HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

«Η πύλη του Άδη»

Topic #98 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 48 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #443 • 20 May 2005, 13:21 UTC
«Η πύλη του Άδη»

Περιγραφή του σπηλαίου, στο ακρωτήριο Ταίναρο, στη Λακωνία.

Πηγή: Το βιβλίο «ΜΑΝΗ» του Πάτρικ Λη Φέρμορ (Sir Patrick Leigh Fermor, “MANI, Travels in the Southe
Peloponnese”, John Murray Publishers Ltd, London, 1958, 1971. Ελληνική έκδοση σε μετάφραση Τζαννή Τζαννετάκη από τις εκδόσεις «Κέδρος», Γ. Γενναδίου 3, Αθήνα 106 78, Τηλ. 210.38.09.712 - 210.3802007, www.kedros.gr, 1972.

«....Λίγα λεπτά πιο μακριά κατά το νοτιά, στη μέση ενός άλλου όρμου, έχασκε πάνω απ’ το νερό μια σκοτεινή σπηλιά. Ο Παναγιώτης έκοψε το δρόμο του καϊκιού.
«Εδώ είναι», είπε. «Η πύλη του Άδη».
Φοβήθηκε να σταματήσει τη μηχανή, λέγοντας πως αν τη σταμάταγε θα τον έπαιρν’ ο διάβολος ως να την ξαναξεκινήσει, αλλά θα τιμόνευε κάνοντας κύκλους μέχρι να ξαναγυρίσω. Έτσι βούτηξα και κολύμπησα κατά τη σπηλιά, που έχασκε σαν το ασύμμετρο πάνω σαγόνι μια φάλαινας (που το κάτω σαγόνι ήτανε βυθισμένο στο νερό) κάπου εννιά μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Όπως κολυμπούσα μέσα, μερικά χελιδόνια πέταξαν έξω κ’ είδα τις μικρές τους φωλιές κολλημένες στους τοίχους και ανάμεσα στους σταλακτίτες. Η σπηλιά, όσο πιο βαθιά προχωρούσε στη βουνοπλαγιά, γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Ένα ζευγάρι νυχτερίδες που έπρεπε νάταν κρεμασμένες στην οροφή πετούσανε τσιρίζοντας κατά το φως. Η οροφή όλο και χαμήλωνε κι όπως κολυμπούσα δίπλα στους γλιστερούς τοίχους, βρήκα μια στροφή δεξιά που την ακολούθησα για λίγο. σύντομα όμως έφτανε σε αδιέξοδο. Δοκίμασα όλο το δρόμο ένα γύρω και κολύμπησα κάτω από το νερό για να δω αν υπήρχε η είσοδος σε μιαν άλλη θαλάσσια σπηλιά από κάτω. Δεν υπήρχε όμως τίποτα. Η οροφή κατέβαινε γύρω στο μισό μέτρο, έτσι που μπορούσα τώρα να την αγγίξω με το χέρι μου. Ο αέρας ήτανε σκοτεινός, μα κάτω από την επιφάνεια το νερό έλαμπε μ΄ ένα μαγικό φωτεινό γαλάζιο και θα μπορούσε κανείς με μια κίνηση του χεριού ή του ποδιού του ν’ ανακινήσει φωτεινούς πυρσούς από φωσφορίζουσες μπουρμπουλήθρες. Παράξενα, δεν ήτανε διόλου απαίσια, αλλά αν εξαιρέσεις το νερό που ήτανε κρύο, αφού ποτέ δεν το έφτανε εκεί ο ήλιος, ήτανε σιωπηλή, ήσυχη κι ωραία. Το υποβρύχιο φως από την απόμακρη είσοδο της σπηλιάς, κάνει τον παρείσακτο, όπως βουτάει πλημμυρισμένος με φωσφορένια λοφία στα κρύα βάθη, να φαίνεται σα να κολυμπάει στην καρδιά ενός κολοσιαίου ζαφειριού.
Ποτέ δε φαντάστηκα πως ολόκληρο το δάπεδο της σπηλιάς ήτανε κάτω από τη θάλασσα. Κανένας από τους θρύλους δεν το αναφέρει, αν και δεν υπάρχει καμιά σκιά αμφιβολίας ότι αυτή είναι η σπηλιά απ’ όπου είχανε γίνει εκείνα τα ξακουστά κατεβάσματα στον κάτω κόσμο. Όταν η Αφροδίτη, στο θυμό της, έστειλε εδώ τη φτωχή Ψυχή, για να φέρει πίσω το γεμάτο μυστήριο κασελάκι, που θα της ξανάφερνε την ομορφιά της, ένας ευγενικός πύργος (που απόκτησε λαλιά βλέποντας την να ετοιμάζεται να πέσει απ’ την κορφή του) της έδωσε αυτή τη συμβουλή: «Η φημισμένη Ελληνική πόλη της Λακεδαίμονας δεν είναι μακριά απ’ εδώ. Πήγαινε αμέσως εκεί και ζήτα να σε οδηγήσουνε στο Ταίναρο, που είναι παράμερος τόπος πάνω σε μια χερσόνησο κατά το νοτιά. Μόλις φτάσεις εκεί θα βρεις μιαν από τις τρύπες αερισμού του κάτω κόσμου. Βάλε μέσα το κεφάλι σου και θα δεις ένα κατηφορικό δρόμο, δίχως καθόλου κίνηση. Ανέβα πάνω αμέσως, κι ο δρόμος θα σε οδηγήσει ίσια στο παλάτι του Πλούτωνα. Μην ξεχάσεις όμως να πάρεις μαζί σου δυο κομμάτια κριθαρένιο ψωμί, μουσκεμένα σε νερόμελο, ένα στο κάθε σου χέρι και δυο νομίσματα στο στόμα σου1.
Θα μπορούσε άραγε νάχε βουλιάξει εδώ το έδαφος; Νάχε βουλιάξει, βαθιά κάτω απ’ το νερό, ένα από τα αναρίθμητα μεγάλα σπήλαια που είναι τόσο γνωστά στα ελληνικά βουνά; που προχωράς μέσα στα κυματιστά σκοτεινά μεταλλεύματα σε γλιστερές όλο ζιγκ-ζαγκ στοές, που δίπλα τους ένα ρεύμα αγέρα σβήνει κάπου κάπου τα κεριά; που σέρνεσαι δίπλα σε σωλήνες πέτρινων οργάνων, χάσματα και πέτρινες κηρήθρες, μέσα από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που μοιάζουνε με τους τραπεζίτες και φρονιμήτες κάποιων τρομακτικών τεράτων, λίγο πριν κλείσουν, για να φτάσεις τελικά βαθιά στη δίχως αέρα καρδιά του βουνού, γεμάτος ιδρώτα, όπως στο ζεστό θάλαμο στα ρωμαϊκά λουτρά, στο αποπνικτικό ιερό μερικών τοπικών, τρωγλοδυτικών μισοάγριων άγιων, (σαν τον Αη Γιάννη τον Κυνηγό του Ακρωτήριου της Κρήτης), που έχει εγκατασταθεί εκεί για ν’ αντισταθμίζει τους αρχαίους χθόνιους δαίμονες που κατοικούσαν εκεί πριν έρθει ο Χριστιανισμός; Ένα δίχως τέλος σπήλαιο, απ’ όπου οι Λακεδαιμόνιοι, ξέροντας που οδηγεί, οπισθοχωρούσανε με τρόμο;
Το άνοιγμα του μπορεί να ήτανε πνιγμένο και πλημμυρισμένο κάπου, στα διαφανή χάσματα, κάτω από τα πόδια μου που ανεβοκατεβαίνανε στο νερό. ένα γλίστρημα του εδάφους μπορεί να το είχε εξαλείψει ή κανένα μεγάλο λιθάρι να το είχε σφραγίσει.
Οι υγροί τοίχοι ένα γύρω ήτανε συμπαγείς, δίχως καμιά χαραματιά. Ευτυχώς η μυθολογία σπάνια είναι τόσο κυριολεκτική και το γεγονός ότι ο Χάροντας μπορεί να μην ήταν ο πρώτος πορθμέας που η ψυχή θα έπρεπε να πληρώσει τη μέρα της κατάβασης της, δεν έχει καμιά σημασία. Εκεί κάτω βρίσκεται ο δρόμος που οδηγούσε στον ποταμό που ερχόντουσαν τα πνεύματα και στο φοβερό σκυλί με τα τρία κεφάλια, (για το οποίο τα δυο δολώματα ήταν ένα εισιτήριο επιστροφής, όπως τα δύο κέρματα για τον πορθμέα), στους σκοτεινούς αγρούς και τις θλιμμένες αίθουσες της Περσεφόνης. ο γκρίζος κόσμος που το φάντασμα της μάνας του Οδυσσέα παρασυρότανε απ’ τον αέρα πάλι και πάλι, φεύγοντας από τα χέρια του, σαν τη σκιά ενός όνειρου. Κάτω απ’ αυτή τη σπηλιά, ο θλιμμένος Ορφέας, όταν έκανε το τρομερό ταξίδι για την αναζήτηση της χαμένης Ευρυδίκης, αποκοίμισε με τη λύρα του το μισητό Κέρβερο. κι εδώ ο Ηρακλής έσυρε με τη βία το σκυλί του Άδη με τον τριπλό σβέρκο, που σαλιάριζε κι ούρλιαζε, (και, φαντάζομαι, μουσκεμένο μέχρι το δέρμα) στο φως της μέρας.
……………
Μερικές απλωτές μ’ έφεραν κολυμπώντας γύρω απ’ την άκρη του βράχου. η οροφή υψώθηκε πάλι και το ηλιοφώτιστο άνοιγμα της σπηλιάς με καλούσε σ’ ένα λαμπερό ημικύκλιο, που γύρω του τα χελιδόνια τερετίζανε και στριφογύριζαν ακόμα. Πέρα, στο λαμπρό ηλιόφως, το καΐκι, παρ’ όλο που ήτανε πολύ κοντά, φαινότανε πολύ μικρό κι απόμακρο. Συνέχιζε ακόμα τους κύκλους, αυλακώνοντας τα κυκλικά του απόνερα πάλι και πάλι. Η Ιωάννα στεκότανε στο τιμόνι κι ο Παναγιώτης, σκυμμένος αντίκρυ στο κατάρτι, άναβε τσιγάρο. Πόσο καθαρά φαινότανε το ηλιόφως και πόσο λαμπρά τα χρώματα! Πιάστηκα από τη άγκυρα στον πρώτο κύκλο του καϊκιού κι αρπάζοντας τον στύλο έβαλα το ένα μου πόδι σ΄ ένα από τα σκουριασμένα νύχια της, πήρα το τεντωμένο χέρι του Παναγιώτη και σκαρφάλωσα στο κατάστρωμα. Η Ιωάννα έστριψε το τιμόνι προς το μέρος της και το κύμα ξετυλίχτηκε σε μιαν ίσια πορεία κατά το νοτιά. Ο Παναγιώτης μου πρόσφερε τσιγάρο και μου έδωσε ν’ ανάψω με το αποτσίγαρο του.

1. Λουκίου Απουλαίου, «Χρυσούς όνος».

……».
Σημείωση. Περισσότερες πληροφορίες:

http://www.mani.org.gr/ekdromes/gerol/gerolimenas.htm

http://www.gianniskofinas.com/spilaia/mezapos/mez.htm

http://ta-nea.dolnet.gr/print.php?e=A&f ... m=P23&aa=1

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →