Πηγή: το βιβλίο «Λαϊκά παραμύθια της Κρήτης» της Στέλλας Πιθαρούλιου, σε εικονογράφηση Κατερίνας Καλουμένου, από τις εκδόσεις «Εν Πλω», Νοέμβριος 2003 και Φεβρουάριος 2006, Κολοκοτρώνη 49, 10560 Αθήνα, τηλ. 210 3226343, www.melkar.gr, mail: info@melkar.gr, ISBN: 96087482-9-1.
«……………………..
Οι ΣΑΡΑΝΤΑ ΔΡΑΚΟΙ
(Μαργαρίτες Γεροποτάμου Ρεθύμνης)
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα χωριό, ζούσανε δυο αδέρφια. Ο ένας ήτανε πλούσιος, μα κακός. Ούτε οικογένεια είχενε κάνει, ούτε φίλους είχενε, και δεν αγαπούσε παρά μόνο τα πλούτη του. Ο άλλος ήτανε φτωχός ο κακομοίρης, μα καλός άνθρωπος. Είχε δυο γιους και μια κόρη, κι ήτανε όλη η οικογένεια αγαπημένη, μα φτωχιά. Έψαχνε αυτός να βρει καμιά δουλειά, να μη μένουνε νηστικά τα παιδιά του, μα δεν έβρισκε. Ο κακός αδερφός έκανε πως δεν έβλεπε τη φτώχεια του αδερφού του. Ούτε στο σπίτι του πήγαινε, ούτε τόνε βοηθούσε.
Μια μέρα ο φτωχός αδερφός, απελπισμένος από τη φτώχια του, το παίρνει απόφαση να φύγει από το χωριό, να πάει σε τόπο μακρινό, μήπως και βρει καμιά δουλειά, και μπορέσει να θρέψει τα παιδιά του. Εκειά που πήγαινε, μπαίνει σε ένα δάσος. Πορπάθιενε, πορπάθιενε κι όταν έφτασε η νύχτα, ανέβηκε σ' ένα να κοιμηθεί να μην τόνε φάνε τα θηρία. Σε μια στιγμή ακούει φασαρία από κάτω. Κοιτάζει και βλέπει σαράντα δράκους φορτωμένους με σακιά να σταματούνε κάτω από το δεντρό, μπροστά σ' ένα βράχο. Δεν έβγαλε άχνα αυτός, να μην τον ακούσουνε και τόνε φάνε. Λένε λοιπόν οι σαράντα δράκοι:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα ήμαστονε, και σαράντα θα μπούμενε».
Κι ανοίγει μια πέτρα στο βράχο, μοναχή της, και μπαίνουνε οι σαράντα δράκοι.
Ο άνθρωπος δεν εκουνήθηκε από τη θέση του γιατί φοβότανε. «Θα κάνω υπομονή μέχρι να ξημερώσει», σκέφτηκε, «και μόλις ξημερώσει θα δούμε είντα θα γενεί». Μόλις εξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, οι σαράντα δράκοι ξυπνήσανε, και ετοιμαστήκανε να πάνε στη δουλειά τωνε. Λένε τση πέτρας:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα ήμαστονε, και σαράντα θα πορίσομενε».
Ανοίγει πάλι η πέτρα και πορίζουνε οι σαράντα δράκοι. Ακούει ο άνθρωπος από πάνω από το δεντρό την πέτρα να κλείνει πάλι, κοιτάει, βλέπει τους σαράντα δράκους να φεύγουνε με αδειανά τα σακούλια τους. Περιμένει να φύγουνε οι σαράντα δράκοι και κατεβαίνει. Πάει κοντά στην πέτρα και της λέει κι αυτός:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα μπούμενε».
Κι ανοίγει η πέτρα μοναχή της. Μπαίνει ο κακομοίρης ο φτωχός άνθρωπος μέσα, κλείνει αξοπίσω του η πέτρα. Πίσσα σκοτίδι μέσα, δεν εθώρειενε πράμα. Ανάβει ένα δαδί, και τι να δει; Στη μέσα μπάντα της σπηλιάς, ένα βουνό χρυσάφι! Πάει κοντά, βλέπει χρυσά φλουριά, δαχτυλίδια, κολιέδες, διαμάντια, μπριλάντια! Πιάνει κι αυτός ένα άδειο σακί, και το γεμίζει χρυσά κι ασημένια φλουριά. Το φορτώνεται και λέει τση πέτρας:
«Άνοιξε, πέτρα μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα πορίσομενε».
Ανοίγει η πέτρα και βγαίνει ο άνθρωπος. Κλείνει η πέτρα, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει ο φτωχός άνθρωπος, πάει γρήγορα στο σπίτι του. Λέει της οικογένειας του: «Σωπάτε, και γίναμε πλούσιοι!» Κι ανοίγει το σακί και το αδειάζει στη μέση-μέση της κάμαρας. Πέφτουνε από μέσα τα χρυσάφια, τα ασήμια, τα φλουριά, κι η γυναίκα του η κακομοίρα να κλαίει από τη χαρά τση! Τα κοπέλια του να χορεύουνε, να πέφτουνε πάνω του και να τόνε φιλούνε!
Οι σαράντα δράκοι όμως, εγυρίσανε στη σπηλιά τους, φορτωμένοι πάλι με τα σακιά τους. Λένε τση πέτρας:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα μπούμενε».
Ανοίγει η πέτρα, μπαίνουνε μέσα στη σπηλιά. Πάνε στο βουνό με τα φλουριά, να αδειάσουνε τα σακιά που φέρανε, που ήτανε κι αυτά γεμάτα με ασήμι και χρυσάφι, και βλέπουνε το βουνό αναχουμισμένο και να λείπει ένα σακί. Λείπανε και κάμποσα λεφτά. Μόλις το καταλάβανε, θυμώσανε. Λένε: «Κανείς εμπήκε και μας έκλεψε! Μα ποιος να 'ναι;»
Λέει ένας από τους δράκους: «Πρέπει να έχομε το νου μας, όποιος και να ήτανε μπορεί να ξανάρθει».
Ο φτωχός άνθρωπος στο μεταξύ έφτιαξε ένα όμορφο σπίτι στο χωριό του για τα παιδιά και τη γυναίκα του, τους πήρε ωραία ρούχα, ωραία παπούτσια, και τρώγανε ό,τι τραβούσε η όρεξη τους. Και του πουλιού το γάλα, που λένε.
Τόνε βλέπει ο αδερφός του. «Πού, μωρέ, τα βρήκε τόσα πλούτη;» σκέφτηκε, και τόνε πιάνει η ζήλια. «Θα του κάνω τον καλό, και με το μαλακό θα τόνε βάλω να μου πει πού τα βρήκε, να πάω κι εγώ να πάρω!»
Πάει, τον αγκάλιαζε, τόνε φίλιενε.
«Αδερφέ μου, πάντα το έλεγα πως είσαι άξιος άνθρωπος, και σε αντάμειψε ο Θεός. Μα, πες μου, πού βρήκες τόσανε πλούτη, κι έχτισες σπίτια, και πήρες χωράφια, και ντύνεσαι έτσι αρχοντικά;»
Ο φτωχός άνθρωπος, που τώρα πια δεν ήτανε φτωχός, μα ήτανε ακόμα καλός και απονήρευτος, πιάνει και του τα λέει όλα χαρτί και καλαμάρι. Πως είναι μια σπηλιά, μέσα στο δάσος, και έχει μιαν πέτρα που της λες «άνοιξε πέτρα, μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα μπούμενε» κι αυτή ανοίγει και μπαίνεις, κι είναι μέσα ένα βουνό χρυσάφια και σακιά, και παίρνεις όσα θες.
Σαν έμαθε ο άπληστος αδερφός αυτά που ήθελε, παραίτησε τις αγκαλιές και τα γλυκοφιλήματα, κι έφυγε γρήγορα. Έβαλε στο νου του να πάει να πάρει κι αυτός όσα σακιά μπορούσενε απ' αυτή τη σπηλιά, να γίνει ακόμα πιο πλούσιος. Πάει, λέει, παίρνει ένα καροτσάκι, βάνει μέσα κάμποσα άδεια σακιά, και δρόμο για το δάσος! Πήγαινε, πήγαινε, πέρασε κάμποση ώρα, κι ύστερα βλέπει τη μεγάλη πέτρα που του είγενε πει ο αδερφός του. Πάει κοντά, και της λέει:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα μπούμενε!»
Κι ανοίγει η πέτρα, και παίρνει αυτός το καροτσάκι του και μπαίνει. Κλείνει η πέτρα ξοπίσω του. Πίσσα το σκοτίδι! Δεν εθώρειε πράμα! Είντα να γενεί εδά; Δεν εκάτεγε. Βλέπει τη θράκα πέρα-πέρα, λέει: «Ας ανάψω ένα δαυλό, να φέξει». Ανάβει το δαυλό, βλέπει τα χρυσάφια, και χάρηκε η καρδιά του. Γρήγορα-γρήγορα αρπά ένα φτυάρι που είχανε οι σαράντα δράκοι και αρχίζει να γεμώζει τα σακιά. Γέμιζενε, γέμιζενε, κι όσο γέμιζενε, τόσο να θέλει κι άλλα. Γεμώζει τα δικά του σακιά, βλέπει και τα σακιά των δράκων, λέει: «θα τα γεμώσω κι αυτά να τα πάρω, μα καρότσι έχω, ένα δρόμο θα κάνω!» Κι αρχίζει να γεμώζει πάλι. Μα τα σακιά ήτανε πολλά, κουράστηκενε. Έκατσε, ξεκουράστηκε λίγο, μα όσο να τα απογεμώσει, είγενε περάσει η μέρα και οι σαράντα δράκοι γυρίσανε από τη δουλειά τωνε.
Σε μια στιγμή ακούει ο άνθρωπος απ' έξω:
«Άνοιξε, πέτρα, μα σαράντα είμαστονε και σαράντα θα μπούμενε! » κι ανοίγει η πέτρα και προβαίνουνε οι σαράντα δράκοι. Μόλις τόνε βλέπουνε λένε:
«Α, εσύ είσαι που μας έκλεψες τα φλουριά μας!»
Και τον αρπάνε, και τόνε κόψανε κομματάκια και τόνε φάγανε.
Ο καλός αδερφός περίμενε τον αδερφό του να γυρίσει, τόνε περίμενε, μα αυτός δεν εγυρνούσε. Άμα πέρασε πολύς καιρός που δεν εφάνηκε, ο αδερφός του κατάλαβε πως θα τον είγανε φάει οι δράκοι, πήρε τα πλούτη του και γίνηκε πάμπλουτος! Κι έζησενε αυτός κι η οικογένεια του καλά, και τον άλλο που ήτανε αχόρταγος και κακός άνθρωπος, τον εφάγανε οι σαράντα δράκοι!
……………………………………..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα