Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1670567/borges_.jpg
rn«………………………rnΌταν, κάποτε, κατάφερα ν' απαγκιστρωθώ απ' αυτόν τον εφιάλτη, βρέθηκα ξαπλωμένος, με δεμένα τα χέρια, σε μια μακρόστενη πέτρινη τρώγλη, όχι και πολύ μεγαλύτερη από έναν κοινό τάφο, σκαμμένη πρόχειρα στην απότομη πλαγιά ενός βουνού. Τα τοιχώματα ήταν υγρά, λειασμένα μάλλον απ' το χρόνο παρά από ανθρώπινα χέρια. Ένιωθα στο στήθος μου έναν οδυνηρό σφυγμό, ένιωθα να φλέγομαι απ' τη δίψα. Έγειρα μπροστά κι έβγαλα μιαν αδύναμη κραυγή. Στα πόδια του βουνού κυλούσε αθόρυβα ένα βρόμικο ρυάκι, στομωμένο από τα σκύρα και την άμμο - στην απέναντι όχθη άστραφτε (στις τελευταίες ή στις πρώτες ακτίνες του ήλιου) αυτό που δεν μπορούσε παρά να είναι η Πολιτεία των Αθανάτων. Είδα τείχη και στοές, προσόψεις και αγορές: η πόλη στεκόταν πάνω σ' ένα πέτρινο βάθρο. Καμιά εκατοστή τρώγλες, ανάλογες με τη δική μου, ήταν σπαρμένες ακανόνιστα στο βουνό και στην κοιλάδα. Μέσα στην άμμο υπήρχαν αβαθή πηγάδια. Από εκείνες τις άθλιες τρύπες (κι απ' τις τρώγλες) ξεπρόβαλαν κάτι άνθρωποι με γκρίζο δέρμα, με ατημέλητες γενειάδες, γυμνοί. Δεν άργησα να τους αναγνωρίσω: ανήκαν στη ζωώδη φύτρα των Τρωγλοδυτών, που μαστίζουν τις ακτές του Αραβικού Κόλπου και τα αιθιοπικά σπήλαια - έτσι, δεν ένιωσα την παραμικρή έκπληξη όταν διαπίστωσα ότι δε μιλούσαν κι ότι καταβρόχθιζαν φίδια.rnΗ φοβερή δίψα μ' έκανε να ξεχάσω κάθε προφύλαξη. Υπολόγισα το ύψος που βρισκόμουν γύρω στα τριάντα πόδια - κατρακύλησα το βουνό με κλειστά τα μάτια, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Βούτηξα το αιμόφυρτο κεφάλι μου στο σκουρόχρωμο νερό. Ήπια όπως ξεδιψούν τα ζώα. Και πριν χαθώ ξανά στ' όνειρο και στο παραλήρημα, επανέλαβα, χωρίς να καταλάβω γιατί, κάτι ελληνικές λέξεις: «Οι δε Ζέλειαν έναιον υπαί πόδα νείατον Ίδης αφνειοί, πίνοντες ύδωρ μέλαν Αισήποιο...» (1)rnΔεν ξέρω πόσα μερόνυχτα πέρασαν από πάνω μου. Πονώντας, μη μπορώντας να ξανακερδίσω την ασφάλεια της τρώγλης μου, γυμνός πάνω στην άγνωστη άμμο, άφησα τη σελήνη και τον ήλιο να ορίζουν την κακή μου μοίρα. Με την παιδαριώδη τους βαρβαρότητα, οι Τρωγλοδύτες δε με βοήθησαν ούτε να επιζήσω ούτε να πεθάνω. Μάταια τους εκλιπαρούσα να με θανατώσουν. Μια μέρα, με μια τσακμακόπτερα, έκοψα τα δεσμά μου. Μιαν άλλη, σηκώθηκα κι έκλεψα ή ζητιάνεψα -εγώ, ο Μάρκος Φλαμίνιος Ρουφος, διοικητής ρωμαϊκής λεγεώνας- την πρώτη μου απεχθή μερίδα φίδι. Η λαχτάρα μου να δω τους Αθανάτους, να πατήσω το πόδι μου στην υπεράνθρωπη Πολιτεία, σχεδόν μ' εμπόδιζε να κοιμηθώ. Μαντεύοντας, θαρρείς, τί με βασάνιζε, ούτε κι οι Τρωγλοδύτες κοιμόνταν: στην αρχή, φαντάστηκα ότι με παραφυλούσαν έπειτα, ότι τους είχα μεταγγίσει την ανησυχία μου, όπως γίνεται με τους σκύλους. Για να φύγω απ' το βαρβαρικό χωριό, διάλεξα την πιο πολυσύχναστη ώρα, το σούρουπο, όταν όλοι τους σχεδόν ξεφυτρώνουν απ' τις τρώγλες και τα πηγάδια, και κοιτάζουν το ηλιοβασίλεμα, χωρίς να το βλέπουν. Προσευχήθηκα δυνατά, όχι τόσο για να επικαλεστώ τη θεϊκή εύνοια, όσο για να φοβίσω τη φυλή με τον έναρθρο λόγο. Διέσχισα το ποτάμι που το στόμωναν οι αμμόλοφοι, και πήρα το δρόμο για την Πολιτεία. Δυο - τρεις άνδρες με ακολούθησαν σαστισμένα. Ήταν (όπως όλοι οι άνδρες της φυλής) μέσου αναστήματος - δεν ενέπνεαν φόβο, αλλά αποστροφή. Χρειάστηκε να προσπεράσω κάτι ακανόνιστα φαράγγια, που μου είχαν φανεί για ορύγματα - θολωμένος απ' τη μεγαλοσύνη της, νόμισα ότι η Πολιτεία απείχε δυο δρασκελιές. Ως τα μεσάνυχτα, βωλόδερνα κάτω απ' τους σκούρους ίσκιους των τειχών, που χάραζαν πάνω στην κίτρινη άμμο σχήματα ειδώλων. Με συνείχε κάτι σαν ιερή φρίκη. Το πρωτόγνωρο και η έρημος είναι τόσο αποτρόπαια για τον άνθρωπο, ώστε ανακουφίστηκα όταν είδα ότι ένας Τρωγλοδύτης με είχε ακολουθήσει μέχρι τέλους. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα (χωρίς ν' αποκοιμηθώ) το φως της μέρας.rnΕίπα και πριν ότι η Πολιτεία ήταν χτισμένη πάνω σ' ένα πέτρινο βάθρο. Το βάθρο αυτό, που έμοιαζε με γκρεμνό, ήταν εξίσου δυσανάβατο με τα τείχη. Του κάκου πάσχισα να σκαρφαλώσω: δεν υπήρχε η παραμικρή προεξοχή στο μελανό κρηπίδωμα, τα στερεότυπα τείχη δεν έδειχναν να κρύβουν ούτε μία πυλίδα. Η δύναμη του ήλιου με ανάγκασε ν' αναζητήσω καταφύγιο σε μια σπηλιά - στο βάθος της σπηλιάς ήταν ένα πηγάδι και, μέσα στο πηγάδι, μια σκάλα που βυθιζόταν κατακόρυφα στο έρεβος. Κατέβηκα - πέρασα μέσα από ένα χάος σκοτεινών σηράγγων κι έφτασα σε μια αχανή κυκλική αίθουσα, σχεδόν αόρατη. Η αίθουσα είχε εννιά πόρτες - οι οκτώ άνοιγαν σ' ένα λαβύρινθο, που οδηγούσε, διεστραμμένα, στην ίδια αίθουσα. Η ένατη (μέσα από έναν άλλο λαβύρινθο) έβγαζε σε μια δεύτερη κυκλική αίθουσα, απαράλλαχτη με την προηγούμενη. Αγνοώ τον συνολικό αριθμό των αιθουσών, το άγχος και η κακοτυχιά μου τις πολλαπλασίαζαν. Η σιωπή ήταν εχθρική και σχεδόν τέλεια - δεν υπήρχε κανένας άλλος ήχος σ' εκείνο το βαθύ, πέτρινο δίκτυο, εκτός από το σφύριγμα ενός υπόγειου αέρα που δεν κατάφερα ν' ανακαλύψω από που ερχόταν ρείθρα με νερό σκουριασμένο χάνονταν αθόρυβα μες στις ρωγμές. Φρίττοντας, εξοικειώθηκα μ' εκείνον τον επίβουλο κόσμο - δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν δυνατόν να υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκτός από αίθουσες με εννιά πόρτες και ατελείωτους, διακλαδωτούς διαδρόμους. Αγνοώ το χρόνο που πέρασα βαδίζοντας κάτω απ' τη γη. Ξέρω πως μου συνέβη να μπερδέψω, μες στην ίδια νοσταλγία, το βδελυρό βαρβαρικό χωριό με τη γενέθλια πόλη μου, πνιγμένη στα κλήματα.rnΣτο βάθος ενός διαδρόμου, με σταμάτησε ένας αναπάντεχος τοίχος, κι έπεσε πάνω μου ένα φως από μακριά. Σήκωσα τα σαστισμένα μάτια μου. Ψηλά, σε ιλιγγιώδη ύψη, ένας κύκλος ουρανού ήταν τόσο γαλάζιος, που μου φάνηκε πορφυρός. Είδα κάτι μετάλλινα σκαλοπάτια ν' αναρριχώνται τον τοίχο. Ήμουν εξουθενωμένος απ' την κούραση, αλλά έπιασα να σκαρφαλώνω, σταματώντας μόνο κάπου κάπου για να πνίξω κάτι βλακώδη αναφιλητά ευτυχίας. Σε λίγο, άρχισα να διακρίνω αστραγάλους και κιονόκρανα, τριγωνικά αετώματα και θόλους, συγκεχυμένες φαντασμαγορίες από γρανίτη και μάρμαρο. Με τον τρόπο αυτόν μου δόθηκε η χάρις να αναδυθώ, απ' την τυφλή χώρα των ζοφερών, διαπλεκομένων λαβυρίνθων, στην εκθαμβωτική Πολιτεία.rnΒγήκα σ' ένα χώρο που έμοιαζε με μικρή πλατεία ή, μάλλον, με αυλή. Γύρω του υψωνόταν ένα μόνο οικοδόμημα, ακανόνιστου σχήματος και ποικίλου ύψους - σ' αυτή την ετερογενή κατασκευή ανήκαν οι θόλοι και οι κίονες που έβλεπα. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση σ' εκείνο το απίστευτο μνημείο, ήταν η παλαιότητα του. Αισθάνθηκα ότι ήταν αρχαιότερο των ανθρώπων, αρχαιότερο της Γης. Αυτή η πανηγυρική του παλαιότητα (παρ' όλο που, κατά κάποιον τρόπο, τρόμαζε το βλέμμα) μου φάνηκε απολύτως ταιριαστή για το έργο που έφτιαξαν αθάνατοι τεχνίτες. Στην αρχή με προφυλάξεις, ύστερα με αδιαφορία και στο τέλος με απόγνωση, περιπλανήθηκα στις κλίμακες και στα πλακόστρωτα του ανεξιχνίαστου ανακτόρου. (Με τον καιρό θα καταλάβαινα ότι η πρωτοφανής κούραση που μου προκαλούσαν τα σκαλοπάτια, οφειλόταν στο ασταθές του πλάτους και του ύψους τους.) Αυτό το ανάκτορο είναι έργο των θεών, σκέφτηκα στην αρχή. Όταν εξερεύνησα το ακατοίκητο εσωτερικό του, διόρθωσα τη σκέψη μου: Οι θεοί που το έχτισαν, έχουν πεθάνει. Όταν πρόσεξα τις παραδοξότητες του, αποφάνθηκα: Οι θεοί που το έχτισαν, ήταν τρελοί. Το είπα, είμαι βέβαιος, μ' ένα ύφος επιτίμησης που έμοιαζε ανεξήγητα με τύψη. Το είπα πιο πολύ με διανοητική φρίκη παρά με αισθητό φόβο. Στην πρώτη εντύπωση, της ανυπολόγιστης παλαιότητας, ήρθαν να προστεθούν κι άλλες: του απροσδιόριστου, του αποτρόπαιου, του ουδόλως νοητού. Είχα διασχίσει ένα λαβύρινθο, αλλά η πάμφωτη Πολιτεία των Αθανάτων με τρόμαζε και μου γεννούσε αποστροφή. Ένας λαβύρινθος είναι ένα οίκημα που χτίζεται μόνο και μόνο για να προκαλέσει σύγχυση στους ανθρώπους. Η άκρως συμμετρική αρχιτεκτονική του υπακούει αποκλειστικά σ' αυτόν το σκοπό. Αντίθετα, στο ανάκτορο που εξερεύνησα όχι και τόσο εξονυχιστικά, η αρχιτεκτονική δε φαινόταν να στοχεύει σε κανένα τέλος. Ήταν γεμάτο αδιέξοδους διαδρόμους, πανύψηλα απροσπέλαστα παράθυρα, φανταχτερές ανάστροφες σκάλες που οι κουπαστές κι οι αναβαθμοί τους έδειχναν προς τα κάτω. Άλλες, πάλι, κρεμαστές στο πλάι ενός μνημειώδους τοίχου, δεν κατέληγαν πουθενά: έσβηναν, μετά από δυο-τρεις γύρους, στα ύψιστα σκοτάδια των θόλων. Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα παραδείγματα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ξέρω πως, για πολλά χρόνια, ενοίκησαν τους εφιάλτες μου - δεν μπορώ πια να ξέρω αν το τάδε ή το δείνα χαρακτηριστικό αποτελεί καταγραφή της πραγματικότητας ή των μορφών που στοίχειωσαν τις νύχτες μου. «Η πόλη αυτή» σκέφτηκα, «είναι τόσο φοβερή, ώστε και μόνο η ακατάλυτη ύπαρξη της, ακόμα και στην καρδιά μιας άγνωστης ερήμου, αρκεί για να μολύνει το παρελθόν και το μέλλον, και, κατά κάποιον τρόπο, να διακυβεύει τα άστρα. Όσον καιρό θα εξακολουθεί να υπάρχει, κανείς στον κόσμο δε θα μπορεί να αισθάνεται γενναίος ή ευτυχισμένος». Δεν επιθυμώ να την περιγράψω, ένα χάος ετερογενών λέξεων, το σώμα ενός τίγρη ή ενός ταύρου, πάνω στο οποίο θα βλάσταιναν τερατωδώς, ενωμένα με αμοιβαίο μίσος, σπλάχνα και δόντια και κεφάλια - να πάνω-κάτω τι μπορεί να προσεγγίσει την εικόνα της.rnΔε θυμάμαι πια τη διαδρομή μου της επιστροφής, μέσα απ' τα υγρά και σκονισμένα υπόγεια. Ξέρω πως ήμουν έντρομος και μόνο με τη σκέψη πως, βγαίνοντας από τον τελευταίο λαβύρινθο, θα βρισκόμουν γι' άλλη μια φορά περικυκλωμένος απ' την ανόσια Πολιτεία των Αθανάτων. Δε θυμάμαι τίποτ' άλλο. Αυτή η λήθη (σήμερα ανυπέρβλητη), μπορεί και να υπήρξε εθελούσια - μπορεί οι περιστάσεις της δραπέτευσης μου να ήταν τόσο επώδυνες, ώστε, κάποια εξίσου ξεχασμένη μέρα, να ορκίστηκα να τις διαγράψω από τη μνήμη μου. Όσοι διάβασαν προσεκτικά την αφήγηση των δοκιμασιών μου, θα θυμούνται ότι κάποιος άνθρωπος της φυλής με ακολούθησε σαν το σκυλί μέχρι τον ακανόνιστο ίσκιο των τειχών. Όταν βγήκα από το τελευταίο υπόγειο, τον βρήκα στην είσοδο της σπηλιάς. Ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, γράφοντας και σβήνοντας πάνω στην άμμο κάτι σημεία, σαν τα γράμματα που βλέπουμε στα όνειρα μας και που, μόλις πλησιάζουμε στο να τα κατανοήσουμε, ξαφνικά σκορπίζονται. Στην αρχή, ο νους μου πήγε σε μια βαρβαρική γραφή. Ύστερα, όμως, σκέφτηκα ότι ήταν εντελώς παράλογο να φαντάζεται κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν αναπτύξει ακόμα τον προφορικό λόγο, είχαν αναπτύξει τη γραφή. Εξ άλλου, κανένα από τα σχήματα δεν ήταν ίδιο με κάποιο άλλο, πράγμα που απέκλειε ή απομάκρυνε την πιθανότητα να είναι σύμβολα. Ο άνθρωπος τα χάραζε, τα κοίταζε και τα διόρθωνε. Ξαφνικά, σαν να 'χε βαρεθεί το παιχνίδι, τα έσβησε με την παλάμη και τον πήχη. Με κοίταξε, αλλά δεν έδειξε να μ' αναγνωρίζει. Το δίχως άλλο, η ανακούφιση που με κατέκλυζε ήταν τόσο μεγάλη (ή η μοναξιά που με κατέκλυζε ήταν τόσο μεγάλη και τόσο τρομερή), ώστε μου πέρασε από το μυαλό ότι αυτός ο πρωτόγονος Τρωγλοδύτης, που με κοίταζε από χάμω, είχε μείνει εκεί και με περίμενε. Ο ήλιος φλόγιζε την κοιλάδα - όταν πήραμε το δρόμο για το γυρισμό, κάτω από τα πρώτα άστρα, η άμμος ζεματούσε κάτω από τα πόδια μας. Ο Τρωγλοδύτης πήγαινε μπροστά. Εκείνη τη νύχτα, συνέλαβα το σχέδιο να του διδάξω πώς ν' αναγνωρίζει - και, ει δυνατόν, να επαναλαμβάνει - κάποιες λέξεις. Ο σκύλος και το άλογο (συλλογίστηκα) είναι ικανά για το πρώτο - πολλά πουλιά, όπως το αηδόνι των Καισάρων, για το δεύτερο - όσο χαμηλή και να είναι η νοημοσύνη ενός ανθρώπου, δεν παύει να είναι ανώτερη απ' αυτήν των ζώων.rnΗ ταπεινοσύνη και η αθλιότητα του Τρωγλοδύτη έφεραν στο νου μου την εικόνα του Άργου, του γέρικου και ετοιμοθάνατου σκύλου της Οδύσσειας, κι έτσι τον ονόμασα Άργο και επιχείρησα να τον διδάξω. Όσες φορές δοκίμασα, απέτυχα. Τελείως μάταιες αποδείχθηκαν και η φιλικότητα και η επιμονή και η αυστηρότητα. Ακίνητος, με μάτια ανέκφραστα, δεν έδειχνε ν' αντιλαμβάνεται τους ήχους που προσπαθούσα να του επιβάλω. Στεκόταν λίγα βήματα από μένα, κι ήταν σαν να βρισκόταν πολύ μακριά. Ξαπλωμένος στην άμμο, από το λυκαυγές ως το λυκόφως, σαν μια μικρή και ρημαγμένη σφίγγα από λάβα, άφηνε να γυρνούν οι ουρανοί από πάνω του. Μου ήταν αδύνατον να πιστέψω ότι δεν είχε καταλάβει το σκοπό μου. Θυμήθηκα αυτό που έλεγαν οι Αιθίοπες, ότι δηλαδή οι πίθηκοι επίτηδες δε μιλάνε, για να μη τους αναγκάσουν να δουλέψουν, και απέδωσα τη σιωπή του Άργου σε καχυποψία ή σε φόβο. Απ' αυτή την εικασία, πέρασα σε άλλες, εξίσου εξωφρενικές. Σκέφτηκα ότι ο Άργος κι εγώ ανήκαμε σε διαφορετικά σύμπαντα - σκέφτηκα ότι οι αντιλήψεις μας ήταν ίδιες, αλλά ότι ο Άργος τις επεξεργαζόταν με διαφορετικό τρόπο και συνέθετε μ' αυτές άλλα αντικείμενα - σκέφτηκα ότι γι' αυτόν μπορεί και να μην υπήρχαν αντικείμενα, αλλά μια αέναη και ιλιγγιώδης εναλλαγή εντυπώσεων απειροστής διάρκειας. Σκέφτηκα έναν κόσμο χωρίς μνήμη, χωρίς χρόνο, εξέτασα την πιθανότητα μιας γλώσσας που θα αγνοούσε τα ουσιαστικά, μιας γλώσσας με αποκλειστικώς απρόσωπα ρήματα ή άκλιτα επίθετα. Κι έτσι πέθαιναν ο μέρες και, μαζί με τις μέρες, τα χρόνια, ώσπου, ένα πρωί, συνέβη κάτι που είχε τη μορφή τής ευτυχίας: έβρεξε μια αργή, εξουσιαστική βροχή.rnΟι νύχτες στην έρημο είναι παγερές καμιά φορά, αλλά εκείνη η νύχτα ήταν καμίνι. Ονειρεύτηκα ότι ερχόταν να με σώσει ένας ποταμός της Θεσσαλίας (στα νερά του οποίου είχα επιστρέψει ένα χρυσόψαρο).Τον άκουγα να πλησιάζει πάνω στην κόκκινη άμμο και τη μαύρη πέτρα - με ξύπνησε η δροσιά του αέρα και ο βόμβος της βροχής. Έτρεξα γυμνός να την υποδεχτώ. Η νύχτα είχε πάρει να φεύγει - κάτω απ' τα κίτρινα σύννεφα, οι άνθρωποι της φυλής, χαρούμενοι όπως κι εγώ, προσφέρονταν στη ζείδωρη νεροποντή μ' ένα είδος έκστασης. Έμοιαζαν με Κορύβαντες που είχαν καταληφθεί από το θεό. Ο Άργος, με τα μάτια καρφωμένα στο στερέωμα, γόγγυζε. Ρυάκια όργωναν το πρόσωπο του - δεν ήταν μόνο βροχή (όπως έμαθα αργότερα), αλλά και δάκρυα. «Άργε!» φώναξα, «Άργε!»rnΚαι τότε, μ' ένα ευγενές δέος, σαν να 'χε ανακαλύψει κάτι χαμένο και λησμονημένο από πολύν καιρό, ο Άργος ψέλλισε αυτές τις λέξεις: «Ένθα κύων κειτ' Άργος» (2) κι ύστερα, χωρίς να με κοιτάζει: «κειτ' ενί κόπρω» (3).rnΤην πραγματικότητα τη δεχόμαστε εύκολα, ίσως γιατί διαισθανόμαστε ότι τίποτα δεν είναι πραγματικό. Τον ρώτησα τι ήξερε για την Οδύσσεια. Με πολλή δυσκολία καταλάβαινε τα ελληνικά - χρειάστηκε να του επαναλάβω την ερώτηση.rn«Πολύ λίγα πράγματα» είπε, «λιγότερα κι από τον τελευταίο ραψωδό. Πάνε κιόλας χίλια εκατό χρόνια από τότε που την έγραψα.»rn………………………………….»
Σ.τ.Μ.rn1) «Οι Τρώες πάλι που κατοικούσαν στη Ζέλεια, κάτω από την τελευταία υπώρεια της Ίδας, πλούσιοι, που έπιναν το σκοτεινό νερό του Αίσηπου» (Ιλιάδος Β).rn2) «Εκεί που είναι ξαπλωμένος ο σκύλος, ο Άργος» (Οδύσσειας ρ)rn3) «Ξαπλωμένος μέσα στην κοπριά» (Οδύσσειας ρ)
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα