Πηγή: Το βιβλίο «Αισώπου Μύθοι», σε επιμέλεια Γ. Μ. Παράσογλου, από τη Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη της Εστίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας – Ι.Δ. Κολλάρου και ΣΙΑ, Αθήνα 1993, ISBN: 960-05-0550-0.
Σημείωση: Οι μύθοι του Αισώπου είναι ένα από τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα όλων των εποχών σε όλον τον κόσμο. Οι πληροφορίες για τον Αίσωπο και τη ζωή του χάνονται στην αχλύ του θρύλου, κάπου στην Ελλάδα του 6ου αιώνα π.Χ.
Η πρώτη μετάφραση (πεζή) έγινε το 16ο αιώνα στη Βενετία από τον Ανδρόνικο Νούκιο, και εκδόθηκε εκεί το 1543 ενώ λίγο μετά έγινε στην Κωνσταντινούπολη η πρώτη έμμετρη μετάφραση από τον Γεώργιο Αιτωλό. Η μεν πρώτη έτυχε μεγάλης απήχησης και επανεκδιδόταν συνεχώς για 3 αιώνες, ενώ η δεύτερη ανακαλύφθηκε το 19ο αιώνα στη βιβλιοθήκη της Μονής Ιβήρων, στον Άθω, και εκδόθηκε μόλις το 1896.
Ακολουθούν 3 μύθοι με αναφορές σε σπήλαια και στις δύο μεταφράσεις.
Aπόδοση Ανδρόνικου Νούκιου
Λεοντάριον και λάφι
Το λάφι έφευγεν από τους κυνηγούς και εμπήκεν εις ένα σπήλαιον, και μέσα έλαχεν ένα λεοντάρι. Και επειδή επιάσθη, αποθνήσκοντας έλεγεν: "Ω το άθλιον εγώ, ότι τους ανθρώπους έφευγα, πλην εις το αγριότατον θηρίον εκατάντησα."
Ο μύθος δηλοί ότι πολλοί άνθρωποι φεύγουν από μικρούς κινδύνους και πίπτουν εις μεγαλότερους.
Λεοντάριον και λύκος
Λεοντάρι εγήρασε και αρρώστησε μέσα εις ένα σπήλαιον, και όλα τα ζώα υπήγασι να τον ιδούν, ως βασιλέα. Μόνη η αλουπού έλειψεν. Ο δε λύκος εκατηγόρησε την αλουπού και έλεγεν ότι πως δεν χρήζει τον βασιλέα, ουδέ καν ήλθε να τον ιδεί εις την ασθένειάν του. Και ευθύς έσωσεν η αλουπού και ήκουσε τα λόγια του λύκου. Και το λεοντάρι εθυμώθη κατά της αλουπούς, και αυτή εγύρεψε καιρόν να συντύχει και είπεν: "Ουδένας απ' όσους ήλθαν εδώ εις τον βασιλέα ωφέλησε ωσάν εγώ, οπού εγύρεψα σχεδόν όλους τους ιατρούς και έμαθα και την ιατρείαν σου." Και το λεοντάρι είπεν ότι να ειπεί την ιατρείαν. Και η αλουπού είπεν ότι: "Να γδάρεις λύκον ζωντανόν και το δέρμα να το ενδυθείς ζεστό, παρευθύς να γιάνεις." Και επειδή ούτως έγινεν, εκείτετον ο λύκος νεκρός. Και η αλουπού γελώσα είπεν ότι: "Δεν πρέπει ουδέ εις να αναγκάζει τον αυθέντη εις κακοσύνην, μόνον εις αγαθοσύνην."
Ο μύθος δηλοί ότι εκείνος οπού πάσχει να καταβάλει άλλον εις αυθεντός χέρια, εύκολα γυρίζει ο διαβαλμός και το κακόν απάνω του.
Λεοντάριον και αλουπού
Λεοντάρι εγήρασε, και επειδή δεν ημπόρειε να κυνηγήσει, εβουλεύθη το τι να ποιήσει. Λοιπόν εμπήκεν εις ένα σπήλαιον και έλεγεν ότι ήτον άρρωστο, και υπήγαιναν τα ζώα να το ιδούσιν, και αυτό τα έπιανε και τα έτρωγεν. Η δε κυρ' αλουπού εσκέφθη την επιβουλήν και υπήγε και αύτη και εστάθη έξω από το σπήλαιον και ερώτα το πώς έχει. Το δε λεοντάρι λέγει ότι είναι πολλά κακά, "Αμή διά τι αιτίαν δεν έρχεσαι μέσα;" Και η αλουπού είπεν ότι: "Δεν έρχομαι, επειδή θεωρώ πολλών πατήματα οπού εμπήκασιν, αμή ολίγων <οπού> εβγήκασιν."
Ο μύθος δηλοί ότι οι φρόνιμοι άνθρωποι από τα σημεία γνωρίζουν τους κινδύνους και φεύγουσιν.
Απόδοση Γεώργιου Αιτωλού
Μύθος ελάφου
Φεύγουσα ελαφος ποτέ εις σπήλαιον εχώθη
και λέοντα 'τυχεν εκεί κι εισμίον εφαγώθη.
Έκλαιε τότ' η ταπεινή στο πράγμα που 'χε πάθει
και έτυχεν στον λέοντα και απ' εκείνον χάθη.
Είπεν: "Αλί σ' με την πτωχήν, πόφευγα τους ανθρώπους
κι έλαχα εις χειρότερους, θηριοτάτους τόπους."
Επιμύθιον
Ο μύθος λέγει πως τινές οπόταν κινδυνεύουν, οι δυστυχίες περισσές πάλιν τους περισσεύουν.
Μύθος λεονταριου
Λέων εγήρασε πολλά κι εις σπήλαιον εσέβη,
και δεν ημπόρειε ποσώς έξω διά να έβγει.
Όλα τα ζώα πήγαιναν και τον επροσκυνούσαν
ως βασιλέα, στέκονταν και τον παρηγορούσαν
μόνον απέκ' η αλεπού έλειπε κι είχε φταίσει.
Ο λύκος τότε τον καιρόν ηύρε να την 'γκαλέσει
και είπε προς τον λέοντα: "Είδες, αφέντη, τώρα
η αλεπού να μην βρεθεί σ’ τούτην εδώ την ώρα,
αμή να σε καταφρονεί, να μην σε έχει χρείαν,
ή να σε καταχρειάζεται εισέ λογήν καμίαν;"
Η αλεπού και ήτονε έξω και άκουε τα
του λύκου τα 'γκαλέσματα, όλα κατάγραφε τα.
Τότε εμπήκε παρευθύς, στους λόγους εις το τέλος,
τον λέοντα αρχίνησε να λέγει με το γέλος:
"Αφέντη, θάρρος στον θεόν έχω 'τι θες γλιτώσει,
και ιατρείαν ηύρηκα διά να σε σηκώσει."
Ο λέων τότε λέγει την να πει την θεραπείαν,
τρέμοντας ο κακόμοιρος, μήνα βρει ιατρείαν.
Τότε τον λέγει η αλεπού λύκον διά να γδάρει,
καθώς την είπε ο ιατρός, και το πετσί να πάρει,
να το ντυθεί (να 'ναι ζεστόν), στο στρώμα του να πέσει,
και αν το κάμει, εύκολα θέλει τον ωφελέσει.
Ο λέων τότε παρευθύς τον λύκον έγδαρε τον
κι εντύθη το τομάρι του, όλον εξέσκισέ τον.
Η αλεπού τον έβλεπε και έλεγε κι εγέλα:
"Κυρ λύκο, η κατάκρισις ιδέ το τι σε 'φέλα!
Έπρεπε στον αφέντην μας να λέγεις καλοσύνην,
όχι να τον παρακινάς να κάμει κακοσύνην."
Επιμύθιον
Ο μύθος λέγει: όποιος κακοβουλεύετ' άλλον
στο ύστερον τον έρχεται πολλά κακόν μεγάλον.
Μύθος λεονταρίου
Εγήρασ' ένας λέοντας πολλά από την φύση
και δεν εδύνουντον ποσώς να πα να κυνηγήσει.
Και τι επονηρεύτηκεν; Επήγε και εκλείστη
μέσα εις ένα σπήλαιον, επήγε και σφαλίστη,
και τότε εκαμώθηκε πως είν' ασθενισμένος
και κείτουντον στο σπήλαιον σαν να 'ταν πεθαμένος.
Τα ζώα όσα πήγαιναν διά να τον ιδούσι,
τάχα πως ήταν βασιλεύς, να τον παρηγορούσι,
εκείνος τα έπιανε όλα και σκότωνέν τα
και κάθετον στο σπήλαιον μέσα και έτρωγέν τα.
Μία επήγεν αλεπού απέξω και εστάθη,
έμαθε την υπόθεσην των ζώων και τα πάθη.
Τον λέοντα ηρώτησεν, είπεν τον: "Πώς τα πάγεις,
αφέντη, οπού κείτεσαι; Τάχα μπορείς να φάγεις;"
Λέγει την: "Είμαι αχαμνός, κι έλα εδώ κοντά μου
να με ιδείς πώς κείτομαι, πώς είν' η αρρώστια μου."
Είπεν εκείνη: "Δεν βολεί νά 'λθω εδώ κοντά σου
που με ορίζει να εμπώ τώρα η αφεντιά σου."
Λέγει εκείνος: "Διατί; Φοβάσ' από κανένα,
ή πίστην τάχα δέν έχεις ποσώς εσύ σε μένα;"
Τότε τον είπεν: "Ήρχουμουν, α δέν ήταν τα χνάρια
των ζώων οπού έμπαιναν, και φαίνονται καθάρια
που μέσα μπήκαν περισσά και έξω δεν εβγήκαν,
μηδέ ποσώς εγύρισαν, στον κόσμον εφανήκαν."
Επιμύθιον
Ο μύθος λέγ': οι φρόνιμοι βλέπουν απ’ τα σημάδια
τα πράγματα που γίνουνται, γνωρίζουν τά καθάρια.
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα