Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload5.postimage.org/254853/image.jpg
rn«……….rnΟ σίφων εξερράγη, ραγδαίος όμβρος έλουσε καταπληκτικώς την γην και τους βράχους και τους αιγιαλούς, ο άνεμος συνεμαζεύθη εις τα άντρα και τας αγκάλας, η Σκοτεινή Σπηλιά ηχεί παρατεταμένως, μυστηριωδώς, από την κοπείσαν κολοβήν πνοήν του ανέμου, από απειλήν νέας μανίας λυσσωδεστέρας της πρώτης, από της φοβεράς εν τη σιωπή συνωμοσίας των στοιχείων.rn………...rnΔύο γίδες του Στάθη του Μπόζα είχον λείψει την πρωίαν εκείνην από τον μικρόν αιπόλον. rnΕίχαν εκπέσει αποπλανηθείσαι, και είχαν βραχωθεί κάτω εις την στενήν πετρώδην κόγχην την σχηματιζόμενην κατέμπροσθεν και υποκάτω από το ιερόν Βήμα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης. Η κόγχη εκείνη ήτο και δεν ήτο εσοχή, ήτο και δεν ήτο σπήλαιον. Σπήλαιον αστεγές και εσοχή στεγανή. Ηωρείτο επάνω της αβύσσου, έχασκεν άνωθεν του πόντου. Κάτω βράχος χιλίων εκατογχείρων αγκάλισμα, κρημνός μόνον εις νυκτερίδας και εις γλαύκας βατός. rn…….rnΔεν ήτο δυνατόν να βάλη τις εις τον νουν του, ότι ηδύνατο άνθρωπος να καταβή εις την εκείνην αιώραν, δια να ανασύρη τας αποπλανηθείσας.rn…….rnΕπάνω εις τον βράχον ήτο κτισμένον το παρεκκλήσιον, μαστιζόμενον από θυέλλας λαίλαπας, λικνιζόμενον από το αειτάραχον και πολύρροιβδον κύμα, ναναριζόμενον από τα άσματα τα οποία ο άνεμος έψαλλε δι’ αυτό εις τους σκληρούς βράχους και τα ηχώδη άντρα.rn…….rnΚαι ο Στάθης έκυπτε και έκυπτε προς την άβυσσον, αφειδών της ιδίας ψυχής του, περιφρονών τον ίλιγγον, προκαλών την σκοτοδίνην, δια να τας ιδή καλύτερον. rn…….rnΑποκοτιά είπε, μεγάλη αποκοτιά.rn…….rnΕφαίνετο αποφασισμένον ότι ο Στάθης θα κατεβιβάζετο δια σχοινίου εις τον βράχον, δια να ζητήση τα δύο χαμένας αίγας του.rn……..rnΈφεραν μακρόν σχοινίον δέκα οργυιών. Έδεσαν την μίαν άκρην εις μέγαν κορμόν πελωρίου σχοίνου, θάλλοντος δίπλα εις το παρεκκλήσιον. Ο Στάθης έλαβε την άλλην άκρην, έκαμε θηλιάν και εδέθη μοναχός του υπό τας μασχάλας. rnΤρεις άνδρες, ο Περηφανάκιας, ο άλλος βοσκός, όστις ήτο ο Ντάνας, ο συμπέθερος της θεια – Αρετώς, και ο Αγκούτσας, όστις δεν εμνησικάκει δια την απόρριψιν της προσφοράς του, κρατούντες σφιγκτά το σχοινίον, εκαλουμάρισαν σιγά – σιγά τον Στάθην εις το ιλιγγιώδες κενόν, εις τον τρομακτικόν κρημνόν, εις την αιώραν της αβύσσου.rnΟ Στάθης είχε ωχριάσει κατ’ αρχάς. Έκαμε τρεις σταυρούς και ήλθεν εις την όψιν του. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθών να ψαύη με τας χείρας και με τους πόδας τον βράχον.rnΜίαν φοράν εκτύπησε το δεξιόν πλευρόν, όχι πολύ σφοδρώς, κατά του βράχου. rn………..rnΟ Στάθης κατέβαινεν εις το κενόν, σφίγγων τους οδόντας, ανοίγοντας τα όμματα, κρατούμενος σφιχτά από το σχοινίον. Δεν εφαίνετο να εδειλίασε.rn- Κοίταξε τον πώς κατεβαίνει, είπεν ο Ντάνας – σα νύφη καμαρωμένη!rnΤέλος ο Στάθης επάτησεν επί της εσοχής του βράχου.rn………………»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα