Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload5.postimage.org/170043/werewolf.jpg
rn«…………..rnΤρεις ώρες αργότερα, ο ήλιος, μαζί με τα σύννεφα που τον σκέπαζαν, είχε χαθεί πίσω από τον ορίζοντα. Η νύχτα έπεσε, και το φεγγάρι πρόβαλλε πίσω από την πλαγιά του βουνού. Η θέα του, μετά από τόσο καιρό, προκάλεσε δέος στο νεαρό μάγο.rnΛίγες στιγμές αργότερα, στη μέση του μονοπατιού, του φάνηκε πως διέκρινε δυο άλλα μικρά φεγγάρια. Ήταν τα μάτια ενός ζώου. Ανατριχιάζοντας, ο Θόρντις συνειδητοποίησε πως ανήκαν σε ένα τεράστιο μαύρο λύκο.rnΤο ζώο του γύρισε την πλάτη, έκανε μερικά βήματα, και στη συνέχεια γύρισε το μεγάλο μακρουλό κεφάλι και τον κοίταξε. Ήταν φανερό πως περίμενε να τον ακολουθήσει.rnΟ Θόρντις δεν ήθελε πολλά παρακάλια. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερο μυαλό για να καταλάβει πως ο λύκος θα τον οδηγούσε στο σκοπό του. Να ήταν άραγε ο παράξενος σαμάνος για τον οποίο του μίλησε ο Φρέι;rnΟ λύκος τον οδήγησε σε ένα παρακλάδι του μονοπατιού το οποίο, περνώντας μέσα από ανεμοδαρμένα πεύκα και έλατα, κατέληγε τελικά στην είσοδο μιας μικρής σπηλιάς. Το φεγγάρι έριχνε τις ακτίνες του στην είσοδο της, αλλά το βάθος της παρέμενε σκοτεινό σαν απύθμενο πηγάδι.rnΟ λύκος κοίταξε για μια τελευταία φορά τον Θόρντις και μετά χώθηκε μέσα στο στόμιο που έχασκε.rnΞεροκαταπίνοντας, εκείνος τον ακολούθησε.rnΟ ιδρώτας κυλούσε παγωμένος πάνω στο μέτωπο του Θόρντις, καθώς προσπαθούσε να βρει το δρόμο του μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Η μυρωδιά του ζώου ανακατεμένη με άλλες, παράξενες οσμές, ερχόταν έντονη στα ρουθούνια του.rnΗ σπηλιά έστριβε απότομα στα δεξιά, ακολουθόντας μια ελικοειδή πορεία, μέχρι που τελικά τον οδήγησε σε ένα στρογγυλό δωμάτιο, σκαμμένο μέσα στο βράχο. Εκεί, καθισμένος πάνω σε γούνες, μπροστά στα απομεινάρια μιας φωτιάς, τον περίμενε ένας παράξενος άνδρας.rnΦαινόταν ηλικιωμένος, αλλά ο Θόρντις δεν μπορούσε να κρίνει με σιγουριά την ηλικία του, επειδή όλο του το κορμί ήταν σκεπασμένο από πυκνές μαύρες τρίχες.rnΤα γένια του άνδρα ξεκινούσαν ακριβώς κάτω από τα μάτια και τα μακριά ίσια μαλλιά του φύτρωναν σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα πυκνά ενωμένα φρύδια. Ήταν ντυμένος με χοντροκομμένα δερμάτινα ρούχα που κάλυπταν μόνο το στήθος και τα λαγόνια του.rn"Σε περίμενα, Θόρντις", είπε ο άνδρας με μια μακρόσυρτη φωνή που αντήχησε παράξενα μέσα στον κλειστό χώρο. "Ο κοινός μας προστάτης σου στέλνει τα χαιρετίσματα του και λυπάται που δεν μπορεί να σε συναντήσει ο ίδιος. Οι κόσμοι των θεών και των ανθρώπων απομακρύνονται κάθε μέρα όλο και περισσότερο ο ένας από τον άλλο".rn"Ο Όντιν σε ειδοποίησε πως θα ερχόμουν;"rnΟ άνδρας ένευσε, και μια τούφα μαλλιά έπεσε στο στενό μέτωπο, καλύπτοντας για μια στιγμή τα μεγάλα κατάμαυρα μάτια. Την έκανε στο πλάι με ένα νευρώδες, μακρυδάχτυλο χέρι που κατέληγε σε μυτερά, μακρόστενα νύχια.rn"Ναι. Ο Φλογομάτης μπορεί και βλέπει τα πάντα από τον ψηλό του θρόνο, το Χλίντσκιαλφ. Με πρόσταξε να σε διδάξω αυτό που μου ζητάς, αφού πρώτα σε προειδοποιήσω για το τίμημα που μπορεί να έχει μια τέτοια απόφαση από μέρους σου".rn"Είμαι πρόθυμος να πληρώσω οποιοδήποτε τίμημα, προκειμένου να εκδικηθώ αυτούς που κατέστρεψαν τη ζωή μου", είπε ο Θόρντις, νιώθοντας το μίσος του να ξαναφουντώνει.rn"Πολύ βαρειές κουβέντες από έναν τόσο νέο άνδρα", είπε ο ερημίτης μ' ένα γέλιο που έμοιαζε με ουρλιαχτό λύκου. "Θα έχεις, όμως, το χρόνο να μάθεις, αν πράγματι το θέλεις, αυτό που ζητάς".rn"Πες μου πρώτα το όνομα σου", είπε ο Θόρντις.rnΟ άνδρας μειδίασε, δείχνοντας μυτερά δόντια που πιθανώς ήταν ακονισμένα με λίμα:rn"Το αληθινό μου όνομα δεν σε ενδιαφέρει. Μπορείς όμως να με λες Βάργκραντ, γιατί μ' αυτό το όνομα είμαι γνωστός στον κόσμο των ανθρώπων".rnΒάργκραντ! Το όνομα του προερχόταν από τη λέξη βαργκρ, που χρησιμοποιούν οι Νορβηγοί για να χαρακτηρίσουν όχι μόνο τους πολύ άγριους λύκους αλλά και τους λυκάνθρωπους.rnΟ Θόρντις κάθισε στο σκληρό πάτωμα της σπηλιάς.rn"Εσύ ήσουν ο λύκος που ακολούθησα μέχρι εδώ;" ρώτησε τον Βάργκραντ.rnΟ σαμάνος έγειρε το κεφάλι στο πλάι και τον κοίταξε περίεργα.rn"Και ναι και όχι", είπε μετά από ένα λεπτό σιωπής. "Αυτό που είδες ήταν το χαμρ μου, εμποτισμένο από τη δύναμη του φούλτζια της ψυχής μου. Σαν μαθητευόμενος, θα πρέπει να είχες ακούσει αυτές τις λέξεις - ή μήπως ο δάσκαλος σου δεν τις γνώριζε;"rn "Μην πιάνεις στο στόμα σου το δάσκαλο μου!" είπε ο Θόρντις αγριεμένα. "Πάλευε πάντα για το καλό των άλλων, και δεν τριγυρνούσε τις νύχτες σαν αιμοβόρο αγρίμι".rnΟ τριχωτός μάγος έκανε μια κίνηση αδιαφορίας:rn"Η κάθε ψυχή ακολουθεί το δικό της μονοπάτι, μέσα στη δίψα της για γνώση. Δεν είχα σκοπό να προσβάλλω το δάσκαλο σου. Ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας".rn"Απ' ότι μου είπες μόλις τώρα, το σώμα σου καθόταν μέσα σε αυτή τη σπηλιά ενώ η ψυχή σου τριγυρνούσε στον κόσμο με τη μορφή λύκου".rn"Είσαι έξυπνος και νομίζω πως δεν θα κουραστώ πολύ μαζί σου. Σε μια εποχή που το οντ έχει πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα στον κόσμο, η μεταμόρφωση του υλικού σώματος είναι πολύ πιο δύσκολη, αλλά όχι ακατόρθωτη". "Είναι αλήθεια πως ένας πραγματικός λυκάνθρωπος είναι άτρωτος σε κάθε είδους όπλο; Πως έχει δύναμη όση δέκα ανθρώπων και πως μπορεί να τρέχει ακούραστα για μέρες δίχως τελειωμό;" ρώτησε ο Θόρντις γεμάτος ανυπομονησία.rn"Η απάντηση στα δύο τελευταία ερωτήματα σου είναι σίγουρα ναι. Όσο για το πρώτο ερώτημα, το κάθε όπλο θα μπορεί να σε σκοτώσει αν δεν είσαι προσεκτικός. Μόνο αν πέσεις στην κατάσταση του μπέρζερκεργκάνγκ θα είσαι άτρωτος στα κοινά όπλα, κι αυτό είναι ένα δώρο που μονάχα ο Όντιν χαρίζει, και πάλι μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές".
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload5.postimage.org/170054/werewolf3.jpg
rn"Δεν θέλω να ζήσω για πάντα", είπε ο Θόρντις μέσα από τα δόντια. "Μονάχα αρκετά για να εκδικηθώ όσους μου στέρησαν το νόημα της ζωής".rnΟ Βάργκραντ έξυσε επίμονα το τριχωτό του γόνατο με τα μακριά νύχια.rn"Η δύναμη του λυκάνθρωπου είναι πράγματι φοβερή, αλλά όπως σου είπα και στην αρχή, δεν μπορείς να την αποκτήσεις ακίνδυνα. Ο μεγαλύτερος φόβος είναι μήπως το ζωώδες κομμάτι της ψυχής σου κυριαρχήσει ολοκληρωτικά πάνω στο ανθρώπινο. Αν αφήσεις το ζώο να σου κάνει κάτι τέτοιο, η οντότητα σου θα χαθεί μέσα στο απύθμενο πηγάδι του ένστικτου και θα χρειαστούν πολλές ζωές για να αποκτήσεις πάλι τη συνειδητότητα ενός ανθρώπινου πλάσματος".rnΤα μαύρα μάτια φαινόταν να τον διαπερνούν απ' άκρη σ' άκρη.rn"Μέχρι τότε, οι ψυχές των αγαπημένων σου ίσως να βρίσκονται πολύ μπροστά στο μονοπάτι της εξέλιξης για να σε αναγνωρίσουν".rnΟ Θόρντις ένιωσε αναμμένα κάρβουνα να καίνε μέσα στον ξεραμένο λαιμό του. Τα λόγια του μάγου τον έκαναν να δειλιάσει. Ύστερα, όμως, φαντάστηκε τα μακριά σαγόνια του να κλείνουν γύρω από το πλαδαρό λαιμό του Αμβρόσιου και να γεύονται το αίμα του. Όχι, άξιζε να διακινδυνεύσει ο,τιδήποτε για αυτή τη στιγμή, ακόμη και την αθάνατη ψυχή του!..rn"Δίδαξε με", είπε βραχνά. "Θα κάνω ό,τι μου πεις".rnΕννιά φεγγάρια έμεινε ο Θόρντις κοντά στον Βάργκραντ. Έμαθε στην αρχή να απελευθερώνει το χαμρ, το αστρικό του σώμα, με τρόπο παρόμοιο μ' εκείνον που είχε διδαχθεί κι από το δικό του δάσκαλο, αλλά κι από τη Σβάλα, τη βόλβα του Τρότελαγκ.rnΌμως, αυτή τη φορά ο Βάργκραντ του έμαθε πώς να μεταμορφώνει το αστρικό του σώμα, αφήνοντας τη φούλτζια, τη ζωώδη πλευρά της κάθε ψυχής, να του δίνει τη μορφή του λύκου. Κι ενώ το σώμα του Θόρντις κειτόταν άψυχο δίπλα σε εκείνο του Βάργκραντ μέσα στη σπηλιά, οι δυο ψυχές τους τριγυρνούσαν στα δάση με τη μορφή λύκων, κοιτάζοντας τον κόσμο μέσα από άλλη οπτική.rnΑυτό γινόταν κάθε βράδι, μια εβδομάδα πριν και μια εβδομάδα μετά την κάθε πανσέληνο, μέχρι που ο Θόρντις μπόρεσε σταδιακά να αποκτήσει πλήρη έλεγχο πάνω στο ζώο που κοιμάται μέσα σε κάθε άνθρωπο και που παίρνει μορφή ανάλογα με τη φύση και τις εμπειρίες της ψυχής του.rnΎστερα, ο μάγος άρχισε να τον διδάσκει τα μυστικά και ξεχασμένα ξόρκια που θα μπορούσαν να μεταμορφώσουν το ίδιο του το σώμα, φέρνοντας την αλλαγή που κάποιοι θεωρούσαν θεών.rnΈνα βράδι, δυο μέρες πριν από τη δεύτερη πανσέληνο της άνοιξης, ο Βάργκραντ είπε στο Θόρντις:rn"Σου έμαθα όσα ήταν να σου μάθω. Τώρα ήρθε η ώρα της αλήθειας. Αν το μίσος σου σε οδηγεί ακόμη, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα".rnΠροχώρησε προς το βάθος της σπηλιάς, και σήκωσε από μιαν άκρη ένα γκρίζο λυκοτόμαρο. Ήταν τεράστιο και περίτεχνα κατεργασμένο, ξεκινώντας από το δέρμα του μεγάλου κεφαλιού και καταλήγοντας στην μακριά φουντωτή ουρά. Το δέρμα στα πλευρά και την πλάτη ήταν λουριδιασμένο, λες και από γαμψά, πανίσχυρα νύχια.rn"Το ζώο στο οποίο ανήκε ήταν ο πρωτόλυκος ενός από τα μεγαλύτερα κοπάδια λύκων της Νορβηγίας. Πέθανε παλεύοντας μόνος του με μια αρκούδα, και κατάφερε να τη σκοτώσει πριν αφήσει την τελευταία του ανασαιμιά".rnΓέλασε δυνατά, δείχνοντας τα μακριά κοφτερά δόντια. "Το ξέρω, γιατί εκείνη την εποχή τριγυρνούσα κι εγώ μαζί με την αγέλη του".rnΤα κόκκινα μάτια του μάγου έλαμπαν περίεργα στο μισοσκόταδο της σπηλιάς.rn"Είναι ένα πολύ ισχυρό αντικείμενο για έναν γέρο σαν κι εμένα, αλλά η δύναμη που μπορεί να σου δώσει είναι φοβερή. Θα ριψοκινδυνεύσεις να το φορέσεις;"rnΟ Θόρντις, που μέσα στους τελευταίους μήνες σπάνια έβγαζε κουβέντα από το στόμα του, άρπαξε με ένα μουγκρητό το λυκοτόμαρο. Έβγαλε τα ρούχα του μέχρι το τελευταίο, και μετά έριξε το δέρμα στην πλάτη του. Ύστερα, έπεσε στα τέσσερα και άρχισε να μουρμουρίζει το ξόρκι που είχε μάθει από τον Βάργκραντ.rnΈνιωσε έναν τρομερό πόνο να ξεκινά από το δέρμα και να πλημμυρίζει τα σωθικά του. Ήταν σαν μια τεράστια τανάλια να του τραβούσε νεύρα, μύες και κόκκαλα προς απίθανες κατευθύνσεις. Ο κόσμος γύρω του άλλαξε και έγινε ξαφνικά γκρίζος. Τα μάτια του μπορούσαν να κοιτάζουν σε παράξενες γωνίες, καλύπτοντας πολύ μεγαλύτερη ακτίνα από πριν. Σήκωσε τα τραβηγμένα χείλια και πέρασε τη μακριά, καυτή γλώσσα πάνω από τα μεγάλα σκυλόδοντα. Έπειτα, βγάζοντας ένα βαθύ, πονεμένο ουρλιαχτό, βγήκε τρέχοντας μέσα στη νύχτα.rnΣε ένα απόμακρο σημείο του μυαλού του, διατηρούσε ακόμη την ανθρώπινη συνείδηση, αλλά το σώμα του κατά κύριο λόγο το κυβερνούσε το ζώο.rnΗ νυχτερινή ζωή του δάσους γέμιζε τα αυτιά του με χίλιων λογιών ήχους. Ο αέρας ήταν γεμάτος από περίεργες οσμές, η κάθε μια τόσο καθαρή και ευδιάκριτη σαν ένα χρώμα ή μια νότα. Μύρισε ζωντανή, φοβισμένη σάρκα. Πεινούσε!..rnΓύρισε στη σπηλιά το ξημέρωμα, με χορτασμένη την πείνα του στομαχιού αλλά όχι κι αυτήν της ψυχής του. Αποκοιμήθηκε δίπλα στη φωτιά, κι όταν ξύπνησε ήταν πάλι ένας γυμνός άνθρωπος, σκεπασμένος με το τομάρι ενός μεγάλου λύκου.rnΕίδε τον Βάργκραντ να ακονίζει ένα μικρό κοπίδι στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Του χαμογέλασε με το ίδιο μοχθηρό χαμόγελο που συνήθιζε κι ο μάγος.rnΉταν έτοιμος να ξεκινήσει...rn...Πέρασαν όμως τέσσερις ακόμη μέρες μέχρι να το κάνει. Ήθελε πριν φύγει να συγκεντρώσει τις σκέψεις του, να προσευχηθεί στους θεούς και να ρωτήσει τους ρούνους.rnΝήστεψε, πλύθηκε στο παγωμένο νερό της πηγής που κυλούσε κοντά στη σπηλιά, και μετά έπιασε για πρώτη φορά από πολύ καιρό το σακουλάκι με τους ρούνους.rnΤα μικρά κομμάτια του ξύλου αναπήδησαν στα χέρια του σαν να είχαν δική τους ζωή. Μετά από μερικές στιγμές αυτοσυγκέντρωσης και νοερής προσευχής, άρχισε να τα ρίχνει και να τα διαβάζει.rnΡωτούσε για τον Αμβρόσιο.rnΤο Άνζουρ ανάποδο πλάι στο Έοχ και το Ραντ...rnΟ φαύλος θα ταξίδευε σύντομα μέσω ξηράς.rnΠροσπάθησε να μάθει περισσότερα, αλλά στάθηκε αδύνατον. Κάτι σαν σκοτεινό σύννεφο πλανιόταν στο μυαλό του, εμποδίζοντας τον να λειτουργήσει σωστά. Ο ίδιος το απέδωσε στην έλλειψη πρακτικής, αλλά και στο μίσος που σκότιζε το μυαλό του. Δεν είχε πάντως σημασία. Σε λίγες μέρες θα μάθαινε από πρώτο χέρι.rnΣκέφτηκε να ρωτήσει για το αποτέλεσμα της προσπάθειας του, αλλά μετά έκρινε πως δεν ήταν ακόμη η στιγμή να παραβιάσει το ταμπού που του είχε θέσει ο δάσκαλος του πριν πεθάνει, να μη ρωτήσει, δηλαδή, ποτέ τους ρούνους για τον εαυτό του. Ξανάβαλε, λοιπόν, τους ρούνους στο σακούλι τους και επέστρεψε στη σπηλιά.rnΟ Βάργκραντ τον περίμενε όπως πάντα, καθισμένος ανακούρκουδα μπροστά στη φωτιά. Τα δυνατά του σαγόνια ροκάνιζαν ένα κόκκαλο ελαφιού. Μόλις είδε τον Θόρντις, έγλειψε τα δάχτυλα του, σκούπισε τα χέρια του πάνω στο μαλλιαρό του στήθος, και μετά είπε:rn"Ξέρω πως είναι ώρα να φύγεις. Ξέρω επίσης πως, είτε ζήσεις είτε πεθάνεις, δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε σ' αυτή τη ζωή. Να θυμάσαι δυο μονάχα πράγματα: πρώτον, πως ο Αμβρόσιος προστατεύεται όχι μόνο από ανθρώπους, αλλά κι από κάτι άλλο, πολύ πιο τρομερό, που ακόμη κι εγώ δεν μπορώ να διακρίνω. Δεύτερον, πως πάνω από ζώο είσαι άνθρωπος, και πως αν το ξεχάσεις πραγματικά, έστω και για μια στιγμή, η ψυχή σου θα βυθιστεί στα σκοτάδια της άγνοιας για πολλές ζωές. Εκτός από το λυκοτόμαρο, δεν έχω να σου δώσω τίποτε άλλο πέρα από την ευχή μου. Μακάρι να πάρεις την εκδίκηση που ζητάς".rnΟ Θόρντις έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Γνώριζε καλά πως οι ευχαριστίες δεν άρμοζαν σε μια τέτοια περίπτωση. Σήκωσε το λυκοτόμαρο και το δισάκι με τα λιγοστά του υπάρχοντα και μετά κατευθύνθηκε προς την έξοδο της σπηλιάς. Λίγο πριν βγει, κοντοστάθηκε:rn"Εύχομαι, όταν ξανασυναντηθούμε, να μπορούμε να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλο", είπε δίχως να γυρίσει το κεφάλι προς το μάγο.rn“Ίσως..." ήταν η μόνη απάντηση της μακρόσυρτης φωνής που άκουσε πίσω του.rn…………………………»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα