es – L’ Ile mysterieuse) σε απόδοση Γ. Τσουκαλά και εικονογράφηση Ferat (βλ. ενότητα «Σπήλαια και εικαστικά»), από τις εκδόσεις Παπαδημητρίου, Ιπποκράτους 47 και Διδότου, Αθήνα, τηλ. 210 3600389, ISBN: 960-550-073-6.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload5.postimage.org/10490/untitled1.jpg
«………………….rnΟι άποικοι είχαν πάρει μαζί τους αξίνες, σχοινιά, ίσκα, και, όρθιοι στην όχθη της λίμνης, παρακολουθούσαν την επιφάνεια της που κατέβαινε. Σε λίγο, στο γρανίτινο τείχος φάνηκε μια μεγάλη τρύπα: Ήταν το άνοιγμα της σήραγγας, απ' όπου έφευγαν πριν τα νερά. Ο Πένκροφ κι ο Ναβ, χτυπώντας με τις αξίνες τους, το άνοιξαν περισσότερο.rnΟ μηχανικός πρόσεξε ότι το άνοιγμα εκείνο δεν είχε απότομη κλίση, κι ίσως να μπορούσαν, μπαίνοντας μέσα, ν' ακολουθήσουν τη σήραγγα ως την επιφάνεια της θάλασσας. Ήδη ο Τοπ είχε ορμήσει μέσα στην τρύπα.rn— Και λοιπόν, κύριε Κύρε, τι μας εμποδίζει; ρώτησε ο Πένκροφ, ανυπόμονος να μπει στο διάδρομο εκείνο.rn— Καλά, είπε ο μηχανικός, αλλά πρέπει να βλέπουμε. Πήγαινε να κόψεις μερικά κλαδιά, που να έχουν ρετσίνι.rnΟ Ναβ κι ο Άρμπερτ έτρεξαν στην όχθη, και γύρισαν κρατώντας κλαδιά από πεύκα, που έσταζαν ρετσίνι. Τα άναψαν τότε, και, με τον Κύρο Σμιθ μπροστά, μπήκαν στη σκοτεινή σήραγγα.rnΗ σήραγγα, όσο πήγαινε, πλάταινε, κι οι άποικοι μπορούσαν να κατεβούν, χωρίς να σκύβουν. Τα πλευρά της και το δάπεδο, που τα είχε λειάνει το νερό, ήταν γλιστερά, κι έπρεπε να προσέχουν για να μην πέσουν. Γι' αυτό, οι άποικοι δέθηκαν μ' ένα μακρύ σχοινί, όπως κάνουν οι ορειβάτες.rnΕυτυχώς, μερικές προεξοχές του γρανίτη σχημάτιζαν σκαλοπάτια, κι έτσι μπορούσαν να κατεβαίνουν ευκολότερα. Μερικές σταγόνες νερού, που κρέμονταν ακόμα από τα τοιχώματα, ιρίδιζαν στο φως των δαδιών, και θα νόμιζε κανείς πως ήταν σταλακτίτες.rnΟ μηχανικός εξέτασε τα τοιχώματα, κι είδε πως το άνοιγμα είχε σχηματιστεί από κάποια ηφαιστειώδη έκρηξη.rnΟι άποικοι κατέβαιναν σιγά και με κάποια συγκίνηση στα βάθη του γρανίτινου εκείνου όγκου, όπου πρώτη φορά πατούσε το πόδι του άνθρωπος. Δε μιλούσαν, αλλά συλλογίζονταν πως ίσως κανένα γιγάντιο χταπόδι να βρισκόταν μέσα στο κοίλωμα εκείνο, που επικοινωνούσε με τη θάλασσα.rnΑφού κατέβηκαν καμιά τριανταριά μέτρα, ο Κύρος Σμιθ, που προπορευόταν, σταμάτησε. Στο μέρος εκείνο σχηματιζόταν μια μικρή σπηλιά.rn— Ε, λοιπόν, αγαπητέ μου Κύρε, είπε ο δημοσιογράφος, να ένα καταφύγιο που δεν το ξέρει κανείς, κρυμμένο σ' αυτά τα σκοτεινά βάθη, αλλ' ακατάλληλο για κατοικία.rn— Γιατί ακατάλληλο; ρώτησε ο ναυτικός.rn— Γιατί είναι πολύ μικρό και σκοτεινό.rn— Δεν μπορούμε να το μεγαλώσουμε, να το σκάψουμε, να κάνουμε ανοίγματα για το φως και τον αέρα; επέμεινε ο Πένκροφ, που δεν αμφέβαλλε πια για τίποτε.rn— Ας συνεχίσουμε το ψάξιμο, απάντησε ο Κύρος Σμιθ. Ίσως, πιο κάτω, η φύση η ίδια να μας απαλλάξει από τον κόπο.rn— Δε βρισκόμαστε ακόμα ούτε στα μισά του ύψους, παρατήρησε ο Άρμπερτ.rn— Στο ένα τρίτο περίπου απάντησε ο μηχανικός, γιατί ήδη κατεβήκαμε καμιά τριανταριά μέτρα από το στόμιο, και δεν είναι αδύνατο, καμιά τριανταριά μέτρα ακόμα πιo κάτω...rn— Πού είναι, λοιπόν, ο Τοπ; φώναξε ο Ναβ, διακόπτοντας τον κύριο του.rnΈψαξαν τη σπηλιά, αλλ' ο σκύλος δεν ήταν εκεί.rn— Θα συνέχισε το δρόμο του, είπε ο Πένκροφ.rn— Ας πάμε να τον βρούμε, πρότεινε ο Κύρος Σμιθ.rnΕξακολούθησαν να κατεβαίνουν. Θα είχαν κατεβεί καμιά δεκαπενταριά μέτρα περίπου, όταν άκουσαν ήχους απόμακρους, που έρχονταν από τα βάθη του γρανίτινου όγκου.rnΣτάθηκαν, κι αφουγκράστηκαν.rn— Είναι γαυγίσματα του Τοπ, φώναξε ο Άρμπερτ.rn— Ναι, πρόσθεσε ο Πένκροφ, και μάλιστα γαυγίζει με μανία.rn— Έχουμε τις σιδερένιες μας αξίνες, είπε ο Κύρος Σμιθ, ας φυλαγόμαστε, κι εμπρός.rn— Αυτό είναι το πιο σπουδαίο, ψιθύρισε ο Γεδεών Σπίλετ στο αυτί του μηχανικού, που κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. rnΟ Κύρος Σμιθ κι οι σύντροφοι του έτρεξαν να βοηθήσουν το σκυλί. Τα γαυγίσματα του Τοπ ακούονταν τώρα πιο κοντά. Από το λαχάνιασμα του καταλάβαινε κανείς μια παράξενη λύσσα. Τα είχε βάλει μήπως με κανένα ζώο, που το είχε ξεσηκώσει στο καταφύγιο του; Μπορεί να πει κανείς ότι, χωρίς να συλλογιστούν τον κίνδυνο, οι άποικοι είχαν κυριευτεί από ακατανίκητη περιέργεια. Δεν κατέβαιναν πια, αλλά θαρρείς και γλιστρούσαν, και, σε λίγα λεπτά της ώρας, είκοσι μέτρα πιο κάτω, αντάμωσαν τον Τοπ.rnΕκεί, η σήραγγα κατέληγε σε πλατύ και μεγαλόπρεπο σπήλαιο. Εκεί ο Τοπ πηγαινοερχόταν, γαυγίζοντας με μανία.rnΟ Πένκροφ κι Ναβ, κουνώντας τα δαδίά τους, φώτισαν όλες τις πλευρές του γρανίτη, και, συγχρόνως, ο Γεδεών Σπίλετ κι ο Άρμπερτ, με τις αξίνες τους υψωμένες, ήταν έτοιμοι για κάθε κίνδυνο. Αλλ' η τεράστια εκείνη σπηλιά ήταν αδειανή. Δεν υπήρχε τίποτε, ούτε ζώο, ούτε ψυχή.rnΚι ωστόσο, ο Τοπ εξακολουθούσε να γαυγίζει. Ούτε τα χάδια, ούτε οι απειλές, μπορούσαν να τον κάμουν να σταματήσει.rn— Πρέπει να υπάρχει κάπου ένα μέρος, απ' όπου τα νερά της λίμνης χύνονται στη θάλασσα, είπε ο μηχανικός. rn— Πραγματικά, απάντησε ο Πένκροφ, Μ ας προσέχουμε να μην πέσουμε σε καμιά τρύπα.rn— Πήγαινε, Τοπ, πήγαινε, φώναξε ο Κύρος Σμιθ.rnΟ σκύλος έτρεξε τότε στην άκρη της σπηλιάς, κι εκεί διπλασίασε τα γαυγίσματα του.rnΤον ακολούθησαν, και είδαν το στόμιο ενός αληθινού πηγαδιού, που ανοιγόταν στο γρανίτη. Από κει ξεχύνονταν άλλοτε τα νερά, κι ήταν σωστό πηγάδι, κάθετο, όπου ήταν αδύνατο να εισχωρήσουν. Έγειραν τα δαδιά πάνω στο στόμα του, αλλά δεν είδαν τίποτε. Ο Κύρος Σμιθ έριξε ένα αναμμένο δαδί, που φώτισε το εσωτερικό του πηγαδιού, αλλά και πάλι δεν είδαν τίποτε. Έπειτα, το κλαδί έσβησε, μ' ένα τσιτσίρισμα, που έδειχνε ότι είχε φτάσει σε νερό, δηλαδή στην επιφάνεια της θάλασσας.rnΟ μηχανικός υπολόγισε ότι το βάθος του πηγαδιού ήταν κάπου τριάντα μέτρα. Το πάτωμα, λοιπόν, της σπηλιάς ήταν περίπου τριάντα μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.rn— Να η κατοικία μας, είπε ο Κύρος Σμιθ.rn— Αλλ' έμενε κάποιος εδώ μέσα, απάντησε ο Γεδεών Σπίλετ, που η περιέργεια του δεν είχε ικανοποιηθεί.rn— Ε, λοιπόν, αυτό το ον, είτε ήταν αμφίβιο, είτε ο,τιδήποτε άλλο, έφυγε μέσα από το πηγάδι και μας παραχώρησε τη θέση του, είπε ο Πένκροφ.rn— Αδιάφορο, πρόσθεσε ο μηχανικός, θα ήθελα να ήμουνα Τοπ, γιατί, τέλος πάντων, δε γαύγιζε χωρίς λόγο...rnΟ Κύρος Σμιθ κοιτούσε τον σκύλο του, κι αν κανένας σύντροφος του ήταν κοντά, θα τον άκουγε που ψιθύριζε:rn— Μάλιστα, είμαι βέβαιος ότι ο Τοπ ξέρει περισσότερα από μας για πολλά πράγματα.rnΩστόσο, οι επιθυμίες των αποίκων είχαν κατά μέγα μέρος πραγματοποιηθεί. Είχαν στη διάθεση τους μιαν απέραντη σπηλιά, που θα ήταν εύκολο να την μοιράσουν σε δωμάτια, χτίζοντας χωρίσματα με πλίθρες. Μόνο δυο δυσκολίες έμεναν. Πρώτα-πρώτα πώς θα φωτιζόταν η σπηλιά, κι έπειτα θα χρειαζόταν μια είσοδος πιο εύκολη.rnΟ Κύρος Σμιθ, που, καθώς κατέβαιναν, είχε προσέξει την κλίση του υπόγειου εκείνου διαδρόμου, υπολόγισε ότι ο γρανίτινος τοίχος της σπηλιάς, που έβλεπε προς τη θάλασσα, δεν ήταν πολύ παχύς. Αν πετύχαιναν από εκεί το φωτισμό, ανοίγοντας παράθυρο, θα τους ήταν εύκολο ν' ανοίξουν και μια πόρτα και να Βάλουν σκάλα εξωτερική. Αυτά τα είπε στους συντρόφους του.rn— Τότε, κύριε Κύρε, εμπρός, είπε ο Πένκροφ. Έχω τη σιδερένια μου αξίνα, και θα μπορέσω ν' ανοίξω ένα παράθυρο σ' αυτόν τον τοίχο, που μίκραινε πολύ το πάχοςrnτου.rnΟ Πένκροφ άρχισε να χτυπάει με την αξίνα του, κι ύστερα από μισή ώρα τον αντικατέστησε ο Ναβ, κι αυτόν ο Σπίλετ. Τέλος, ύστερα από δυο ώρες, μ' ένα δυνατό χτύπημα του δημοσιογράφου, η αξίνα πέρασε από το άνοιγμα, που είχε σχηματίσει, και τινάχτηκε προς τα έξω.rn— Ζήτω! φώναξε ο Πένκροφ.rnΟ Κύρος Σμιθ κοίταξε το άνοιγμα εκείνο, που ήταν κάπου είκοσι πέντε μέτρα πάνω από το έδαφος, είδε την ακτή, το νησάκι και την απέραντη θάλασσα.rnΤο φως έμπαινε τώρα άφθονο μέσα στη σπηλιά. Στην αριστερή της πλευρά είχε ύψος κάπου δέκα μέτρα και πλάτος τριάντα. Στη δεξιά όμως ήταν τεράστια, κι ο θόλος της είχε ύψος πάνω από είκοσι πέντε μέτρα. Σε μερικά μέρη, σχηματίζονταν γρανίτινοι στύλοι, που υποβάσταζαν το θόλο. Οι άποικοι τα είχαν χαμένα, γιατί, εκεί που περίμεναν ν' ανακαλύψουν μια μικρή σπηλιά, είχαν βρει σωστό ανάκτορο.rn— Και πώς θα το πούμε; ρώτησε ο Άρμπερτ.rn— Γρανιτοπαλάτι, απάντησε ο Κύρος Σμιθ.rnΤα δαδιά κόντευαν να καούν, κι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Προτού φύγουν όμως, ο Κύρος Σμιθ έσκυψε ακόμα μια φορά πάνω από το σκοτεινό πηγάδι, κιrnαφουγκράστηκε προσεχτικά. Αλλά δεν άκουσε τίποτε. Αν κανένα θαλάσσιο τέρας έμενε εκεί μέσα, θα είχε γυρίσει ήδη στο πέλαγος. Ωστόσο, ο μηχανικός είχε απομείνει ακίνητος, σκεφτικός, και χρειάστηκε να του φωνάξουν οι σύντροφοι του για να πάει μαζί τους.
………………»
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα