Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload7.postimage.org/187546/x.jpg
«……………….rnΗ κατάβαση ξανάρχισε, αυτή τη φορά στην καινούρια σήραγγα. Ο Χανς βάδιζε μπροστά, κατά τη συνήθεια του. Δεν είχαμε προλάβει να κάνουμε εκατό βήματα κι ο καθηγητής, πλησιάζοντας τη λάμπα του στα τοιχώματα, άρχισε να φωνάζει:rn—Να τα πρωτογενή πετρώματα! Είμαστε σε καλό δρόμο. Προχωράτε! Προχωράτε!rnΌταν η Γη άρχισε σιγά σιγά να ψύχεται στα πρώτα στάδια της δημιουργίας, η ελάττωση του όγκου της δημιούργησε ρωγμές, κατακρημνίσεις, μετατοπίσεις και σκασίματα στο φλοιό της. Το πέρασμα στο οποίο βρισκόμασταν αποτελούσε ένα τέτοιου είδους ρήγμα, μέσα απ' το οποίο διοχετευόταν άλλοτε, κατά τις εκρήξεις του ηφαιστείου, ο γρανίτης. Χιλιάδες στροφές δημιουργούσαν στο εσωτερικό του προϊστορικού υπεδάφους ένα λαβύρινθο δίχως αρχή και τέλος.rnΌσο κατεβαίναμε, η αλληλουχία των στρωμάτων που αποτελούσαν το προϊστορικό υπέδαφος εμφανιζόταν στα μάτια μας ολοένα και πιο ξεκάθαρη. Η επιστήμη της γεωλογίας θεωρεί το προϊστορικό υπέδαφος ως τη βάση του ορυκτολογικού φλοιού και έχει αποφανθεί ότι συντίθεται από τρία διαφορετικά στρώματα — τους απλούς σχιστόλιθους, τους γνεύσιους και τους κρυσταλλικούς σχιστόλιθους—, τα οποία εφάπτονται σ' αυτό το ακλόνητο πέτρωμα που ονομάζεται γρανίτης.rn Έτσι λοιπόν, ποτέ άλλοτε γεωλόγοι δε βρέθηκαν σε τόσο εξαιρετικές συνθήκες για να μελετήσουν από κοντά τα έργα της φύσης. Όλα αυτά τα οποία η βολίδα (1), που δε διαθέτει ούτε ευφυΐα ούτε αισθητικά κριτήρια, δε θα μπορούσε ποτέ να καταγράψει για χάρη όλων όσοι βρίσκονται στην επιφάνεια της Γης σχετικά με την εσωτερική της υφή, θα τα μελετούσαμε εμείς με τα ίδια μας τα μάτια και θα τα αγγίζαμε με τα χέρια μας.rnΜέσα στο στρώμα των σχιστόλιθων, που είχαν ωραίες πρασινωπές αποχρώσεις, φιδογλιστρούσαν φλέβες μεταλλευμάτων: φλέβες χαλκού, μαγγανίου με μερικά ίχνη πλατίνας, και χρυσού. Συλλογιζόμουν όλα αυτά τα πλούτη που ήταν χωμένα στα έγκατα της Γης και απ' τα οποία δε θα μπορούσε ποτέ ν' αντλήσει κάποιο όφελος η απληστία των ανθρώπων! Αυτούς τους θησαυρούς, τους οποίους οι ανακατατάξεις στα πρώτα στάδια της δημιουργίας του κόσμου είχαν θάψει σε τέτοιο βάθος, που ούτε ο κασμάς ούτε η αξίνα μπορούσαν ποτέ να τους αποσπάσουν από τον τάφο τους.rnΜετά τους σχιστόλιθους έρχονταν οι γνεύσιοι, οι οποίοι ήταν τοποθετημένοι κατά στρώματα και σε ξάφνιαζαν με την κανονικότητα και την παράλληλη διάταξη των λεπτών τους φύλλων. Έπειτα οι κρυσταλλικοί σχιστόλιθοι, που σχημάτιζαν μεγάλα ελάσματα, τα οποία σου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση λόγω του λευκού μαρμαρυγία, που αστραποβολούσε.rnΤο φως των συσκευών, που καθρεφτιζόταν στις μικρές πρισματικές επιφάνειες των βράχων, παιχνίδιζε δημιουργώντας εκατοντάδες λάμψεις που διασταυρώνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις, και φανταζόμουν ότι ταξίδευα μέσα σ' ένα κοίλο διαμάντι, στο οποίο οι ηλεκτρικές αχτίδες αναλύονταν σε χιλιάδες ιριδισμούς.rnΚατά τις έξι η ώρα, αυτό το παιχνίδι του φωτός άρχισε να λιγοστεύει — σχεδόν να εκλείπει. Τα τοιχώματα πήραν ένα κρυσταλλικό αλλά σκούρο χρώμα- ο μαρμαρυγίας συνυπήρχε πλέον με τους άστριους και το χαλαζία, για να δοθεί υπόσταση στο βράχο των βράχων, το σκληρότερο απ' όλα τα βράχια, αυτό που υποβαστάζει τα τέσσερα στρώματα υπεδάφους της υδρογείου χωρίς να συνθλίβεται απ' αυτά. Είχαμε εγκλωβιστεί στην πελώρια φυλακή του γρανίτη.rnΉταν οκτώ το βράδυ. Εξακολουθούσαμε να μην έχουμε νερό. Υπέφερα φρικτά. Ο θείος μου περπατούσε μπροστά. Δεν ήθελε να σταματήσει. Έστηνε αυτί για ν' ακούσει το κελάρυσμα κάποιας πηγής. Μάταια όμως!rnΣτο μεταξύ, τα πόδια μου δε με κρατούσαν. Υπέμενα το μαρτύριο μου, για να μην αναγκάσω το θείο μου να σταματήσει. Θα 'ταν η χαριστική βολή για κείνον, γιατί η μέρα πλησίαζε στο τέλος της κι ήταν η τελευταία που του απόμενε.rnΤελικά, οι δυνάμεις μου μ' εγκατέλειψαν. Έβγαλα μια κραυγή και σωριάστηκα καταγής.rn—Βοήθεια! Πεθαίνω!rnΟ θείος μου γύρισε προς τα πίσω. Με περιεργάστηκε σταυρώνοντας τα χέρια, και τον άκουσα να προφέρει με φωνή υπόκωφη αυτά τα λόγια:rn—Όλα τέλειωσαν!rnΤο τελευταίο πράγμα που είδα πριν χάσω τον κόσμο ήταν μια φοβερή χειρονομία οργής.rnΌταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, διέκρινα τους δυο συντρόφους μου ακίνητους, τυλιγμένους στις κουβέρτες τους. Άραγε, κοιμόντουσαν; Όσο για μένα, δεν μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου ούτε στιγμή. Υπέφερα πάρα πολύ, ιδίως στη σκέψη ότι αυτή η περιπέτεια θα προξενούσε μόνιμη βλάβη στην υγεία μου. Στ' αυτιά μου αντηχούσαν τα τελευταία λόγια του θείου μου —«Όλα τέλειωσαν!»—, γιατί, με την εξουθένωση που νιώθαμε, δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτόμαστε ότι θα καταφέρναμε να επιστρέψουμε στην επιφάνεια της Γης.rnΑπό πάνω μας υπήρχε μιάμιση λεύγα βράχου! Είχα την αίσθηση ότι σήκωνα όλο το βάρος αυτής της μάζας στους ώμους μου. Ένιωθα να συνθλίβομαι, και σπαταλούσα τις λιγοστές μου δυνάμεις προσπαθώντας με βίαιες κινήσεις ν' αλλάξω πλευρό πάνω στο γρανιτένιο στρώμα μου.rnΚύλησαν κάμποσες ώρες. Γύρω μας βασίλευε απέραντη σιωπή• η σιωπή του τάφου. Κανένας θόρυβος δε διαπερνούσε αυτά τα τοιχώματα, το λεπτότερο απ' τα οποία είχε πάχος πέντε μίλια.rnΣτο μεταξύ, ενώ μισοκοιμόμουν, νόμισα ότι άκουσα ένα θόρυβο. Στη σήραγγα επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Κοίταξα πιο προσεκτικά, και μου φάνηκε ότι είδα τον Ισλανδό να εξαφανίζεται, με τη λάμπα στο χέρι.rnΠρος τι αυτή η αναχώρηση; Άραγε, ο Χανς μάς είχε εγκαταλείψει; Ο θείος μου κοιμόταν. Ήθελα να φωνάξω- μα η φωνή δεν έβγαινε απ' τα στεγνά μου χείλη. Το σκοτάδι είχε γίνει πυκνότερο και οι τελευταίοι θόρυβοι που έφταναν στ' αυτιά μου τώρα είχαν σβηστεί.rn— Ο Χανς μάς εγκαταλείπει! φώναξα. Χανς! Χανς! Όλα αυτά τα 'λεγα μέσα μου. Τίποτα δεν ακουγόταν προς τα έξω. Στο μεταξύ, μετά τον τρόμο της πρώτης στιγμής, ένιωσα ντροπή για τις υποψίες που έτρεφα για έναν άνθρωπο, η συμπεριφορά του οποίου δεν είχε τίποτα το ύποπτο ως τότε. Η αναχώρηση του δεν μπορεί να σήμαινε ότι είχε φύγει. Αντί ν' ανηφορίσει τη σήραγγα, εκείνος είχε κατευθυνθεί προς τα κάτω. Αν είχε κάτι πονηρό στο μυαλό του, θα είχε πάει επάνω κι όχι κάτω. Αυτός ο συλλογισμός με ηρέμησε κάπως κι άρχισα να σκέφτομαι τα πράγματα διαφορετικά. Μόνο κάποιος σπουδαίος λόγος θα μπορούσε να έχει αποσπάσει τον Χανς, αυτόν το γαλήνιο άνθρωπο, απ' την ξεκούραση του. Πήγαινε άραγε για εξερεύνηση; Μήπως είχε ακούσει μες στη σιωπή της νύχτας κάποιον ανεπαίσθητο θόρυβο, ο οποίος δεν είχε φτάσει στα δικά μου αυτιά;rn……………………..»rnΣημείωση 1: Επιστημονικό όργανο για τη μέτρηση και μελέτη του βάθους ορυγμάτων του εδάφους ή/και του θαλάσσιου πυθμένα. (Σ.τ.Μ.-Σ.τ.Ε.)
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα