Μαύρος Πύργος III, STEPHEN KING και «Οι ρημαγμένοι τόποι». Αν και δεν υπάρχουν αναφορές σε σπήλαια, υπάρχουν πολλές αναφορές σε βάραθρα.
Η ιστορία των ταξιδευτών στον Μέσο Κόσμο συνεχίζεται. Μέσα από την μάθηση και τις συνεχείς αναμετρήσεις οι ταξιδευτές γίνονται σύντροφοι δεμένοι με το κα, τη μοίρα, το πεπρωμένο.
« Τώρα ο Εντι μπορούσε να είναι πιο κατηγορηματικός. «Μπορεί να συνέβη αυτό, αλλά δεν είναι ό, τι είπες πως συνέβη. Είπες ότι ήσουν μόνος κάτω από τα βουνά, πάνω σε μια παράξενη ντρεζίνα. Μίλησες πολύ γι’αυτό όταν βαδίζαμε στην ακρογιαλιά, Ρόλαντ. Για το πόσο τρομακτικό ήταν να είσαι μόνος».
«Θυμάμαι. Αλλά θυμάμαι επίσης να σου λέω για το αγόρι και για το πώς έπεσε από τη γέφυρα στο βάραθρο. Και αυτό που μου ξεσχίζει τα λογικά είναι η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο αναμνήσεις».
……………………………………………………..
Ο Έντι συλλογίστηκε το πρόχειρο σχέδιο των πυλών που είχε φτιάξει ο Ρόλαντ στο χώμα. «Είναι εδώ η άκρη του κόσμου;» ρώτησε, σχεδόν δειλά. «Θέλω να πω, δεν μου φαίνεται να διαφέρει πολύ από οποιοδήποτε άλλο μέρος». Γέλασε λιγάκι. «Αν υπάρχει βάραθρο, δεν το βλέπω».
Ο Ρόλαντ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είναι τέτοιου είδους άκρη. Είναι το σημείο απ’ όπου αρχίζει μία από τις Ακτίνες. Έτσι μου έμαθαν τουλάχιστον».
«Τις Ακτίνες;» ρώτησε η Σουζάνα. «Ποιες Ακτίνες;»
«Οι Μεγάλοι Παλαιοί δεν έφτιαξαν τον κόσμο, τον ξαναέφτιαξαν. Κάποιοι παραμυθάδες λένε ότι οι Ακτίνες τον έσωσαν κι άλλοι ότι είναι οι σπόροι της καταστροφής του κόσμου. Οι Μεγάλοι Παλαιοί έφτιαξαν τις Ακτίνες. Είναι κάποιου είδους γραμμές….. γραμμές που δένουν….που κρατούν….»
……………………………………………………….
Το μονορέιλ κατέβαινε καθώς ζύγωναν στο άνοιγμα στο τείχος, φέρνοντάς τους κάπου δέκα μέτρα πάνω από τα έδαφος. Αυτό έκανε το σοκ μεγαλύτερο …. Γιατί, όταν βγήκαν από την άλλη μεριά, κινούνταν σε τρομακτικό ύψος, διακοσίων πενήντα μέτρων, ίσως και τριακοσίων.
Ο Ρόλαντ κοίταξε το τείχος, που τώρα μίκραινε πίσω τους. Του είχε φανεί πολύ ψηλό καθώς το πλησίαζαν, αλλά απ’ αυτήν την μεριά έδειχνε ασήμαντο. Ένα σπασμένο νύχι από πέτρα στο χείλος ενός τεράστιου γυμνού ακρωτηρίου. Γρανιτένιοι βράχοι, υγροί από την βροχή, βυθίζονταν σ’ ένα βάραθρο που φαινόταν απύθμενο με την πρώτη ματιά.»