Γαλαρίες στις ρίζες του βράχου της Μονεμβασιάς
Περιγραφή των γαλαριών (και των περιεχομένων τους!) στις ρίζες του βράχου της καστροπολιτείας της Μονεμβασιάς, στη Λακωνία.
Σχόλιο: Κατά κανόνα οι σπηλαιολόγοι ενδιαφέρονται και για τα άλλα «έγκοιλα φαινόμενα» όπως ορυχεία, γαλαρίες, στοές, κατακόμβες κ.λ.π., γι αυτό και δημοσιεύεται το συγκεκριμένο κείμενο.
Πηγή: το βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων του Φώτη Κόντογλου «Ταξείδια, cε διάφορα μέρη της Ελλάδος και της Ανατολής περιγραφικά του τι απόμεινε από τα χρόνια των Βυζαντινών των Φράγκων των Βενετcάνων και των Τούρκων», που γράφθηκε το έτος 1928, στην Β’ έκδοση του οίκου «Αστήρ» - Αλ. κ’ Ε. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10 Αθήναι, 1977.
Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Η Μονεβασιά».
Παρατίθεται, αρχικά, εισαγωγικό απόσπασμα από «Λίγες σκέψεις του Φ. Κόντογλου για την Α’ έκδοση του βιβλίου» και ακολουθεί το απόσπασμα του κειμένου.
Εισαγωγικό απόσπασμα:
«Πολλοί άνθρωποι σπουδασμένοι και με γλώσσες πολλές πιχειριστήκανε ταξείδια και πριν από μας και στα χρόνια τα δικά μας, για να δούνε και να γράψουνε τα όσα είδανε. Οι περισότεροι απ’ τους παλιούς για έτυχε νά ΄ναι ατοί τους πλούσιοι και ταξιδεύανε για το κέφι τους, για ήτανε σταλμένοι από βασιλιάδες κι αφεντάδες που θέλανε να μάθουνε τι λογής έθνη βρίσκουνται στον κόσμο, τι λογής νόμοι τα κυβερνούν, τι συνήθεια έχουνε, μα περσότερο απ’ ούλα τι βγάζει η γης τους για η θάλασσά τους σε πλούτη, τι πολεμικά συστήματα μεταχειρίζουνται, πόσο στρατό και καράβια έχουνε και τι κάστρα βαστάνε, ώστε κατέχοντας ούλα τούτα να κάνουνε λογαριασμό αν μπορούνε να βάνουνε χέρι στο σπίτι τ’ αλλουνού, ειδ’ αλλιώς να καμωθούνε το φίλο, μη μπορώντας να πιτύχουνε τα κακά τους θελήματα. Σήμερα, μ’ όλο που τα πιο πολλά βασίλεια και τα έθνη είναι τα ίδια με τα παλιά, αρπακτικά και δίβουλα συναμεταξύ τους, όσοι τυχαίνει να ταξειδεύουνε από χώρα σε χώρα είναι ανθρώποι μ’ αθώα προαίρεση, γυρνώντας τον κόσμο για καλό της σοφίας και για φχαρίστηση δική τους.
Κ’ εγώ λοιπόν θέλησα να κάνω ένα βιβλίο και να βάνω μέσα τα όσα είδα στα μέρη πόλαχε να πάγω και το τι διαλογίστηκα πατώντας σε χώματα που βγαίνει ο ήλιος και πάλε βασιλεύει δίχως να τα θυμηθή άνθρωπος ζωντανός. Κ’ επειδής τα ταξείδια θέλουνε πάντα γεμάτο πουγγί, μ’ όλο που στα χρόνια μας έχουμε πλήθος γλήγορα βαπόρια και σιδεροδρόμους κι αεροπλάνα που δεν τα ξέρανε οι παλιοί, για τούτο κοίταξα να τα βολέψω όπως – όπως κλέβοντας καιρό απ’ τις λογής λογής έγνοιες πόχω, επειδής βαστώ ανοιχτό σπίτι με γυναίκα και με παιδί, και πασκίζοντας να μην αφήσω την ευκαιρία να δουλέψω σε τούτην την ιδέα, όποτε λαχαίνει να ταξειδέψω για τη δουλειά μου είτε για τις άλλες περίστασες της ζωής……………………….»
Απόσπασμα κειμένου:
«……………
Το χειμώνα σα φυσά χιονιάς για όστρια – σορόκος, πιάνει τον άνθρωπο αγριεμός μέσα στη Μονεβασά. Η θάλασσα, καβατζάροντας τον κάβο – Γέρακα και το Κρεμμύδι, φουσκώνει παρά φύση και μπουκάρει μέσα στον κόρφο μελανιασμένη και παλαβή. Απανωδιαστές σπιλάδες ξεπετιούνται απ’ τις στεριές και πηλαλάνε μέσα στο θολό πέλαγο με μια γρηγοράδα δαιμονισμένη, σα νά ‘ναι μπουλούκια καβαλάρηδες, που τρέχουνε στον κάμπο για να χτυπηθούνε. Η Μονεβασιά στέκεται στη μέση σαν κοιμισμένο θεριό, ακούνητη στα μπουρίνια που τη δέρνουνε, στ’ αστροπελέκια που την κονταρίζουνε μες απ’ τα γνέφια. Το σκοτάδι είναι σαν κατράμι, μ’ όλο που ο ήλιος βαστά ακόμα απάνω απ’ τα σύννεφα. Οι ανθρώποι τρυπώνουνε στα παλιόσπιτα και πέφτουνε στα γιατάκια τους δίχως ν’ ανάψουνε φως. Ως και τα θεριόψαρα λαφάξανε ανάμεσα στις μαύρες πέτρες, στον πάτο του πελάγου. Απάνου στο γουλά ο δρόλαπας ξερριζώνει τις πέτρες απ’ τα παλιά τειχιά και τις σφεντονίζει στις σκεπές. Οι θάλασσες βαράνε κατάστηθα το κάστρο και γιουργιάρουνε ντούναρβος μεσ’ απ’ τις μπουκαπόρτες για απάνου απ’ τα μπιντένια πλημμάροντας τα σοκάκια, κι απέ τρέχουνε μέσα στις στέρνες και στα κατώγια. Από κατ’ απ’ το χώμα είναι γαλερίες που δε μπαίνει άνθρωπος. Και μέσα κείτουνται σκόρπια κόκκαλα από λογιώ λογιών έθνη, τούρκικα, ρωμαίικα, βενετσάνικα. Ούλοι τούτοι στον καιρό τους αρπάξανε, ξεσκίσανε, δοξαστήκανε, ως που πήγανε και συχάσανε κει μέσα, καρτερώντας ν’ ακούσουνε την τρουμπέτα της Δεύτερης Παρουσίας. Αποπάνου οι ζωντανοί μηδέ συλλογιούνται τους πεθαμένους. Σάμπως κι αυτουνούς τους νοιάζεται κανένας; Μόν’ ο γεροχάροντας πάει και κατακεί για να συνάξη το χαράτζι του. Αυτός δεν ξαστοχά ποτές και ξέρει ούλα τα μέρη, στεριά και πέλαγο.
……………….»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα