστική κραυγή συναγερμού, με τη λέξη «Στόα» να ακούγεται από εκατοντάδες στόματα. Από κάθε μεριά άντρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν σαν παλαβοί να βρουν καταφύγιο, ανεβαίνοντας σαν μελίσσια τις σκάλες και τρυπώνοντας πανικόβλητοι στις σπηλιές.rnΚαθώς κοιτάξαμε ψηλά, τους είδαμε να μας κουνούν τα χέρια από τους βράχους γνέφοντας μας να ανεβούμε στο καταφύγιο τους. Αρπάξαμε και οι δυο τα όπλα μας και βγήκαμε έξω τρέχοντας να δούμε τι μπορούσε να ήταν αυτός ο κίνδυνος. Ξαφνικά μέσα από τα δέντρα πετά χτηκε μια ομάδα από δώδεκα με δεκαπέντε ερυθρόδερμους που έτρεχαν να γλιτώσουν, και πίσω τους, ακολουθώντας κατά πόδας, έρχονταν δύο από τα τρομακτικά τέρατα που είχαν αναστατώσει την κατασκήνωση μας και είχαν καταδιώξει εμένα στο μοναχικό περίπατο μου.rn…………………………………………..rn «Σίγουρα πρόκειται για κάποιο είδος γραφής», είπε ο Τσάλεντζερ.rn«Μου θυμίζει διαγωνισμό γρίφων», έκανε ο λόρδος Τζον τεντώνοντας το λαιμό του για να το δει καλύτερα. Και ξαφνικά άπλωσε το χέρι του και άρπαξε το φλοιό. «Μα το Δία!» φώναξε. «Νομίζω πως βρήκα τη λύση. Ο νεαρός από δω μάντεψε σωστά από την πρώτη στιγμή. Κοιτάξτε εδώ! Πόσα σημάδια υπάρχουν σ' αυτό το σχέδιο; Δεκαοχτώ. Αν λοιπόν το καλοσκεφτείτε, στη λοφοπλαγιά από πάνω μας υπάρχουν δεκαοχτώ ανοίγματα από σπηλιές».rn«Μου έδειξε με το χέρι τις σπηλιές όταν μου το έδωσε», πέταξα εγώ.rn«Αυτό είναι. Πρόκειται για ένα διάγραμμα των σπηλιών. Μάλιστα! Δεκαοχτώ από δαύτες στη σειρά, μερικές ρηχές, άλλες βαθιές, μερικές με διακλαδώσεις, έτσι όπως τις είδαμε. Είναι χάρτης, και εδώ υπάρχει ένας σταυρός. Τι σημαίνει αυτός ο σταυρός; Σημαδεύει μία που είναι πολύ πιο βαθιά από τις άλλες».rn«Μία που είναι διαμπερής», φώναξα.rn«Νομίζω πως ο νεαρός μας φίλος έλυσε το πρόβλημα», είπε ο Τσάλεντζερ. «Αν η σπηλιά δεν είναι διαμπερής, δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό το πρόσωπο, που έχει κάθε λόγο να θέλει το καλό μας, εφιστά σ' αυτήν την προσοχή μας. Αν όμως είναι διαμπερής και βγαίνει στο αντίστοιχο σημείο από την άλλη πλευρά, δε θα έχουμε παρά να κατεβούμε τριάντα μέτρα».rn«Τριάντα μέτρα!» γκρίνιαξε ο Σάμερλι.rn«Το σκοινί μας έχει μήκος πάνω από τριάντα μέτρα», φώναξα. «Σίγουρα θα μπορέσουμε να κατέβουμε».rn«Και τι θα γίνει με τους Ινδιάνους που ζουν στη σπηλιά;» έφερε αντίρρηση ο Σάμερλι.rn«Δεν υπάρχουν Ινδιάνοι σε καμία από τις σπηλιές πάνω από το κεφάλι μας», είπα εγώ. «Τις χρησιμοποιούν όλες ως αχυρώνες και αποθήκες. Γιατί να μην ανεβούμε τώρα και να ανιχνεύσουμε το έδαφος;»rnΣτο οροπέδιο υπάρχει ένα είδος ασφαλτούχου ξύλου, ένα είδος ζαραουκάριας όπως λέει ο βοτανολόγος μας, και οι Ινδιάνοι το χρησιμοποιούν πάντα για δάδες. Ο καθένας μας πήρε από ένα δεμάτι και ξεκινήσαμε από τα χορταριασμένα σκαλοπάτια προς τη σπηλιά που ήταν μαρκαρισμένη στο σχέδιο. Όπως είπα, ήταν αδειανή, εκτός από πολλές πελώριες νυχτερίδες που φτεροκοπούσαν γύρω από τα κεφάλια μας ενώ προχωρούσαμε. Καθώς δεν είχαμε καμιά όρεξη να τραβήξουμε την προσοχή των Ινδιάνων, σκουντουφλούσαμε στο σκοτάδι μέχρι να στρίψουμε αρκετές γωνιές και να προχωρήσουμε αρκετά βαθιά. Τότε, επιτέλους, ανάψαμε τις δάδες μας. Ήταν ένα πολύ ωραίο στεγνό τούνελ, με τους λείους γκρίζους τοίχους του καλυμμένους με τα σύμβολα των ιθαγενών, μια καμπυλωτή οροφή που σχημάτιζε ένα θόλο από πάνω μαςrnκαι λευκή γυαλιστερή άμμο κάτω από τα πόδια μας. Προχωρούσαμε βιαστικά ώσπου, μ' ένα βαθύ βογκητό πικρής απογοήτευσης, αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε. Μπροστά μας εμφανίστηκε ένας συμπαγής πέτρινος τοίχος, χωρίς καμία χαραμάδα απ' όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει έστω κι ένα ποντίκι. Δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής εκεί για μας. Στεκόμασταν με πίκρα στην καρδιά, κοιτάζοντας αυτό το ανέλπιστο εμπόδιο. Εδώ δεν επρόκειτο για αποτέλεσμα σεισμού όπως στην περίπτωση του ανηφορικού τούνελ. Ήταν, και υπήρξε πάντα, αδιέξοδο.rn«Δεν πειράζει, φίλοι μου», είπε ο απτόητος Τσάλεντζερ. «Σας μένει πάντα η αμετακίνητη υπόσχεση μου για ένα αερόστατο».rn Ο Σάμερλι βόγκηξε.rn«Μήπως μπήκαμε σε λάθος σπηλιά;» αναρωτήθηκα. «Μην κοπιάζετε, νεαρέ μου», είπε ο λόρδος Τζον με το χέρι του στο χάρτη. «Η δέκατη έβδομη από τα δεξιά και η δεύτερη από τ' αριστερά. Αυτή είναι η σπηλιά, χωρίς καμία αμφιβολία».rnΚοίταξα το μαρκάρισμα που έδειχνε με το δάχτυλο του κι έβγαλα ξαφνικά μια φωνή χαράς.rn«Νομίζω πως το βρήκα! Ακολουθήστε με! Ακολουθήστε με!» Έτρεξα πίσω, από το δρόμο που είχαμε έρθει, με τη δάδα μου στο χέρι. «Εδώ», είπα δείχνοντας μερικά σπιρτόξυλα στο έδαφος, «εδώ ανάψαμε τις δάδες».rn«Ακριβώς».rn«Η σπηλιά είναι διχαλωτή και εμείς στα σκοτεινά περάσαμε τη διχάλα προτού ανάψουμε τις δάδες. Στα δεξιά, όπως πάμε, θα πρέπει να βρούμε τον πιο μακρύ διάδρομο».rnΉταν όπως το είπα. Δεν κάναμε τριάντα μέτρα, όταν ένα μεγάλο σκοτεινό άνοιγμα διαγράφηκε στον τοίχο. Στρίψαμε εκεί, για ν' ανακαλύψουμε ότι είχαμε βρεθεί σ' ένα διάδρομο πολύ μεγαλύτερο από τον πρώτο. Προχωρήσαμε βιαστικά από κει, ξέπνοοι από την ανυπομονησία, για πολλές εκατοντάδες μέτρα. Κι ύστερα, ξαφνικά, στο μαύρο σκοτάδι της καμάρας μπροστά μας είδαμε το αντιφέγγισμα ενός σκουροκόκκινου φωτός. Το κοιτάξαμε ξαφνιασμένοι. Μια σταθερή φλόγα έμοιαζε να καλύπτει το διάδρομο και να μας κλείνει το δρόμο. Τρέξαμε προς τα εκεί. Δεν έβγαζε ούτε ήχο ούτε θερμότητα, ούτε σάλευε, κι όμως ένα μεγάλο φωτεινό παραπέτασμα έλαμπε μπροστά μας, λούζοντας όλη τη σπηλιά με αργυρό φως και μεταμορφώνοντας την άμμο σε θρυμματισμένα κοσμήματα, μέχρι που φτάνοντας πιο κοντά ανακαλύψαμε μια στρογγυλή οπή.rn«Το φεγγάρι, μα το Δία, είναι το φεγγάρι!» φώναξε ο λόρδος Τζον. «Περάσαμε από την άλλη μεριά, παιδιά! Περάσαμε!»rnΉταν πραγματικά η πανσέληνος, που έφεγγε κατευθείαν από την τρύπα που ανοιγόταν στο βράχο. Ήταν ένα μικρό ρήγμα, όχι μεγαλύτερο από ένα παράθυρο, αρκετό όμως για το σκοπό μας. Όταν τεντώσαμε το λαιμό μας από μέσα του, διακρίναμε ότι το κατέβασμα δεν ήταν πολύ δύσκολο κι ότι το έδαφος δεν απείχε και πολύ. Δεν ήταν καθόλου παράξενο που δεν το είχαμε προσέξει από κάτω, γιατί οι βράχοι επικρέμονταν εκεί και η αναρρίχηση σ' αυτό το σημείο φαινόταν τόσο αδύνατη, που μας αποθάρρυνε να το εξετάσουμε από πιο κοντά. Προς μεγάλη μας ικανοποίηση διαπιστώσαμε ότι με τη βοήθεια του σκοινιού μας μπορούσαμε να κατεβούμε ως κάτω. Έπειτα επιστρέψαμε πολύ χαρούμενοι στην κατασκήνωση μας, για να κάνουμε τις ετοιμασίες μας για την επόμενη νύχτα. rnΈπρεπε να ενεργήσουμε γρήγορα και μυστικά, γιατί ακόμη κι αυτή την τελευταία ώρα οι Ινδιάνοι θα μπορούσαν να μας εμποδίσουν. Ήμασταν αναγκασμένοι να αφήσουμε τις προμήθειες μας πίσω, εκτός από τα όπλα και τα φυσίγγια. Όμως ο Τσάλεντζερ είχε κάτι δυσκίνητες αποσκευές που επιθυμούσε διακαώς να πάρει μαζί του, ιδιαίτερα μίαrnγια την οποία δε μου επιτρέπεται να μιλήσω και που μας δημιούργησε περισσότερες δυσκολίες απ' όλα τα άλλα. Η μέρα περνούσε πολύ αργά, μα όταν έπεσε το σκοτάδι ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση. Με μεγάλο κόπο ανεβάσαμε τα πράγματα μας από τα σκαλιά κι έπειτα, γυρίζοντας να κοιτάξουμε πίσω μας, σταθήκαμε για αρκετή ώρα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά σ' αυτή την παράξενη χώρα που, όπως φοβάμαι, δε θ' αργήσει να εκχυδαϊστεί, λεία των κυνηγών και των επενδυτών, μα που θα μείνει για τον καθένα μας μια ονειρική χώρα αίγλης και ρέμβης, μια χώρα όπου τολμήσαμε πολλά,rnόπου υποφέραμε πολλά και μάθαμε πολλά, η δική μας χώρα, όπως θα την αποκαλούμε πάντα με αγάπη.rnΣτ' αριστερά μας οι γειτονικές σπηλιές έριχναν το κοκκινωπό φως των χαρωπών εστιών τους μέσα στο σκοτάδι. Από την πλαγιά κάτω μας ανέβαιναν οι φωνές των Ινδιάνων, που γελούσαν και τραγουδούσαν. Πιο πέρα εκτεινόταν η μακριά γραμμή του δάσους και στο κέντρο, λαμπυρίζοντας αμυδρά στο σκοτάδι, ήταν η μεγάλη λίμνη, η μητέρα των παράδοξων τεράτων. Καθώς κοιτάζαμε στα σκοτεινά, αντήχησε καθαρά μια ψιλή παραπονιάρικη κραυγή, η φωνή κάποιου αλλόκοτου ζώου. Ήταν η φωνή της ίδιας της χώρας του Μέιπλ Ουάιτ, που μας έλεγε αντίο. Γυρίσαμε και χωθήκαμε στη σπηλιά που θα μας οδηγούσε πίσω στο σπίτι.rnΔύο ώρες αργότερα, εμείς, τα μπαγκάζια μας και όλα τα υπάρχοντα μας βρισκόμαστε στους πρόποδες του οροπεδίου. rn………………………………….»

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.postimage.org/Pq23dQ0r.jpg




Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →