HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Θαυματουργό σπήλαιο στον Καβομαλιά

Topic #101 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 35 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #447 • 21 May 2005, 05:58 UTC
Θαυματουργό σπήλαιο στον Καβομαλιά

Ιστορία για το πώς βρέθηκε (και πως χάθηκε!) το αθάνατο νερό σε σπήλαιο, στο ακρωτήριο Μαλέα, στη Λακωνία.

Πηγή: Το διήγημα «Οι φρεγάδες», από «Τα λόγια της πλώρης» του Ανδρέα Καρκαβίτσα, έκδοση «Βίπερ» (αρ. 323 της σειράς Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) από την «Πάπυρος – Γραφικαί Τέχναι Α.Ε.», Αθήναι, περ. αρχές δεκαετίας ’70.

«……….
….Άξαφνα όμως ξύπνησαν οι θαλασσινοί.
«Παιδιά! τη βάρκα στη θάλασσα» φωνάζει ο καπετάνιος της πρώτης φρεγάδας. «Α - λα τα χέρια στα κουπιά. Βγείτε έξω στα σπηλάδια, καμακίστε χταπόδια στα θαλάμια τους, καλαμώστε αχινούς, συνάχτε καβούρους, ξεκολλήστε στρείδια αγνά, ότι βρείτε!».
Το είπε κι έγινε ευθύς. Έριξαν τα παιδιά τη βάρκα στη θάλασσα, α - λα τα χέρια στα κουπιά, βγήκαν έξω στα σπηλάδια, καμακίζουν χταπόδια στα θαλάμια τους, καλαμώνουν αχινούς, συνάζουν καβούρους, ξεκολλούν στρείδια αγνά, ότι βρίσκουν. Μα το ναυτόπουλο, ένας κασιδιάρης και κακομοίρης, που τον είχαν για ψυχικό, ξεκόβει από τ΄ άλλα παιδιά. Ούτε καμακίζει χταπόδια στα θαλάμια τους, ούτε καλαμώνει αχινούς, ούτε συνάζει καβούρους, ούτε ξεκολλά στρείδια αγνά, ότι εύρει. Γυρίζει μόνο απάνω – κάτω στις μαυρισμένες πέτρες και τα χορταριασμένα σπηλάδια, σαν κάτι να ζητεί. Τι είχε – τι έχασε; Τίποτα. Μα κάθε άνθρωπος, μικρός – μεγάλος, πλούσιος – φτωχός, έχει και τον οδηγό του. Έχει να κάμει κατιτί; Ο οδηγός του πηγαίνει και του το θυμίζει. Βουλήθηκε να πάει πουθενά; Ο οδηγός του έρχεται και τον ξυπνάει. Έτσι τώρα και τον κασιδιάρη ανάγκαζε να πηγαίνει ζητώντας πράμα που δεν έχασε. Τέλος είδε ο κασιδιάρης στο βράχο μια σπηλιά. Βλέπει τη σπηλιά, μπαίνει μέσα. Μπαίνει μέσα, τι να ιδεί; Τοίχους γυμνούς περίγυρα. Πάει βαθιά, σκοτάδια πίσσα. Αυτιάζεται καλά, ακούει τικ – τακ, τικ – τακ σαν ν’ αργοστάλαζε νερό. Ζυγώνει, ξανοίγει χάμου μια λακούβα που δεχότανε του βράχου τη διαμαντένια σταλαγματιά. Του ήρθε σαν κάμα. Παίρνει από το νερό και νίβεται, δροσολογιέται. Αστόχαστα βγάνει ένα ψαράκι που ηύρε νεκρό στις πέτρες και το ρίχνει μέσα. Μα το ψαράκι ζωντάνεψε κι αρχίζει να τριγυροφέρνει μέσα στο νερό.
«Μπρε!» λέει, κάνοντας το σταυρό του.
Αλλά την ίδια ώρα νιώθει και κείνος το αρρωστημένο του κορμί να θρέφεται σαν στέλεχος πλατάνου που παίρνει νερό στις ρίζες του. Τα λέπια πέφτουν και δείχνεται το δέρμα ολομέταξο. Αίμα πύρινο κουφοδρομεί στις φλέβες του, ψυχή με άλλη ψυχή σταυρώνονται στα φυλλοκάρδια του, φτερά έκαμε να πετάξει στα επουράνια. Κουφάρι ήταν, περιστέρι έγινε.
«Μπρε!» ξαναλέει «έλα, Χριστέ και Παναγιά, κοντά μου!».
Τρέχει έξω, κράζει τους συντρόφους του. Γυρίζουν εκείνοι στις φωνές, κοιτάζουν και σταυροκοπιούνται. Άγγελος είναι, άνθρωπος είναι, δεν ξέρουν.
«Μωρέ, ποιος είσαι σύ;».
«Εγώ, ο κασιδιάρης. Κουφάρι ήμουν, περιστέρι γίνηκα, φτερά έχω να πετάξω στα επουράνια».
Τρέχουν κοντά, τον κοιτάζουν αποδώ, τον φέρνουν αποκεί, τον καλογνωρίζουν.
«Αμ’ ποιος σ’ έκαμε έτσι;».
«Τως και τως, ηύρα τ΄ αθάνατο νερό».
«Πως; - που;».
«Μέσα στην σπηλιά».
Ακούνε και θαμάζουν, ρίχνουν ότι είχαν στα χέρια τους και τρέχουν στη σπηλιά. Φτάνουν έξω από τη σπηλιά, πιάνουν φιλονεικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια. Πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μακελοκόβονται. Να τι θα ειπεί παλιόκοσμος! Για να εύρουν την αθανασία, ηύραν όλοι το θάνατο εμπρός στην πηγή της!
Το ναυτόπουλο, καθώς είδε αυτά, πηδάει στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν βάρκες στη θάλασσα, α - λα τα χέρια στα κουπιά, βγαίνουν έξω. Μαθαίνουν κι εκείνοι το θάμα, ρίχνονται όλοι στη σπηλιά. Μα αντί να χωρίσουν, πιάνουν τη φιλονεικία.
«Όχι, εγώ θα μπω πρώτος».
«Όχι, εγώ».
Λόγο προς λόγο πιάνονται στα χέρια, τραβούν τα στιλέτα, μακελοκόβονται κι εκείνοι.
Το ναυτόπουλο, βλέποντας έτσι, πηδάει πάλι στ’ ορθολίθι και βάνει τις φωνές. Βάνει τις φωνές, ακούνε από τις φρεγάδες, ρίχνουν και τις επίλοιπες βάρκες στη θάλασσα, βάνουν όλο το τσούρμο μέσα και βγαίνουν έξω οι καπετάνιοι. Βγαίνουν έξω, ρίχνονται αποδώ, τρέχουν αποκεί, φωνάζουν, βρίζουν, φοβερίζουν, μα ποιος τους ακούει; Όλοι οι άντρες είναι πιασμένοι στα χέρια. Μανία σκοτωμού κι αιμάτου δίψα κυρίευε καθέναν που πλησίαζε σε κείνη τη σπηλιά, λες κι άχνιζε γύρω του Κάη ο θυμός. Οι ναύτες με τα στιλέτα θρήνο έκαναν. Οι σκλάβοι που δεν είχαν στιλέτα σήκωναν τις αλυσίδες και με την πρώτη άνοιγαν τον τάφο του εχθρού. Όσοι δεν είχαν αλυσίδες, πέτρες σήκωναν. Κι όσοι δεν είχαν πέτρες, είχαν τα δόντια και τα νύχια τους, που κατέβαζαν λουρίδες το κρέας. Το αίμα έβαφε τις πλάκες περίγυρα. Οι σάρκες σπαρτάριζαν κοψίδια στα μαύρα χώματα. Οι σκοτωμένοι έφραζαν την πόρτα της σπηλιάς κι οι λαβωμένοι βαρυβογγούσαν. Οι ίδιοι οι καπετάνοι άρχισαν να νιώθουν κάποιο άφαντο χέρι να τους σπρώχνει στο χαμό και δυο – τρεις φορές έφεραν το χέρι στο στιλέτο και γλυκόσυραν τη μισή λάμα έξω από το θηκάρι της. Μα κρατήθηκαν. «Μωρέ σκυλιά, τι κάνουμε!» είπαν αναμεταξύ τους. «Τούτο είναι θεϊκή κατάρα!.. Σε τι κριματίσαμε κι ήρθαμε να σφαγούμε συνατοί μας εδώ στον έρμο βράχο!..».
Ρίχνονται αμέσως στα γόνατα, κλαίνε, μύρονται, σταυροκοπιούνται.
«Αμάν, Θεέ μου! σώσε μας από το κακό και ταζόμαστε όλοι στη χάρη σου. Ξεχνούμε τον κόσμο και τα καλά του, παρατούμε γυναίκες και παιδιά, έλεος!».
Μόλις τάχτηκαν οι καπετάνιοι, αμέσως έπαψε το κακό. Μεμιάς συνήρθε το τσούρμο. Σαν να μην ήξεραν τι έκαναν ως τώρα, είδαν με φρίκη το σκοτωμό και τα αίματα εμπρός τους. Πέταξαν στη θάλασσα τα στιλέτα κι άρχισαν να κλαίνε τους συντρόφους που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Οι καπετάνιοι πήραν τότε το ναυτόπουλο να τους δείξει τη σπηλιά για να εύρουν το αθάνατο νερό. Άμα το εύρουν, σκέφτηκαν, ανασταίνουν εύκολα τους σκοτωμένους. Πάνε μέσα στη σπηλιά, ψάχνουν αποδώ, γυρεύουν αποκεί…. σταλιά νερό. Ο φόνος το μόλεψε κι έφυγε από το μάτι του ανθρώπου. Μαζί χάθηκε και το ψαράκι. Φαρμακωμένοι βγήκαν έξω οι καπετάνιοι. Αλλά ώσπου να έβγουν, ακούνε που φρεσκάριζε ο καιρός. Ζωντανά τα κύματα άρχισαν να δέρνονται στα ριζιμιά σπηλάδια.
«Τις βάρκες μωρέ παιδιά!» φωνάζουν δυνατά.
Ώστε να το ειπούν, οι βάρκες βρίσκονται καρφωμένες στα δόντια του βράχου και ροκανίζονται αργά κι άσφαλτα με τον αφρό του κυμάτου. Απελπισμένοι πηδάνε στ’ ορθολίθι ν’ αγνατέψουν τις φρεγάδες. Μα που φρεγάδες; Το κύμα που ερχότανε δυναμωμένο από του Τσιρίγου το στενό κι’ ο άνεμος, άξιοι κι οι δύο γεμιτζήδες, πόδισαν τα καμαρωτά πλεούμενα και τους έδωκαν δρόμο στ’ ανοιχτά.
Οι καπετάνιοι πέφτουν στα γόνατα. Φως φανερά έβλεπαν πως ήταν θέλημα Θεού ν΄ απομείνουν στο φοβερό ακρωτήρι. Ένα με το άλλο έχτισαν εκεί τα εικοσιτέσσερα μοναστήρια. Μα το αθάνατο νερό δεν ξαναφάνηκε. Μόνο δυο φορές το χρόνο, στην πρώτη Ανάσταση και του Σωτήρος, την ώρα που ανοίγουν τα Επουράνια, ο βράχος ρίχνει από μια στάλα στη γη. Πολλοί πηγαίνουν και ξενυχτούν μέσα στη σπηλιά, καλόγεροι και λαϊκοί, άντρες και γυναίκες με τα μαντήλια στο χέρι και τα μάτια κολλημένα στου βράχου το μακαριστό μαστάρι. Όμως άδικα ξενυχτούν. Ο βράχος το βγάζει κι η γη ζηλιάρα το αναρρουφά ευθύς. Φοβάται, λες, μην το αποκτήσει ο μαύρος άνθρωπος και γλυτώσει από το φοβερό της χωνευτήρι. Κι οι ξενυχτισμένοι φεύγουν κάθε χρόνο με τη ίδια πίκρα στην ψυχή, χωρίς να ιδούν άλλο, παρά τα κάτασπρα κόκαλλα που κείτονται βωμός ακόμη στη μέση της σπηλιάς.
…….».

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →