Σημείωση: Το Σεπτέμβριο του 1825, οι κάτοικοι του Βρονταμά Λακωνίας έμαθαν ότι πλησίαζε ο στρατός του Ιμπραήμ. Το χωριό εκκενώθηκε και όλοι οι κάτοικοι κρύφτηκαν στον κοντινό σπηλαιώδη ναό του Παλαιομονάστηρου, κτίσεως του 13ου αιώνα. Ο Ιμπραήμ τους ανακάλυψε και αφού αρνήθηκαν να παραδοθούν, επιτέθηκε στο Παλαιομονάστηρο. Οι έγκλειστοι αντιστάθηκαν και απέκρουσαν πολλές επιθέσεις. Ο Ιμπραήμ (που ουκ ολίγες ταπεινωτικές ήττες γνώρισε στη Λακωνία – και ειδικά στη Μάνη) αρνούμενος να εγκαταλείψει, διέταξε τους «μιναδόρους» του να σκάψουν λαγούμια στην οροφή του σπηλαίου. Ύστερα, ανάβοντας φωτιές, διοχέτευσε καπνούς και δηλητηριώδη αέρια στο εσωτερικό της σπηλιάς προκαλώντας τον φρικτό, εξ ασφυξίας θάνατο στο σύνολο σχεδόν των εγκλείστων. Η μνήμη των πεσόντων στο Παλαιομονάστηρο, τιμάται κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου.
Προτείνω, αν βρεθείτε ποτέ στη Λακωνία, στα μέρη του Βρονταμά (βλ. χάρτη), να επισκεφθείτε το Παλαιομονάστηρο – αφού προηγουμένως φροντίσετε να προμηθευτείτε το κλειδί από το χωριό. Ακόμα καλύτερα μάλιστα αν είναι προχωρημένος χειμώνας ή αρχές άνοιξης και έχει πολλά νερά ο Ευρώτας του οποίου η κοίτη ενώ την περιοχή απλώνεται σε πεδινά εδάφη, στο σημείο εκείνο, κάνει ένα απότομο τσάκισμα και διοχετεύεται ανάμεσα σε δυο βουνά, σε μια στενή χαράδρα, μερικές δεκάδες μέτρα κάτω από το σπήλαιο. Έτσι, πλησιάζοντας στο μαρτυρικό Παλαιομονάστηρο, θα ακούσετε και θα δείτε από ψηλά, το ιστορικό ποταμό να κυλά, αφρισμένος και βοερός.
Πηγή: το βιβλίο του Μανιάτη (Ακροταιναρίτη) λογοτέχνη, ζωγράφου και λαογράφου Κυριάκου Δ. Κάσση «Άνθη της Πέτρας – Τεκμηριωμένη Αληθινή Ελληνική Ιστορία, Λησμονημένα πρόσωπα και γεγονότα από την περίοδο 1770 – 1826, ήτοι γνωστοί και άγνωστοι Ήρωες και Ηρωΐδες της επανάστασης του 1821 – 1827 και ιδιαζόντως της Μάνης σε ιστορικά έπη και μονογραφίες θεατροποιημένα από το συγγραφέα». Έκδοση (ιδίοις εξόδοις) σε Μάνη και Αθήνα, το 2003. Διάθεση: τηλ. 210-3813939, 6972-837181, Αραχώβης 46, 10681 Εξάρχεια, Αθήνα. ISBN: 960-86708-6-1.
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1613753/_914_961_959_957_964_945_956_940_962_.jpg
rn
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://upload4.postimage.org/1613756/_928_945_955_945_953_959_956_959_957_940_963_964.jpg
rn«…………………………….rnΠράξη Πρώτη
Σκηνή Α’
ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Αδέρφια! O Μπραήμης φαίνεται ότι έβαλε βουλή να μας αβιζιτάρει και στου Βρονταμά. Εμείς εδώ είμαστε μία δεκαπενταριά σπίτια κάθε μαχαλάς, το όλο μία εκατοστή σπίτια, μία εξακοσαριά νοματέοι... Από τόν πρώτονε παππού μας, τον Βρονταμά πού 'ρθε από το Ταίναρο πριν πολλές γενιές ως τα τώρα οι Βρονταμίτες δεν εμπερδεύτημα με τους Τούρκους... Ήρθανε κι εκατοικήσανε σα φρουρά στους Πύργους του Ζήμηνου κι εμαζεύανε τα χαράτσια και τα σπαηλίκια τους... αλλά τους είχαμε απόμακρα στο δικό τους μαχαλά και δεν είχαμε άλλο νταλαβέρι με δαύτους μηδέ εμείς μηδέ οι γυναίκες... Μόνο ο Αλήκος που εμάζωνε τα χαράτσια ερχότανε σ' εμάς... Κι εκείνος, μόλις εγίνη ο Σηκωμός το είκοσι ένα, έμεινε κι εβαφτίστη Χριστιανός!... Εμαζευτήκαμε εδώ ν' αποφασίσομε τι θα κάμομε, τώρα πού 'ρθε ο Σκυλάραπας!... Ό,τι αποφασίσομε ούλοι με μία ψυχή, θα γενεί... Εγώ, σαν άνθρωπος της Εκκλησίας του Χριστού, η γνώμη μου είναι να μάσομε τα πράματα που μπορούμε... Να μην παραδοθούμε... Να πάμε στο Παλιομονάστηρο της Κοίμησης τ' Άη Νικόλα κι Άη Νικήτα και να μπούμε ούλοι μέσα στη σπηλιά... Οι άντρες και όσοι δύνονται να πολεμήσουνε με τα ντουφέκια, να κάτσουνε στη πόρτα, να κρατούνε τα μπόσικα! Εκεί, άμα χαλάσομε τη σκαλατέρα, πούναι τέσσερες οργιές αψηλιά και που ανεβαίνει από τον αγκρεμό στο μοναστήρι, δεν μπορούνε να ντο πατήσουνε ακόμα κι άμα μας ανακαλύψουνε! Θα φυλάξομε βάρδιες στην πόρτα του Παλιομονάστηρου! Όπως τα τζερτζένια, οι σκούρκοι κι οι μέλισσες στη φωλιά τους! Μην παραδοθούμε!... Ζήτω η Ελλάδα!...rnΦΩΝΕΣ: Μην παραδοθούμε! Μαζί σου παπά Δημήτρη! Στο Παλιομονάστηρο!... rnΑΛΗΚΟΣ: (Από τό πλήθος ξεκόβει ο Άλήκος, ο βαφτισμένος Χριστιανός, μικρόσωμος με φακιόλι, κοκκινοπρόσωπος.) Εγώ θα μείνω εδώ με όποιον άλλονε θέλει!... Νά 'στε σίγουροι για μένα, χωριανοί, πως δεν θα μαρτυρήσω που είστε κρυμμένοι... Κι αν με κάνουν κομμάτια οι Αραπάδες κι ο Μπραήμης, εγώ δεν μαρτυρώ!...rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Θα μείνεις! Σού 'χομε 'μπιστοσύνη... Θα μείνουνε και δύο γέροντες... Εγώ θα πάρου απάνου μου τη φρούρηση μας... Είμαι ανύπαντρος! Ποιοί θέλουν νά 'ναι μαζί μου; (Δυό γέροι ξεκόβουν κι έρχονται δίπλα του.)rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ο μπάρμπα Μποχαρίκος κι ο Νταράκης!... Μπράβο!... Εμένα του κύρη μου στα Ορλωφικά το εβδομήντα, του πήραν την παπαδιά και τις αδερφές μου Γιωργίτσα και Σοφία κι εμένα με τον αδερφό μου. Πεντέξι χρονώ ήμανε... Μας πήγανε στον Έπαχτο... Από κει μας γλύτωσε ο αδερφός του πατέρα μου ο μπάρμπας μου ο Θανάσης μετά οχτώ χρόνια για εξακόσα γρόσα... Κι εγύρισα δεκατριού χρονού εδώ... Κι ο πατέρας μου μαζί με τον Ματαλάκη-Καπετανάκη μ' έκαμαν παπά... Μέχρι το βάθος της ψυχής μου θα μείνου απροσκύνητος... Γιατί ξέρω τί θα πει τουρκοσκλάβωμα!...rnΑΛΗΚΟΣ: Ακούστε! Δεν ξέρομε: Θα έρθει μόνο ένα κομμάτι από τό στρατό του Μπραήμη και θα προσπεράσει; Η θά 'ρθει ούλο τ' ασκέρι προς τα εδώ;...rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Να μάσετε ό,τι μπορείτε... Πράματα και ζωντανά... Να πάρτε ό,τι έχετε σε παξιμάδια και τυρί και ελιές... Κι όσο μπορείτε νερό... Πολύ νερό, γιατί είναι καλοκαίρι ακόμα κι ή ζέστη, ας είμαστε δέκα Σεπτέμβρη, δεν έχει κόψει... ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: (Στο Γιαννάκη Καραμπά.) Εσύ, Γιαννάκη, θά 'ρθεις μαζί μας στο Παλιομονάστηρο, σαν πολεμικός αρχηγός... Μαζί μας!... Ας μείνουν εδώ οι γερόντοι κι ό Αλήκος...rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: (Σκέφτεται.) Καλά, παπά μου... όπως νομίζεις... (Σ' όλους.) Γυναίκες... Θα πάρ'τε μόνο τα παλιά ρούχα να φορείτε... Τα γιορτινά κάμετε τα μπόγο! Οι Αγιωργιτες πού 'ναι κοντύτερα στον Κοσμά και τα βουνήσια μέρη, μας παραγγείλανε όσοι θένε να πάνε να κρυφτούνε στον Κοσμά ή τον Αγιώργη... Μερικοί δικοί μας πήγανε κιόλας... Όποιος άλλος θέλει, ας πάει κι αυτός!... Στο Μοναστήρι, αν αντέξομε έξι-εφτά μέρες, ο Σκυλάραπας θα ξεκουμπιστεί... Θέλετε να μείνομε;rnΦΩΝΕΣ: Ναι, θα μείνομε!...rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Φύγανε μόνο λίγοι νοματέοι... Και λίγοι που κρυφτήκανε στα δικά τους βουνήσα χτήματα!rnΧΡΗΣΤΟΣ: Είναι κι οι Κατσιμητσιραίοι πού 'χουν βλογιά και τους είπαμε να μεινέσκει η φαμελιά ούλη όξω από το χωριό στο Καταφύγγι, στ Σπήλιο...rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: Αειντέστε να 'τοιμαστούμε ούλοι!... Μη φοβάστε! Είναι ντροπή να παραδοθούμε! Κουράγιο! Θάρρος!
Σκηνή Β'
Ο Ιμπραήμ πασάς μέσα στο αδειασμένο χωριό του Βρονταμά. Κοιτάζει με άγριο μάτι γύρω, ενώ ο Κεχαγιάς του και δύο σωματοφύλακες είναι δίπλα του. Παρουσιάζονται δύο στρατιώτες πού φέρνουν τους δύο απομείναντες στο χωριό γέροντες Βρονταμίτες και τον Άλήκο.rnΙΜΠΡΑΗΜ: Δεν είναι κανείς εδώ! Φύγανε για να μην παραδοθούνε! Έτσι λοιπόν, ε; Νομίζουν πώς θ' αφήσω ρέμπελους κι απροσκύνητους πίσω μου; Γελιώνται (Βλέπει τους γέρους και τον Άλήκο.) Να δυό-τρία σφαχτάρια.... Τί είστε σεις; Είστε για να προσκυνήστε για λογαριασμό όλων;rnΑΛΗΚΟΣ: (Που του μιλά τούρκικα-αράπικα και καταλαβαίνονται.) Αλέκουμ Σαλάμ, μεγάλε και πολυχρονεμένε βεζύρη και σερασκέρη της Αιγύπτου και του Μεγάλου Πατισάχ!..rnΙΜΠΡΑΗΜ: Βλέπω μιλάς τη γλώσσα του Προφήτη... Πες μου τί είσαι; Πιστός ή Γκιαούρης; rnΑΛΗΚΟΣ: Ένα τίποτα είμαι. Ήμουν φοροεισπράχτορας της τούρκικης φρουράς, μα σαν έγινε ο Σηκωμός των Ραγιάδων, φύγανε οι δικοί μας και με παράτησαν εδώ. Και οι καλοί χωριανοί εδώ με σπλαχνίστηκαν.. Δε μ' έδιωξαν κι έμεινα... Πολυχρονεμένε πασά μου, φτωχοί άνθρωποι μένουν εδώ... Δεν έχει μήτε ρέμπελους, μήτε επαναστάτες το χωριό τούτο, μήτε αθρώπους των αρμάτω... Να, οι δύο αυτοί γέροντες έχουν μείνει... Λίγοι άλλοι σκόρπισαν στα κορακοβούνια και στις ρίζες ένα γύρω και κανείς δεν ξέρει τί γίνανε...rnΙΜΠΡΑΗΜ: (Κοιτάζοντας τον φιλύποπτα.) Και γιατί δεν μείναν να προσκυνήσουνε; Εγώ έμαθα πως το χωριό είχε παπά και κάποιον καπετάνιο... Πού 'ν' τοι; Κάτι μου κρύβεις (Στους γέρους.) Μολογήστε μου πού είναι κρυμμένοι οι συχωριανοί σας;rnΑΛΗΚΟΣ: {Μεταφράζει.) Λέει να πείτε πού 'ν' οι άλλοι.rnΓΕΡΟΙ: Δεν ξέρουμε, πες του!...rnΑΛΗΚΟΣ: (Το μεταφράζει.) Δεν ξέρουν!rnΙΜΠΡΑΗΜ: (Θυμωμένα.) Να λείπουν αυτά! (Διατάζει.) Δέστε τους στην ουρά ενός άλογου κι αν δεν μιλήσουν, σύρτε τους ώσπου να ειπούν!... (Στους γέρους.) Τελευταία βολά! Αν μου πείτε πού ειν' οι άλλοι, δεν θα σας πειράξω... Ούτε κι αυτήνοι έχουν να πάθουν τίποτα... αντίθετα θα τους δώσω ράϊ καί προσκυνοχάρτι... (Ο Αλήκος εξηγεί στους γέρους.)rnΓΕΡΟΙ: Πες του δεν ξέρουμε... Και, έτσι κι αλλοιώς, δέν λέμε...rnΑΛΗΚΟΣ: Δέν ξέρουν, πασά μου...rnΙΜΠΡΑΗΜ: Πολλά «δεν ξέρουν»! Πάρτε τους!... Στ' άλογου την ουρά ώσπου νε γενούν ψίχουλα! Όσο για τούτονε (τον Αλήκο), πάρτε τον μαζί και σεριανίστε στις ράχες ολόγυρα, να ψάξετε τα βουνά ένα γύρω ως μία ώρα κύκλο... Να βγούνε αχτιδωτά μπουλούκια από σπαήδες πέντε-πέντε... Δέκα μπουλούκια προς ούλες τις μεριές κι ούλους τους άνεμους... (Κάθεται θυμωμένος, ενώ παίρνουν τους γέρους αιχμαλώτους, πλην του Αλήκο. Ξάφνου μπαίνει ένας νέος Τούρκος από τους φευγάτους πριν τέσσερα χρόνια απ' του Βρονταμά, το 1821.)rnΤΟΥΡΚΟΣ: Μεγάλε πολυχρονεμένε πασά... Είμασταν στη βρύση δύο μίλλια από δω κι είδαμε δυο νεαρούς πάνω σ' άλογα νά κόβουν σταφύλια... Τα πήγαν προς τη Λαγκαδιά... Τους παρακολουθήσαμε κι είδαμε να πηγαίνουν κάτω χαμηλά σ' ένα Μοναστήρι πού 'ναι μέσα σε σπηλιά... Αυτό θά 'ναι το Παλαιομονάστηρο... Εκεί πρέπει νά 'χει κρυφτεί κόσμος!...rnΙΜΠΡΑΗΜ: Κόψανε πολλά σταφύλια;rnΤΟΥΡΚΟΣ: Πάρα πολλά!... Φόρτωσαν τα άλογα τους...rnΙΜΠΡΑΗΜ: Άρα πρέπει να κρύβονται πολλοί... Πάμε!... Εκεί θα τους στριμώξομε σαν ποντίκια... Δε μας γλυτώνουν... θα προσκυνήσουν! Μα με το καλό, μα με το ζόρι, θα περάσουν κάτω από το σπαθί μου ανακούρκουδα!... Εμπρός... Τοιμαστείτε! Δεν θα καθυστερά εικοσιπέντε χιλιάδες ασκέρι για τους παλιοχωριάτες... Γιατί πρέπει να τους πάρομε και τα τρόφιμα τους και τα ζώα τους για δική μας πόρεψη. Γρήγορα... Να σηκωθεί τ' ασκέρι!...
Σκηνή Γ'
Μέσα στο στενάχωρο σπηλαιώδες Μοναστήρι. Η κατάσταση των στριμωγμένων τετρακοσίων και πάνω ανθρώπων είναι απελπιστική. Είναι δίπατη διαμορφωμένη ή σπηλιά - εσωτερικό άδυτο της Μονής. Στον πάνω πάτο στα παράθυρα είναι στημένα τα παλληκάρία με τα όπλα στα χέρια και ο Γιαννάκης Καραμπάς. Κάτω οι άμαχοι. Έξω τα ζώα κλπ. Έχουν αφαιρέσει τη σκάλα που πάει πάνω στην είσοδο από το γκρεμό. Ο παπαΔημήτρης οργανώνει τη διαμονή των κάτω κι ο Καραμπάς την άμυνα των επάνω, Σε λίγο έξω απ' τό Μοναστήρι έρχεται ο Κατσιμητσίρης που φωνάζει. Είναι σε κακή κατάσταση από την αρρώστεια της βλογιάς που τον τυραννάει ακόμα.rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Έ παπαΔημήτρη... Για αγροίκα που θέλω να σου πω άσχημα χαμπέρια...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Κατσιμητσίρη, παιδί μου... Πόσες βολές πρέπει να σου 'πω ότι δεν πρέπει να ζυγώσεις τους άλλους συχωριανούς σου, όσο σε κατατρέχει η αρρώστεια σου... Στάκα εκεί πού 'σαι! Μη ζυγώνεις... Έχομε γυναικόπαιδα εδώ μέσα!...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Μα, πρέπει, για καλό σας, να σας χαμπαριάσω... Πρέπει να μάθετε νέα για το Μπραήμη!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Σίγουρα δεν είναι αφορμή για νά 'ρθεις κοντά μας; Ξέρω ότι δικαιολογημένα λαχταράς την παρέα μας, τους φίλους, τους χωριανούς, τους συγγενήδες σου... Όμως, αφού τη φαμελιά σου τη χτύπησε ή αναθεματισμένη αραποβλογιά, δε μπορούμε να σε δεχτούμ' ανάμεσα μας... Πρέπει να μείνετε στη σπηλιά του Ζένιου, ώστε να γενείτε καλά, με το θέλημα του Θεού... Πώς είναι ή φαμελιά σου;rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Το ένα θηλυκό μου τό 'θαψα... Και τό 'να παιδί είναι σε όχι καλή κατάσταση... Ο Θεός ας βάλει το χέρι του... Αραποβλογιά και Αραποκατάρα μας ηύρε! Μόνε εγώ, παπά μου, δεν ήρθα μήτε για να δω φίλους και συγγενείς, μήτε για παρέα. Ήρθα να σας 'πω πως ο Μπραήμης με χιλιάδες Τουρκιά κι Αραπιά αγνάντεψε από χτες από το Λυκοβουνό... Τώρα δεν ξέρω αν ήρθε από το Πυρί ή από τη Σκάλα! Πελάγωσε ο τόπος Αραπιά! Αποβραδύς έφτασαν φαίνεται μέσα στο χωριό μας, στου Βρονταμά... Γιατί πέντε σπαήδες από κείνα τα μπουλούκια που τα είχε στείλει στην παγάνα, είδαν δύο δικούς μας που βγήκαν από αυτού, από σας, και που μάζευαν σταφύλια, το Νταράκη και το Λύσκα... Καί τους ακλούθησαν κρυφά... στο κατόπι μέχρις εδώ... Εδιαβήκανε σιμά μου, μα δε με είδαν, όπως ήταν πάνω στ' αλόγατα. Και κατάλαβαν πως κρύβεται κόσμος στο Μοναστήρι... Γιατί τώρα τα χαράματα τους είδα που έρχονται μυριάδες κατά 'δω... Ακόμα δε θά 'χουν έρθει στου Ζένιου... Αλλά όπου νά 'ναι έρχονται...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Νά 'σαι καλά, παιδί μου Κατσιμητσίρη... Όμως εμείς το μάθαμε ότι ήρθε ο Μπραήμης, γιατί εψές από σπερού ήρθε ο Αλήκος και μας το είπε... Μας επαρακάλεσε να παραδοθούμε, για να σωθούμε και τού 'παμε «Όχι»... Γιομίσαμε τη στέρνα του Μοναστηρίου νερό... Γιομώσαμε και τ' ασκιά και τα καζάνια και τις βίκες και τις τσότρες κι ότι είχαμε... Είμαστε τετρακόσοι πενήντα... Και μια βδομάδα αντέχομε... Δε θα προσκυνήσομε ότι και να γενεί... Και τα προσκυνοχάρτια του Αλήκου, που μας έδωκε να ύπογράψομε, τα βάλαμε προσανάμματα!...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Καθώς ξέρεις παπά μου, έχω κιάλε, τηλεσκόπιο που το λένε, από τον παππού μου τον Αργύρη, από τα καράβια. Τήραξα με δαύτο... Έρχονται καβελλαρία και πεζοί! Καί είδα και τον ίδιο το Μπραήμη!... Φουσάτο που δε ματάειδανε μάτια αθρώπου!... Έχει και τον Αλήκο μαζί του... Έρχονται! Το νου σας! Άειντε φεύγω... κι ο θηός μαζί σας!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: (Ανταριασμένος.) Έρχονται οι καταραμένοι... (Απευθύνεται στους εντός.) Παιδιά, 'τοιμαστείτε... Οι Αντίχριστοι έρχονται!... (Υψώνει τα μάτια και τα χέρια προσευχόμενος.) Παναγία μου, μέσα σε τούτο τ' άγιο Μοναστήρι πού εξακόσια είκοσι χρόνια λειτουργιέται η Κοίμηση σου... Και συ, ΑηΝικόλα μου και μεγαλομάρτυρα Άγιε Νικήτα μου, που λειτουργιέται η μνήμη σας, κάμετε να γλυτώσει τούτο το καλό και τίμιο ποίμνιο σας! Απ' τα ουράνια, στρέψετε τα βλέμματα σας και ρίξτε τη σκέπη σας να μας προστατέψετε!... Δοξασμένα τα ονόματα σας!... (Κατεβάζει τα χέρια.) ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: (Τον πλησιάζει με σεβασμό.) ΠαπαΔημήτρη, οι οχτροί ήρθανε στην απέναντι κοντορραχούλα και ορδινιάζονται και στήνουνε τα κανόνια! Έχουνε άσπρο μπαϊράκι... Γιά να μιλήσομε, πα' ναπεί...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: 'Τοιμαστείτε για πόλεμο!... rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: (Φωνάζει στα παλληκάρια πού 'ναι ταμπουρωμένα στον πάνου πάτο και βλέπουν από τις ντουφεκότρουπες.) Παιδιά... Νά 'στε έτοιμοι!...rnΑΛΗΚΟΣ: (Ακούγεται ή φωνή του απόξω.) ΠαπαΔημήτρη, Γιαννάκη Καραμπά... Αγροικάτε μου!... Είμαι ο Αλήκος που βαφτίστηκα, ΠαπαΔημήτρη, και μ' έβγαλες «Νεοφώτιστο»... rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Και τώρα τί θες, Αλήκο;rnΑΛΗΚΟΣ: Για καλό σας, ΠαπαΔημήτρη!... Δεν κάνετε τίποτα!... Παραδοθείτε!... Βάντε μονογραφή στα προσκυνοχάρτια που σας άφηκα 'ψες βράδυ... Δε θα πάθετε τίποτις... Ο πολυχρονεμένος πασάς θα δώσει ράϊ... Και θα πάτε ήσυχοι με τις φαμελιές στο σπίτι σας... Δεν έχει σκοπό αυτό που κάνετε... Τί θα πετύχετε μέσα σ' αύτη την τρύπα;... Κάμετε το σκιαέτι και τον τεμενά όσο είναι καιρός κι ο Μεγάλος Πασάς έχει ήσυχη και γαληνεμένη την καρδιά του! Μην τον ανταριάζετε! Ψυχικό σας!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Να πάτε από 'κει πού 'ρθατε κι εσύ κι ο πασάς σου! Ξέρω πώς δεν πρόδωσες! Πως το κάνεις για καλό μας! Μόνε το καλό μας είναι να μείνομε πιστοί στην Ελλάδα και στη Λεφτεριά της... Εμείς ορκιστήκαμε «Ελευτερία ή Θάνατος»!...rnΑΛΗΚΟΣ: Μα ποιός θα σας σώσει, παπά μου; Δεν είδατε τί εγίνη στο Νιόκαστρο και στου Μανιάκη, που εκεί ήτανε ταμπουρωμένοι μεγάλοι πολέμαρχοι και πολύς ρωμέϊκος στρατός; Ο Βοϊδής, ο Φλέσσας και τόσοι άλλοι που χάθηκαν!... Τους πήρε η ανεμορριπή σα ξερόφυλλα του δέντρου!... Δεν βλέπετε που ως κι ο αρχηγός των πολεμιστών σας, ο Μανιάτμπεης, πού σας λευτέρωσε, έχει λουμώξει, γιατί ο Πασάς του σκότωσε τον έναν υγιό και του κρατά ρεέμι μορόζο τόν άλλονε γιό του, τον μπεζαδέ Γιωργάκη, μαζί με τον Γιατράκο, τον Καπετανάκη και τους άλλους; Τί παντέχετε; Προψές στα Τρίνησα ήρθε ό Άμιλτον, ο Εγγλέζος λόρδος, και συζητήσανε αν θα τους απολύσει ο Μεγάλος Πασάς... Δέχτηκε με τη μεγαλοψυχία του ο Πασάς να τους ανταλλάξει με τους μορόζους δύο πασάδες που κρατάτε στο Ανάπλι από τον καιρό του Μαχμούτ πασά Δράμαλη... Γιατί οι πασάδες ήταν φίλοι του... Δεχτείτε τώρα πού 'χει τις καλές του... Είδατε τί έκαμε στο Σολιώτη στα Τρίνασο που κοκκορευότανε; Μήτε ο Σουλεϊμάν μπέης δεν μπόρεσε να τους γλυτώσει απ' το θυμό του Πασά...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Ο Σολιώτης κι οι άλλοι πήγαν εκεί που ο Θεός τους έταξε να πάνε! Εκεί θα πάμε κι εμείς! Όσο κι αν πασκίζεις, Αλήκο, δε θα καταφέρεις τίποτα!... (Μεσολαβεί ησυχία... Αμέσως πέφτουν κανονιές και ήχοι ντουφεκιών και τρόχαλων και βράχων που πέφτουν. Ο ΠαπαΔημήτρης σταυροκοπιέται.)rnΓΙΑΝΝΑΚΗΣ: ΠαπαΔημήτρη και σεις όλοι... Και να σκεφτότανε κανένας να παραδοθεί, να τα βγάλει απ' τα νου του!... Ακούσατε τί έπαθε ο Σολιώτης κι ο Χρόνης Μινόπουλος; Ετούτος ο Μπραήμης είναι θερίο... Δεν έχει μπέσα! Έβαλε το Σουλεϊμάν μπέη να τους πει να παραδοθούνε στο Καστέλλι και τις Κάμαρες του Τρίνησου και μόλις βγήκαν έξω τους επεράσανε λεπίδι!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Όποιος μιλήσει για παράδοση, κουλασμένος νά 'ναι!... Εδώ θ' αγωνιστούμε σαν τον Λεωνίδα, τον προγονό μας!...rnΧΡΗΣΤΟΣ: Έχουν ανεβεί στο βράχο και προσπαθούνε να φτιάξουνε σκάλες κι ανεμόσκαλες... Ρίχτε τους! (Καταιγισμός πυροβολισμών απ' τους μέσα προς τους έξω που δεν φαίνονται ή δεν φαίνονται όλοι. Ακούγεται πάταγος και κραυγές πόνου, αλαλαγμοί των Αιγυπτίων: «Ίλ Αλλάχ!... Ίλ Αλλάχ!...». Κραυγές πόνου των Ελλήνων παλληκαριών, που ένας-δυό δείχνουν να λαβώνονται. Σε λίγο σταματούν το γιουρούσι και γίνεται ησυχία.) Σκοτώσαμε αρκετούς! Οι μαγάρες! Δε μπορούνε να μας φτάσουνε!... Μπράβο, παιδιά, έτσι! Κυλάτε τους μεσ' στη χαράδρα!... Θα νυχτώσει και θα σταματήσουνε!...
Πράξη Δεύτερη
Σκηνή Α'
Επόμενες ημέρες. 14 Σεπτέβρη 1825. Ανήμερα του Σταυρού. Ο Ιμπραήμ αποθηριωμένος δίνει οδηγίες στον Κεχαγιά και τον Σουλεϊμάν μπέη (τον Σεβ, τον Γάλλο βαφτισμένο σαν Μωαμεθανό), που είναι εξίσου ωραίοι, μεγαλόπρεποι και επιβλητικοί, αλλά πιο μαργωμένοι. Ο στρατηλάτης έχει μανιάσει όταν βλέπει ότι το Μοναστήρι παραμένει σχεδόν αλώβητο. Έχει όμως διατάξει κι έχουν ανοίξει τρεις μίνες-φουρνελότρουπες. Στέκεται στη σκηνή με σκηνικό στο βάθος το βράχο και το Μοναστήρι. Οι δύο υφιστάμενοι του τον ακούν με ευλάβεια. Ο Αλήκος κι οι σωματοφυλακές του είναι επίσης σιωπηλοί.rnΙΜΠΡΑΗΜ: Τέταρτη μέρα εδώ κολλημένοι!... rnΣΕΒ η ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ: Μήπως, Πασά μου, έπρεπε να τους παρατήσουμε; Δεν αξίζει τον κόπο.rnΚΕΧΑΓΙΑΣ: Χάσαμε τρακόσους αθρώπους, Πάσα μου!...rnΙΜΠΡΑΗΜ: (Περιφέρει άγρια τα μάτια του.) Μα γι' αυτό δε φεύγουμε, αν δεν τιμωρηθούν! Δεν αφήνω εγώ τέτοιους ρέμπελους απροσκύνητους πίσω μου! Κάρβουνα που καίνε και ξανανάβουνε πυρκαγιές! Εχτός το ότι είναι κακό παράδειγμα για άλλους ραγιάδες! Ντροπή! Τέταρτη μέρα, είκοσι γιουρούσια και τίποτα!... Κεχαγιά!... Ετελειώσανε οι μιναδόροι τις μίνες που είπαμε ν' ανοίξουνε; rnΚΕΧΑΓΙΑΣ: Ναι, πολυχρονεμένε Πασά!... Το πάχος του τοίχου του Μοναστηριού είναι δυο οργιές, το πλάτος τέσσερες... Ανοίξαμε από πάνου τρεις φουρνελότρυπες, τρεις μίνες, η μια απ' την άλλη κοντά δυο οργιές απόσταση... Πρέπει να τέλειωσαν (Ξανακοιτάζει με κυάλι.) Ναι... περιμένουν διαταγές. Κάποιος έρχεται!...rnΑΛΗΚΟΣ: (Ψιθυριστά στον Κεχαγιά.) Λυπηθείτε τους, μπέη μου... Είναι τόσα γυναικόπαιδα μέσα!...rnΙΜΠΡΑΗΜ: Πες να φέρουν μπαρούτι, θειάφι κι ό,τι χρεάζεται. Θά τους ψοφήσουμε σαν ποντικούς, αν δεν δεχτούνε προσκύνημα!... (Παρουσιάζεται ένας ιδρωμένος και σκονισμένος μιναδόρος.)rnΜΙΝΑΔΟΡΟΣ: Μεγάλε Πασά!... Οι τρεις μίνες πού διάταξες είναι έτοιμες από πάνω στο βράχο τής σπηλιάς... Τους βλέπαμε μέσα όσους είναι στον πάνω πάτο της σπηλιάς... Γιατί το Μοναστήρι είναι δίπατο μέσα... Ο πάνω πάτος με το ταβάνι είναι στενάχωρος. Κάτω είναι ο πολύς κόσμος... Στο πάνω είναι οι παλληκαράδες τους με τα όπλα στα χέρια... Μόλις μάς είδαν κατέβηκαν κάτω...rnΚΕΧΑΓΙΑΣ: Να 'τοιμάστε να ρίξτε μέσα ό,τι ξύλο και άλλο που να καίγεται... Μπρος μαζέψτε άγριο-κυπάρισσα και τέμπλες και φουρνόξυλα πού 'χουν παρατημένα όξω. Και να χύσετε μέσα δυο βαρέλια μπαρούτι μεγάλα και θειάφι και νάφθα και πετρέλαιο και μέσα όσους σουλιμάδες έχουμε...rnΜΙΝΑΔΟΡΟΣ: Έχομε τόσα πακέτα σουλιμά που αν τα ρίξουμε μέσα στα αναμμένα ξύλα και καπνίσουν, θα δηλητηριάσουν τον αέρα μέσα και θα πνιγούν! Δε θα μπορούνε να πάρουνε ανάσα!rnΙΜΠΡΑΗΜ: Για τελευταία βολά φώναξε τους, αν είναι έτοιμοι να προσκυνήσουν... ΚΕΧΑΓΙΑΣ: (Παίρνοντας ένα χωνί-τηλεβόα.) Έ, ραγιάδες ρέμπελοι! Βγάτε να προσκυνήστε τον πολυχρονεμένο πασά... Είδε θα σας κάψουμε σαν ποντικούς! Τί παντέχετε; Στερνή φορά σας το λέμε. Αρχίστε να βγαίνετε τώρα!... Ειτέ το κρίμα των παιδιών σας και των φαμελικών σας στο λαιμό σας! Εσύ, Παπά και Καραμπά... Παραδοθείτε! Θά μετρήσω ως το τρία!... Μετά ο Αλλάχ να σας παράλαβει!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: (Μακρυνή φωνή από απέναντι.) Όσο είμαστε ζωντανοί, δεν προσκυνάμε!rnΙΜΠΡΑΗΜ: (Στον Μιναδόρο, αφρίζοντας.) Κιοπόγλου κιοπέκ!... Πηγαίνετε!... Ρίξ' τε ό,τι σας είπαμε και κάψ'τε τα, τα βρωμόσκυλα!... Μπρός... Κάψτε τους!...
Σκηνή Β'
15 Σεπτέμβρη. Ο Κατσιμητσίρης, ενώ γλυκοχαράζει κάθεται με το κυάλι στο χέρι... Είναι κατάχλωμος... Δίπλα είναι ο έφηβος γιος, δύο μικρά κι η γυναίκα του... Απέναντι με το κυάλι βιγλίζει το Μοναστήρι.rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Ακούτε; Ο παπάς λειτουργά... Είναι βλέπεις τ' Άη Γκήτα, του Άγιου Νικήτα εσή-μερα... Γιορτάζει το Μοναστήρι στη μνήμη του!... ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: (Ακούγεται ή φωνή του αμυδρή, μακρινή, να βγαίνει από ένα ψηλό παράθυρο του Μοναστηριού.) Μετά φόβου θεού Πίστεως και Αγάπης! Σοφίαν ορθήν ακούσωμεν...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: (Παρατηρώντας με τό κυάλι.) Τους κοινωνά ούλους! Έχει τρελλαθεί!... Οι Τούρκοι από τις μίνες έρριξαν ούλα τα ξύλα και τα μπαρούτια τους! Χριστέ μου!... Τηράτε τί καπνοί βγαίνουνε από τα παραθύρια και τις ντουφεκότρουπες!
(Ακούγονται οιμωγές και ουρλιαχτά παιδιών και γυναικών. Κραυγές απελπισίας.) Τα βρωμόσκυλα!... Τους καίνε τους αθρώπους! (Κλαίνε όλη η οικογένεια.) Θε μου, γιατί να μ' αξιώσεις να ιδώ τους συχωριανούς και συγγενήδες μου να χάνονται με τέτοιο θάνατο; (Κραυγές, ντουφεκιές, ουρλιαχτά ανακατεύονται.) Τηράτε! Δένονται με σκοινιά, τα ακαθάρματα και κατεβαίνουνε στο βράχο για να μπούνε μέσα... (Κοιτάζει με το κυάλι.) Βλέπω από τα παραθυράκια που τ' άνοιξαν... Άλλοι βάζουν τα κεφάλια τους στα βαρέλια το νερό, να δροσιστούνε, γιατί πνίγονται από την κάπνα. Ούτε στο βάθος μπορούνε να μείνουνε και στρουγγώνονται στα παραθυράκια... Μα, με τη ζέστη ετούτη, πού να φυσήξει αέρας! Δε μπορούνε ούτε τα αναμμένα ξύλα και άλλα προσανάματα που ερίξανε οι Τούρκοι να ντα πετάξουνε όξω... Λιγοθυμούν και πεθαίνουν! (Ακούγονται κραυγές, βογγητά κλπ.) Ρίχνουν κι άλλα ξύλα!... Θε μου, βοήθα τους!... Φρύγανα ξερά και χλωρά, σκίνα!... Τα κρίματα απάνου σου, κακούργε Μπραήμη! Ούλη τη μέρα έτσα θα κάνουνε, μέχρις να τους αποτελειώσουνε ούλους!...
Σκηνή Γ'
Ίδια σκηνή με την προηγούμενη. Ξημερώνει η 16η Σεπτέμβρη. Οι ίδιοι Κατσιμητσιραίοι κάθονται μέσα σε λόχμη και παρατηρούν ό,τι γίνεται απέναντι.rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: (Βλέπει με το κυάλι.) Ούλη νύχτα έκαιγε ή φωτιά! Να!... Ετώρα οι Τούρκοι θέλουν να μπούνε μέσα, αφού δεν ακούγεται κανένας ζωντανός! Κατεβαίνουνε με τις τριχιές! Μπαίνουνε μέσα! Δε ζούνε για να τους 'μποδίσουνε!... (Κοιτάζει προσεχτικά με το κυάλι.) Από τα παραθύρια τους βλέπω τους Αραπάδες, τα βρωμόσκυλα!... Διαγουμίζουνε τα πράματα και τους πεθαμένους αθρώπους! Τήρα τα καθάρματα!... Χαράζουνε τ' αφτί κάθε πεσμένου να ιδούνε αν είναι πεθαμένος!... Κι άμα βγάνει αίμα τόνε τραβούνε όξω για να τον πάρουνε, να τόνε πουλήσουνε σκλάβο! Ανοίξανε τις πόρτες... Μπα; Το κεφάλι αυτό τίνος είναι; "Α... Οιμέ!... Είναι του Γιαννάκη Καραμπά!...rnΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ: Τον παπαΔημήτρη δεν τον εβγάλανε;rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Εβγάλανε το Σταμάτη ζωντανόνε, το Νταράκη τον Παναή, το Θανάση Μανωλάκο, το Λύσκα, τον Τσιλιώτη, την Αργυρίαινα Μποχαρίκαινα, τη γριά Γιαννίκαινα και τη Μπύρω!... Αυτοί εμείνανε ζωντανοί μόνο;rnΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ: Εκεί απέναντι λέπου κάποιονε ζωντανό...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: (Στρέφει το κυάλι δεξιά στην πλαγιά.) Είναι ο Χρήστος Καραμπάς! Φαίνεται ότι επήδησε από τα παραθύρια κάτου τη νύχτα!... Εγλύτωσε, δεν εγκρεμίστη!... Τους έφυγε!... Πάει κατά του Βολταρή! Εγλύτωσε αυτός. (Γυρίζει το κυάλι στο Μοναστήρι.) Τήρα! Βγάζουσι τον παπαΔημήτρη ζωντανόνε!... Έναι ο στερνός ζωντανός... Δηλαδή τί ζωντανός! Μισοπεθαμένος είναι. Οι ζωντανοί είναι οχτώ ετώρα! Οχτώ από τετρακόσους πενήντα!... Οι άμοιροι, καΐλα τους! Ποιός ξέρει σε τί σκλαβοπάζαρα θα κατιντήσουνε! Έχει πάει ο Μπραήμης κοντά! Τους εσούρνουνε να προσκυνήσουν στα πόδια του πασά! Σούρνουνε και το δόλιο τον παπαΔημήτρη... Δεν ήπρεπε κι ο παπάς νά 'ναι τόσο πεισματάρης, γιατί «το ινάτι βγάνει μάτι»... Ετώρα θα καταραθεί την ώρα που εγεννήθη ο δόλιος!...
Πράξη Τρίτη
Σκηνή Α’
Ο Ιμπραήμ με τους δικούς του. Μπρος στα πόδια του, τρία μέτρα μακρυά, είναι πεσμένος ο παπαΔημήτρης, λαβωμένος, κουρελιασμένος, σκονισμένος, μαλλιά και γένεια ανάστατα, ξεπνοϊσμένος. Ο Αλήκος κάνει τον δραγουμάνο.rnΙΜΠΡΑΗΜ: Για τήρα σε μένα, παπά! Τά 'δες τα έργα σου; Τα κρίματά τους επήρες στο λαιμό σου!rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: Εσύ έχεις τα κρίματά τους στο λαιμό σου!... Κι αυτών κι άλλων πολλών αθώων!... Αυτοί θυσιάστηκαν απροσκύνητοι για την πατρίδα τους!... (Μόνο για μια στιγμή γυρίζει τα μάτια πάνω του.) Αντίχριστη λέρα της οικουμένης! Νομίζεις επειδή εχρύσωσες το τομάρι σου έχεις αξία; (Αποστρέφει το πρόσωπο του αλλού.) ΑΛΗΚΟΣ: Δεν μετανοεί, Πασά μου!...rnΙΜΠΡΑΗΜ: Ακόμα δεν έβαλες μυαλό;... Μια μπουκιά άθρωπος και θες να κάνεις τον ήρωα!... Για τελευταία βολά σου λέω: Δέχεσαι να προσκυνήσεις; Δέχεσαι να κάμεις σκιαέτι και να σινιάρεις το προ-σκυνοχάρτι; Να περάσεις κάτου από το σπαθί; θα πάρεις ράϊ και τότε θά 'σαι λέφτερος... Τελευταία βολά σε ρωτώ. Αλλοιώς θα βασανιστείς και θα πεθάνεις φριχτά!...rnΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ: (Κοιτάζοντας πάντα αλλού, ενώ ο Αλήκος μεταφράζει.) Είμαι λέφτερος! Επειδή κρατάς το σώμα μου, νομίζεις ότι εξουσιάζεις την ψυχή μου, που την κρατά μόνο ο κριτής μου Μεγάλος Θεός! Όσο για την πατρίδα μου, την Ελλάδα, όσο κι αν προσπαθήσεις, όσους κι αν σκοτώσεις και πάρεις τα κρίματά τους, η Ελλάδα δε θα ζβήσει! Εσένα θά 'ρθει μια ώρα που θα σε καταπιεί η Κούλαση που σε ξέρασε!...rnΑΛΗΚΟΣ: (Μεταφράζει χωρίς τις βρισιές, αλλά ο Ιμπραήμ βλέπει την έκφραση του παπά.)rnΙΜΠΡΑΗΜ: (Εξοργισμένος τριγυρίζει.) Βάϊ, βάϊ!... Κιοπόγλου κιοπέκ! Τραγόπαπα! Ώστε με βρίζεις κιόλας! Βασανίστε τον με τα πιο σκληρά μαρτύρια και παιδεμούς! Βγάλτε τα μάτια στους θεούς και τους άγιους του που τους έχουνε ζουγραφίσει στους τοίχους του Μοναστηριού οι Γκιαούρηδες!... Μην αφήνετε τίποτα όρθιο!... (Παίρνουν τον παπαΔημήτρη σέρνοντας τον, ενώ άλλοι με σπαθιά χαράζουν και βγάζουν τα μάτια σε τοιχογραφίες του Μοναστηριού.) Τί αιχμαλώτους έχεις; (Μιλά στον Κεχαγιά.) rnΚΕΧΑΓΙΑΣ: Ζήσανε μόνο εφτά ακόμα: τέσσεροι άντρες και τρεις γυναίκες!... ΙΜΠΡΑΗΜ: Πάρτε τους... μαζέψτε ό,τι μαζέψτε και πάμε για το στρατόπεδο μας στο Πυρί... Γκιαούρηδες... Κιοπόγλου κιοπέκ! Είμαι αποφασισμένος να τους αφανίσω! Ούλα θα διαγουμιστούν! Κι οι άπιστοι ούλοι όσοι κρυφτούνε στα βουνά καλύτερα... Να ψοφήσουνε από πείνα και κρύο!...
Σκηνή Β'
Ό Χρήστος Καραμπάς εξουθενωμένος, μόνος τον, αντικρύζοντας από μια ράχη το χωριό του που καπνίζει σε ερείπια. Τραγουδά μοιρολογώντας:rnΤ' έχουν της Μάνης τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;rnΜην άνεμος τα πολεμά, μην η βροχή τα δέρνει;rnΟυδ' άνεμος τα πολέμα, ουδέ βροχή τα δέρνειrnΜπραήμ πασάς επέρασε με δεκοχτώ χιλιάδες!rn……………………………………………………..
rnΣκηνή Γ'
Η κεντρική πλατειούλα του έρημου και καμμένου χωριού του Βρονταμά δέκα μέρες αργότερα, 26 Σεπτέμβρη 1825. Ανάμεσα στα ερείπια η οικτρή φιγούρα της γριάς Γιαννίκαινας που δραπέτευσε από το Πυρί και επέστρεψε στο χωριό, μια βδομάδα τώρα από την μεθεπομένη μέρα του ολοκαυτώματος. Περιφέρεται έχοντας τα μισοχαμένα... Εμφανίζονται ο Χρήστος Καραμπάς κι ο Κατσιμητσίρης λίγο μετά και τέλος άλλοι τρεις αιχμάλωτοι του Ιμπραήμ, φυγάδες από το στρατόπεδο του Νιόκαστρου... Είναι όλοι σ φριχτή κατάσταση.rnΓΙΑΝΝΙΚΑΙΝΑ: (Κάθεται στα ερείπια του σπιτιού της και μοιρολογά.)rnΚλονίστηκε ο τόπος μας, το σπίτι μας εχάθηrnκάθε δεντρί και κάθε ανθός εκάη κι εμαράθη.rnΑνάθεμα στον αίτιο που επαίδεψε κι έμενα...rnπου να βουλιάξει ούλη η Τουρκιάrnκι ο τόπος που τον γέννα!rnΧΡΗΣΤΟΣ: Θεία Γιαννίκαινα... Σταμάτα τα κλάματα!...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: (Εμφανίζεται με την γυναίκα και το γιο και τα τρία μικρά παιδιά του, σα φαντάσματα όλοι από την πείνα. Κουρέλια κρέμονται πάνω τους.) Ε θεία Γιαννίκαινα... Πέντε μέρες μοιρολογάς! Σταμάτα το κλάμα πλιό! Τί θα βγει; (Εμφανίζονται οι φυγάδες που φτάνουν επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία: ο Θάνος Μανωλάκος, ο Νταράκης κι ο Λύσκας.) Θάνο, Πότη! Εσείς είστε; (Η Γαννίκαινα κι ο Χρήστος τους υποδέχονται.) rnΜΑΝΩΛΑΚΟΣ: Εγλυτώσατε κι εσείς; Εσύ, θεία Γιαννίκαινα, πώς;rnΓΙΑΝΝΙΚΑΙΝΑ: Τους έφυγα την άλλη μέρα από το Πυρί... Την Μποχαρίκαινα του Αργύρη και τη Μπύρω τις είδατε;rnΝΤΑΡΑΚΗΣ: Μας σεριανίσανε ως την Τριπολιτσά και μας εστείλασι στο Νιόκαστρο... Εμείς οι τρεις εφύγαμε τη νύχτα και περπατούμε τρεις ημέρες προς τα 'δώ... Η Μπύρω κι η Μποχαρίκαινα; θα ντις εμπαρκάρανε για τη Μανουσιά, την Αλεξάντρεια... Ο Σταμάτης θα πέθανε, γιατί ήτανε σε γκάγκραινα η πληγή του... Αλλά λέπου ότι εγλυτώσατε εσείς κι ο Χρήστος ο Καραμπάς... Χρήστο, πώς έξέφυγες;rnΧΡΗΣΤΟΣ: Όντε επεθαίνανε από τη σκασούρα επήδησα στον αγκρεμό κι εκρύφτηκα στη Βουλταρή... Δεν αντέχαμε άλλο μέσα!... Εβήχανε στην αρχή οι εδικοί μας... Μετά τους έπιανε ρόχος κι επεθαίνανε!...rnΚΑΤΣΙΜΗΤΣΙΡΗΣ: Θα ντο ξαναφτιάξομε το χωριό... θά 'ρθούνε κι όσοι εφύγανε για τόν Αγιώργη...rnΓΙΑΝΝΙΚΑΙΝΑ: Τί να ξαναφτιάξομε, παιδί μου; (Μοιρολογά.) Έχετε ιδεί τη ελιγιά, όντες καεί η υψέλη, γυρίζει ζουζουνίζοντας στοέρημο κουβέλι; Ψάχνει να βρει το σπίτι της, τις αδερφές της θέλει, μόν' χάθη ο ήλιος κι η δροσιά κι εχάθη και το μέλι... ΧΡΗΣΤΟΣ: Όχι, θεία Γιαννίκαινα... Το χωριό θα ξαναφτιαχτεί!... Η Ελλάδα θα νικήσει και θ' αναστηθεί!... Κι από τα κόκκαλα των πεθαμένων θα ξαναφυτρώσει!... Δε θα χαθούμε!.....rn………………….»
Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα