et.gr, www.oceanida.gr, ISBN: 960-410-323-7.
Σημείωση: το βιβλίο μου το δάνεισε η gianna που της το είχε δώσει ο speleotom. Ευχαριστώ και τους δύο για το βιβλίο αλλά – με την ευκαιρία και την άδεια των μελών και επισκεπτών του forum - : για Όλα! Γιατί δικαιούται νομίζω ο καθένας μας να έχει τους δικούς του «πνευματικούς» «σπηλαιοπατέρα» και «σπηλαιομητέρα», εκείνους που στα πρώτα βήματα τον έκαναν να νοιώσει Έμπνευση και Εμπιστοσύνη, απαραίτητα και τα δύο για να συνεχίσει (με όποιο τρόπο ο καθένας μπορεί). Και πάλι ευχαριστώ πολύ.
Στις φωτογραφίες οι πασίγνωστες βραχογραφίες των σπηλαίων Altamira Ισπανίας και Lascaux Γαλλίας.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1787276/bison3_altamira.jpg
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1787280/lascauxmain.jpg
rn«………………………..rnΗ Έλενα έζησε πριν από 20.000 χρόνια, όταν η τελευταία Εποχή των Παγετώνων ήταν στο αποκορύφωμα της. Παγετώνες και μόνιμος πάγος κάλυπταν όλη τη Σκανδιναβία, μέχρι νότια, ως τις περιοχές όπου βρίσκονται σήμερα το Βερολίνο κι η Βαρσοβία. Η Βαλτική ήταν μόνιμα παγωμένη, το ίδιο και η Βόρεια Θάλασσα από τη Δανία έως το Χάμπερ της Αγγλίας. Το χειμώνα πάγωνε κι ο Ατλαντικός, και ο συμπαγής πάγος έφτανε νότια ως το Μπορντό. Η Βρετανία ήταν ακόμη ενωμένη με την ηπειρωτική Ευρώπη με μια λωρίδα ξηράς, ενώ οι πάγοι κάλυπταν ακόμη και την ενδοχώρα, την Κεντρική Ουαλία και τη Νότια Ιρλανδία. Χρόνο με το χρόνο, η τούντρα, το γυμνό τοπίο που δεν ήταν παρά ένα λεπτό στρώμα χώματος και βλάστησης πάνω απ' το μόνιμα παγωμένο υπέδαφος, κατέβαινε όλο και πιο νότια, φτάνοντας σχεδόν στη Μεσόγειο. Οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες και οι έντονες χιονοπτώσεις έκαναν την τούντρα ακατοίκητη το χειμώνα, και οι ομάδες των κυνηγών που περιπλανιούνταν στο μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας Ευρώπης εξωθήθηκαν σιγά σιγά στις οροσειρές των Πυρηναίων και των Άλπεων. Πολλές ομάδες συγκεντρώθηκαν στην ανοιχτή κοιλάδα του Ρήνου κι ύστερα διασκορπίστηκαν στις πεδινές περιοχές γύρω από τη Μεσόγειο. Όπως και σήμερα, υπήρχαν λιμνοθάλασσες στα παράλια, όμως η ακτογραμμή βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα μακριά από τη σημερινή της θέση. Η ποσότητα του νερού που ήταν εγκλωβισμένη στις τεράστιες παγωμένες εκτάσεις ήταν τόση, ώστε η στάθμη της θάλασσας βρισκόταν εκατό και πλέον μέτρα χαμηλότερα από σήμερα.rnΗ ζωή στα παράλια και στα δάση που άρχιζαν πιο μέσα ήταν ανεκτή. Η Έλενα πέρασε την παιδική της ηλικία σ' αυτό το τοπίο, βοηθώντας τη μητέρα της που τριγυρνούσε στα δάση και μάζευε μανιτάρια ή τσαλαβουτώντας στις λιμνοθάλασσες για να βγάλει στρείδια. Ο πατέρας της έβγαινε μόνος του στα δάση, αναζητώντας μικρά ελάφια και άλλα θηράματα. Όμως στο τέλος τού καλοκαιριού, όταν άρχισαν να εμφανίζονται κάθε πρωί οι πρώτες ομίχλες πάνω απ' τους βάλτους, ήξεραν πως έφτασε η ώρα να τα μαζεύουν.rnΆφησαν λοιπόν το θερινό καταυλισμό τους και τράβηξαν για την ενδοχώρα, κατά τους λόφους. Πορεύονταν φορτωμένοι ελαφριά, είχαν μαζί τους μόνο τα απολύτως αναγκαία. Κάθε τόσο συναντούσαν άλλες ομάδες που κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν υπήρχαν τριβές μεταξύ τους• αντίθετα, μοιράζονταν τις ίδιες αγωνίες και προσδοκίες καθώς προχωρούσαν σ' ένα τοπίο όπου τα δάση αραίωναν κι έμπαιναν πια στην τούντρα. Πέρασαν λόφους, οροπέδια κι ανοιχτές κοιλάδες με ποτάμια. Μετά από πορεία έξι εβδομάδων έφτασαν στον προορισμό τους, στην κοιλάδα του Ντορντόν. Το μεγάλο ποτάμι κυλούσε, πράσινο και γαλήνιο, ανάμεσα σε ψηλά, γκριζοκίτρινα ασβεστολιθικά βράχια.rnΗ ομάδα έστησε τον καταυλισμό της σ' ένα προφυλαγμένο μέρος, κάτω από ένα φαρδύ βράχο που οδηγούσε σε μια βαθιά σπηλιά. Πριν εγκατασταθούν, οι άντρες μπήκαν μέσα για να σιγουρευτούν πως ήταν οι μόνοι ένοικοι. Ήταν μια επικίνδυνη επιχείρηση, που κάθε φορά τους προκαλούσε φόβο. Γιατί τις σπηλιές τις χρησιμοποιούσαν επίσης ύαινες, λιοντάρια και τεράστιες αρκούδες. Αν ήταν ήδη κατειλημμένη, έπρεπε να διώξουν ή να σκοτώσουν τους ενοίκους της. Όμως αυτή τη χρονιά η τύχη ήταν με το μέρος τους: όταν έφτασαν, βρήκαν τη σπηλιά άδεια. Ο καταυλισμός στήθηκε κοντά στην είσοδο. Το μακρύ ταξίδι είχε πάρει τέλος. Η Έλενα και οι σύντροφοι της μπορούσαν πια να ξεκουραστούν, κάτω από τις ζεστές ακόμη αχτίδες του ήλιου, αγναντεύοντας το ποτάμι που αργoκυλούσε στην πεδιάδα, καμιά τριανταριά μέτρα πιο κάτω. Η θέα ήταν όμορφη. Μέσα σε λίγες μέρες, όλες οι γύρω σπηλιές και τα βραχώδη καταφύγια είχαν καταληφθεί, καθώς ομάδες απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα συνέρρεαν σ' αυτό το μαγικό μέρος. Έρχονταν, όπως και οι προγονοί τους, για να κυνηγήσουν τους τάρανδους που κατηφόριζαν από τα καλοκαιρινά τους βοσκοτόπια, ψηλά στο Μασίφ Σεντράλ, προς τα χειμερινά, χαμηλά στους κάμπους. Τα ζώα έπρεπε να διασχίσουν το ποτάμι, τον Ντορντόν, και να περάσουν μέσ' από το φαράγγι. Εκεί θα τους έστηνε καρτέρι η ομάδα της Έλενας. Όμως αυτό το σπουδαίο για την κοινότητα γεγονός αργούσε ακόμη μερικές εβδομάδες και μέχρι τότε έπρεπε να γίνουν αρκετές προετοιμασίες. Ο πατέρας της Έλενας βάλθηκε να φτιάξει καινούργιες λεπίδες από έναν πρώτης ποιότητας πυριτόλιθο που είχε αποκτήσει με ανταλλαγή πριν από λίγους μήνες. Η πέτρα ήταν πράγματι εξαιρετικής ποιότητας, χωρίς ραγισματιές ή άλλα ελαττώματα. Ο ίδιος ήταν πολύ επιδέξιος τεχνίτης και μπορούσε να κατασκευάζει σχεδόν τα πάντα απ' αυτό το πολύτιμο υλικό. Φέτος αποφάσισε να ανανεώσει τις κοκάλινες αιχμές στο αγαπημένο του ακόντιο, που θ' αποτελούσε το βασικό του όπλο όταν θα ερχόταν η στιγμή να σκοτώσει τους τάρανδους. Στρώθηκε λοιπόν κοντά στην είσοδο της σπηλιάς κι άρχισε να δουλεύει. Η πέτρα είχε κυλινδρικό σχήμα και ήταν ίσαμε ένα μικρό κεφάλι τυρί. Ο πατέρας τής Έλενας την εξέτασε προσεκτικά, στριφογυρνώντας τη στα χέρια του, και υπολόγισε με μια διαίσθηση που πήγαζε από χρόνια εμπειρίας ποιο ήταν το καλύτερο σημείο για να τη χτυπήσει και να αποσπάσει μια λεπίδα από την άκρη της. Ήταν λες κι ένιωθε την εσωτερική δομή αυτού του πολύτιμου κομματιού πέτρας, το πιο αδύναμο σημείο των μοριακών δεσμών του. Τελικά το εντόπισε. Έπιασε την πέτρα με το αριστερό του χέρι, με το δεξί μια μεγάλη ποταμίσια κροκάλα, και χτύπησε με δύναμη. Ακριβώς όπως το είχε υπολογίσει, από την πέτρα απολεπίστηκε ένα μακρόστενο κομμάτι. Είχε όρεξη, η δουλειά πήγαινε καλά κι έφτιαξε με τον Ίδιο τρόπο άλλες πέντε λεπίδες. Στο τέλος, ικανοποιημένος, ξανάβαλε την πολύτιμη πέτρα στο σακίδιο του. Οι λεπίδες, γύρω στα δέκα εκατοστά μήκος και τρία πλάτος, έκαναν για πολλές χρήσεις. Με κάποια περαιτέρω επεξεργασία γίνονταν μαχαίρια, ξυστήρια για τα δέρματα, αιχμές για τα ακόντια, ακόμη και εργαλεία με τα οποία κατεργάζονταν άλλα υλικά, όπως κόκαλα και κέρατα ζώων. Εξέτασε μία-μία τις λεπίδες και διάλεξε τρεις για να τις χρησιμοποιήσει σαν αιχμές στο ακόντιο του, μία για να ξύνει τα δέρματα των ταράνδων και δύο σαν εργαλεία για να σκαλίζει τα κόκαλα. Παρότι και οι έξι λεπίδες μπορούσαν να δουλευτούν και να γίνουν κατάλληλες για πολλές διαφορετικές χρήσεις, εκείνος ήξερε από την πείρα του ποια να διαλέξει για κάθε δουλειά.rnΣήμερα θα έφτιαχνε καινούργιες κοκάλινες αιχμές για τα ακόντια του και καινούργιες βελόνες ραψίματος για τη μητέρα της Έλενας. Είχε ακόμη τις περσινές αιχμές, όμως πάντα προτιμούσε να φτιάχνει καινούργιες για τη νέα κυνηγετική περίοδο, εφόσον είχε χρόνο. Διάλεξε ένα κομμάτι από κέρατο τάρανδου, γύρω στα είκοσι εκατοστά και αρκετά ίσιο. Τα κέρατα τα έβρισκε εύκολα στις αρχές του καλοκαιριού, τότε που οι τάρανδοι ρίχνουν τα παλιά τους για να φυτρώσουν καινούργια. Έπρεπε όμως να πάει ως τους λόφους πίσω από τον καλοκαιρινό τους καταυλισμό, μια βδομάδα δρόμο, σ' ένα μέρος όπου ήξερε ότι θα έβρισκε αρκετά κόκαλα. Θα μπορούσε βέβαια να είχε κρατήσει μερικά από το κυνήγι του περασμένου φθινοπώρου, όμως αυτό το ταξίδι το περίμενε κάθε χρόνο με λαχτάρα. Ήταν οικογενειακή παράδοση. Ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του κάθε χρόνο από τότε που ήταν εφτά χρονών, και το ίδιο έκανε τώρα κι αυτός με το μεγαλύτερο αδερφό της Έλενας. Χάρη σ' αυτά τα ταξίδια είχε πάντα ένα καλό απόθεμα από κέρατα τάρανδου. Τα έσπαζε και κουβαλούσε μαζί του μόνο τα κομμάτια που του ήταν χρήσιμα, καθώς και μερικά ακόμη για ανταλλαγές. Για παράδειγμα, είχε συμφωνήσει με κάποιον από την ομάδα τους να του δώσει κατεργασμένα προϊόντα από κέρατα, μια δουλειά που τον ευχαριστούσε και για την οποία ήταν ξακουστός, και να πάρει σ' αντάλλαγμα κομμάτια πυριτόλιθου. Ο καλύτερος πυριτόλιθος βρισκόταν σε μακρινές περιοχές, κι έτσι, ενώ εκείνος μάζευε και κατεργαζόταν κέρατα, κάποιος άλλος ταξίδευε και μάζευε πυριτόλιθο. Καθόταν λοιπόν ήσυχος κι ευχαριστημένος εκεί στην είσοδο της σπηλιάς, αγναντεύοντας το ποτάμι και τους λόφους στην απέναντι όχθη. Η Έλενα, που ήταν πια οχτώ χρονών, πήγε και κάθισε πλάι του για να τον βοηθήσει. Είχε κληρονομήσει την επιδεξιότητα του πατέρα της, που την άφηνε πια να κάνει μόνη της κάποια πράγματα.rnΠρώτη του δουλειά ήταν να φτιάξει ένα κοπίδι με το οποίο θα χάραζε παράλληλες γραμμές στο κέρατο - έπρεπε λοιπόν να έχει επίπεδη μύτη, σαν σκαρπέλο. Ο πατέρας της Έλενας εξέτασε όλες τις λεπίδες προσεκτικά. Διάλεξε μία και την τοποθέτησε έτσι ώστε η μια της άκρη ν' ακουμπάει στο έδαφος και η άλλη πάνω σ' ένα κομμάτι κέρατο. Μετακίνησε ελαφρά τη λεπίδα για ν' ακουμπάει στο κέρατο ακριβώς στο σημείο που ήθελε να τη σπάσει. Έπειτα, με μια κοφτή κίνηση τη χτύπησε μ' ένα μικρό βότσαλο και η άκρη της λεπίδας έσπασε. Το σπάσιμο ήταν άψογο και το αποτέλεσμα ένα τέλειο κοπίδι: μια ίσια και πολύ αιχμηρή κόψη σαν σκαρπέλο. Δεν πετύχαινε πάντα με την πρώτη, όμως αυτή τη φορά τα είχε καταφέρει. Πήρε ένα κέρατο και το χάραξε κατά μήκος με το κοπίδι. Ήταν ωραίο εργαλείο, όπως όλα όσα είχε φτιάξει. Στριφογυρίζοντας το κυλινδρικό κέρατο στο χέρι του, επανέλαβε τη διαδικασία ώσπου το χώρισε σε πέντε ίσα τμήματα. Ήταν κάτι που πάντα παρουσίαζε δυσκολίες, όμως αυτό το κοπίδι είχε κάνει τόσο σωστές χαράξεις, ώστε τα πέντε τμήματα είχαν ακριβώς το ίδιο μέγεθος. Αυτή τη φορά δεν θα είχε καθόλου φύρα.rnΑργά αργά βάλθηκε να βαθαίνει τις αυλακιές πάνω στο κόκαλο, κρατώντας ολόισιες τις χαράξεις. Του πήρε κάπου μια ώρα. Στο τέλος πίεσε με δύναμη το κοπίδι στη μέση του κέρατου και το έστριψε. Το κόκαλο λύγισε ελαφρά κι ύστερα άνοιξε απότομα κατά μήκος της χάραξης. Έπιασε προσεκτικά το κομμάτι: είκοσι εκατοστά μήκος και τρία πλάτος, σε σχήμα τριγωνικό. Με την κατάλληλη επεξεργασία θα γινόταν μια καλή αιχμή για το ακόντιο του. Έκοψε ένα - ένα και τα υπόλοιπα κομμάτια. Μόνο ένα, το τρίτο, του έσπασε στη μέση: απ' αυτό θα έφτιαχναν μια βελόνα. Το έδωσε στην Έλενα μαζί με το κοπίδι. Η Έλενα βοηθούσε ήδη τη μητέρα της στο ράψιμο, άρα μπορούσε να φτιάξει μια βελόνα. Λείανε με προσοχή τις σκλήθρες του σπασμένου κέρατου κι από τις δυο πλευρές και λέπτυνε τη μια του άκρη. Όταν τέλειωσε, το έδειξε στον πατέρα της. Ήταν εξαιρετικό σαν πρώτη προσπάθεια. Ο άντρας έβγαλε από το σάκο του το σουβλί, άλλο ένα εργαλείο που είχε φτιάξει μόνος του, που στη μια του άκρη είχε μια μυτερή λίθινη ακίδα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να φτιάξεις ένα καλό σουβλί, γι' αυτό το είχε τυλιγμένο σ' ένα κομμάτι δέρμα για προστασία. Με την άκρη του σουβλιού ο πατέρας της Έλενας σκάλισε ένα «μάτι» στο αμβλύ άκρο της βελόνας και την ξανάδωσε στην Έλενα, που έτρεξε γρήγορα στη μητέρα της για να της δείξει τι είχε φτιάξει.rnΤα καλά, ζεστά ρούχα ήταν απαραίτητα. Μερικές φορές το χειμώνα η θερμοκρασία έπεφτε επί εβδομάδες ολόκληρες στους δέκα βαθμούς υπό το μηδέν. Ευτυχώς τα δέρματα ήταν άφθονα κι έτσι ο καθένας είχε τα δικά του ρούχα, στο νούμερο του. Από μέσα τα έντυναν με μαλακό δέρμα λαγού ή σκίουρου. Το ράψιμο των ρούχων ήταν γυναικεία δουλειά - η μητέρα της Έλενας είχε γερά δάχτυλα και καλή όραση. Έκοβε τα κομμάτια του δέρματος και τα ταίριαζε μεταξύ τους πριν τους κάνει τρύπες με το σουβλί της στις άκρες. Ύστερα περνούσε στη βελόνα κλωστή από νεύρο τάρανδου και μέσ' από τις τρύπες έραβε προσεκτικά τα δέρματα μεταξύ τους. Σήμερα θα έφτιαχνε ένα ρούχο για την Έλενα. Τα παιδιά της ηλικίας της μεγάλωναν πολύ γρήγορα και ήταν δύσκολο να τα προλαβαίνεις στο ντύσιμο. Δεν υπήρχαν άλλωστε και ρούχα από το μεγαλύτερο αδερφό της για να φορέσει. Ήταν επτά χρόνια πιο μεγάλος και φυσικά ήταν αδύνατο να κουβαλάνε τα παλιά του ρούχα επί τόσα χρόνια. Πότε πότε έπαιρνε κάνα αποφόρι από τη μια ή την άλλη γυναίκα της ομάδας που το παιδί της είχε μεγαλώσει και του έπεφτε μικρό, ωστόσο προτιμούσε να ράβει καινούργια ρούχα. Έπρεπε να τα ράβει καλά για να προφυλάσσουν από το δριμύ ψύχος, γι' αυτό η Έλενα στάθηκε μπροστά της για να της πάρει τα μέτρα με μια μακριά λωρίδα από δέρμα ελαφιού. Το ταίριασμα των δερμάτων και το ράψιμο έπαιρναν τρεις μέρες. Ένα καλοραμμένο ρούχο ήταν κάτι που όλοι το θαύμαζαν, κι η μητέρα της Έλενας καμάρωνε για τα εργόχειρα της. Η επιδεξιότητα της μητέρας της στη ραπτική και η φήμη του πατέρα της ως κατασκευαστή εργαλείων και όπλων από κέρατα έδιναν στην οικογένεια της Έλενας ξεχωριστή θέση στην ομάδα.rnΠριν περάσουν καλά καλά δέκα μέρες από τότε που εγκαταστάθηκαν στη σπηλιά, είχαν ξεμπερδέψει με τις εποχικές δουλειές. Η Έλενα είχε καινούργια ρούχα, η μητέρα της μια ντουζίνα καινούργιες κοκάλινες βελόνες κι ο πατέρας της μια ολοκαίνουργια σειρά από αιχμές για το ακόντιο του. Οι μέρες είχαν αρχίσει κιόλας να μικραίνουν κι ο καιρός να κρυώνει - τα φύλλα στις σημύδες κιτρίνιζαν κι η πάχνη που άρχισε να πέφτει τις νύχτες άσπριζε τα βούρλα κάτω στην κοιλάδα. Οι τάρανδοι σύντομα θα έκαναν την εμφάνιση τους. Όμως πριν απ' αυτό, και για να εξασφαλιστεί πως θα έρχονταν, έπρεπε να γίνει μια σημαντική τελετουργία. Τη βραδιά που θα είχε πανσέληνο μετά τις πρώτες παγωνιές, οι άντρες της ομάδας κι όλοι οι άλλοι κυνηγοί που ήταν συγκεντρωμένοι σ' αυτή τη μεριά του ποταμού ανηφόριζαν στην πλαγιά της κοιλάδας μέχρι ένα στενό άνοιγμα στα βράχια που το έφραζε μια στρογγυλή πέτρα. Τα πρόσωπα τους ήταν βαμμένα με κόκκινη ώχρα, τα σώματα τους μαυρισμένα με κάρβουνα απ' τη φωτιά. Κυλούσαν την πέτρα στο πλάι κι έμπαιναν σιωπηλοί στη σπηλιά, κρατώντας μικρά κεριά φτιαγμένα από ζωικό λίπος για να βλέπουν στο σκοτάδι. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαιν' εκεί ο αδερφός της Έλενας. Ήταν πια αρκετά μεγάλος ώστε να μπορεί ν' ακολουθεί τους άλλους στο κυνήγι, κι έτσι έπρεπε να πάει κι αυτός στη σπηλιά. Φοβόταν το σκοτάδι, κι ακόμη περισσότερο φοβόταν τους κλειστούς χώρους. Μέσα σε απόλυτη σιωπή, οι άντρες προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά στην καρδιά της βραχοπλαγιάς, τα κεριά τους τρεμόσβηναν κι έριχναν απόκοσμες σκιές στα τοιχώματα. Επιτέλους, ύστερα από καμιά οχτακοσαριά μέτρα ο στενός διάδρομος άρχισε να φαρδαίνει και σύντομα βρέθηκαν σ' ένα μεγάλο και ψηλό υπόγειο σπήλαιο. Νεκρική σιγή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το νερό που έσταζε ρυθμικά από ψηλά. Τόπους τόπους τα τοιχώματα του σπηλαίου ήταν καλυμμένα μ' ένα λεπτό στρώμα ασβεστίτη που στραφτάλιζε στο φως των κεριών. Στη μια πλευρά, τρεις μεγάλοι σταλακτίτες, δυο μέτρα μήκος ο καθένας, κρέμονταν απ' την οροφή, ενώ απ' το έδαφος σκαρφάλωναν τρεις κοντόχοντροι σταλαγμίτες που προσπαθούσαν να τους αγγίξουν όμως αυτό το σμίξιμο θα χρειαζόταν ακόμη πέντε χιλιάδες χρόνια.rnΑλλά οι άντρες δεν είχαν έρθει εδώ για να δουν αυτά τα θαύματα της φύσης. Έστριψαν δεξιά κι ανηφόρισαν σ' ένα ψηλό πέρασμα που οδηγούσε έξω από τη μεγάλη αίθουσα του σπηλαίου. Ψηλά πάνω στα τοιχώματα διακρίνονταν αχνά, στο αδύναμο κιτρινωπό φως των κεριών που τρεμόσβηναν, φιγούρες άγριων ζώων. Τεράστια ομοιώματα, βίσονες, άγρια άλογα, τάρανδοι και φοβεροί αγριοβούβαλοι, κάλυπταν τους λείους τοίχους. Ο αδερφός τής Έλενας, που βρισκόταν ήδη σε υπερένταση απ' την κλειστοφοβία, ζάρωσε και σφίχτηκε πάνω στον πατέρα του. Το κερί του έπεσε απ' τα χέρια και κύλησε σε μια μικρή γούρνα με νερό, η φλόγα τσιτσίρισε κι έσβησε. Ένας αγριοβούβαλος έμοιαζε να ορμάει καταπάνω του, με τα ρουθούνια του να βγάζουν φωτιές, το κεφάλι χαμηλωμένο, τα κέρατα έτοιμα να τον τρυπήσουν και να τον πετάξουν πάνω στα βράχια. Ήταν τόσο πραγματικοί, τόσο ζωντανοί και τρομακτικοί. Ήθελε να τρέξει και να βγει έξω απ' τη σπηλιά, όμως ο πατέρας του τον κρατούσε σφιχτά και του χάιδευε τα μαλλιά για να τον ηρεμήσει.rnΟι άντρες κοίταζαν αμίλητοι εκείνα τα πλάσματα, που όχι μόνο τα φοβούνταν αλλά και εξαρτιόνταν απ' αυτά. Στο απαλό φως, οι εικόνες άρχισαν να ζωντανεύουν και να κινούνται. Ο πατέρας της Έλενας έτριβε τα μάτια του. Μολονότι ερχόταν εδώ είκοσι ολόκληρα χρόνια, στην αρχή με τον πατέρα του κι ύστερα μόνος, πάντα ένιωθε το ίδιο παράξενα. Οι ζωγραφιές βρίσκονταν πολύ ψηλά και δεν μπορούσε να τις αγγίξει για να διαπιστώσει αν όντως είχαν μετακινηθεί. Οι άντρες, ασάλευτοι, τις κοίταζαν σιωπηλά, τα μάτια τους πήγαιναν απ' το ένα ζώο στο άλλο, σαν να 'θελαν να βεβαιωθούν πως ήταν ακόμη εκεί. Κοιτώντας αυτές τις εικόνες, σκέφτονταν το κυνήγι κι ετοιμάζονταν ν' αντιμετωπίσουν τα ζώα στην πραγματική ζωή. Κανείς δεν ήξερε ποιος είχε ζωγραφίσει αυτές τις εικόνες, ούτε από πότε βρίσκονταν εκεί. Το αποτύπωμα ενός χεριού, που το περίγραμμα του πρόβαλλε πάνω σ' ένα στρώμα αιθάλης, ίσως ν' ανήκε στον καλλιτέχνη, όμως κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα. Μπορεί να υπήρχαν εκεί από πάντα.rnΎστερα από κάμποση ώρα, που φάνηκε ολόκληρη ζωή στον αδερφό της Έλενας, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Τώρα πια οι τρεμουλιαστές εικόνες είχαν αποκτήσει αληθινή υπόσταση στη φαντασία των κυνηγών. Σήκωσαν ένας-ένας τα μακριά τους ακόντια και κραυγάζοντας δυνατά τα κουνούσαν μπρος πίσω στον αέρα, σημαδεύοντας τα πλευρά της φανταστικής λείας τους. Δεν τα πέτυχαν. Δεν ήταν ανάγκη, άλλωστε. Τα άγρια ζώα είχαν αφήσει τα τοιχώματα και βρίσκονταν εκεί μπροστά τους, αιωρούνταν στον αέρα. Το σπήλαιο αντήχησε απ' τις τρομακτικές κραυγές των κυνηγών, που πρόφεραν μαγικές φράσεις με σκοπό να μεταμορφώσουν τον τελετουργικό φόνο αυτών των φανταστικών θηρίων σε σφαγή των ζωντανών εξαδέλφων τους.rnΎστερα από μερικά λεπτά ο θόρυβος καταλάγιασε - οι άντρες χαμήλωσαν τα ακόντια τους και κοίταζαν αμίλητοι ξανά τα μελλοντικά τους θηράματα. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο για να σιγουρευτούν πως τα ζώα θα έρχονταν και το κυνήγι τους θα είχε επιτυχία. Νιώθοντας πως ήρθε η ώρα, οι άντρες πήραν ήσυχα το δρόμο για την είσοδο της σπηλιάς και βγήκαν έξω στο δροσερό νυχτερινό αεράκι. Η ψύχρα τους συνέφερε κι άρχισαν να κουβεντιάζουν για το κυνήγι που πλησίαζε. Μιλούσαν για στρατηγικές, κανόνιζαν συνεργασίες. Ο αδερφός της Έλενας ήταν πολύ ευχαριστημένος που ξαναβρέθηκε επιτέλους σε ανοιχτό χώρο.rn…………………………».
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα