HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά (με θησαυρό) του Κόναν του βάρβαρου

Topic #769 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 17 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #4144 • 24 Aug 2006, 08:24 UTC
Πηγή: το βιβλίο «Ο Μαύρος Άγνωστος και άλλα διηγήματα του Ρόμπερτ Χάουαρντ (The Black Stranger, The Phoenix on the Sword, The Scarlet Citadel – Robert E. Howard) σε μετάφραση Θωμά Μαστακούρη, από τις εκδόσεις Αίολος, Χαριλάου Τρικούπη 25, 10681 Αθήνα, τηλ. 3301533, fax: 3301554, www.aiolos.com.gr, e-mail: info@aiolos.com.gr, ISBN:960-521-177-7, Αθήνα 2006.

Σημείωση: Ο συγγραφέας Robert E. Howard, δημιουργός – μεταξύ άλλων – του Κόναν, του Κιμμέριου βάρβαρου και ένας από τους στυλοβάτες της λογοτεχνίας ηρωικής φαντασίας, γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου του 1906, στο Peaster του Texas, των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντίθετα με το παρουσιαστικό παλαιστή που διέθετε και θύμιζε τους σκληρούς άνδρες – ήρωες των ιστοριών του, ήταν μοναχικός, μελαγχολικός και ευαίσθητος. Όταν, σε ηλικία 30 ετών, έμαθε από τους θεράποντες ότι η νοσηλευόμενη μητέρα του δε θα συνερχόταν ποτέ από το κώμα στο οποίο είχε πέσει, μπήκε στο αυτοκίνητο του και αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι με το περίστροφο του. Μια μέρα μετά, η μητέρα του πέθανε. Μητέρα και γιος θάφτηκαν με κοινή κηδεία.



«…………………………rnΌμως όλοι έπαψαν να ουρλιάζουν και στάθηκαν βουβοί κοιτάζοντας ψηλά - όχι τον άνδρα στο πέτρινο πεζούλι, μα τον ίδιο το λόφο. Ύστερα, χωρίς άλλο δισταγμό, χαλάρωσαν τις χορδές των τόξων τους και τα έχωσαν στις δερμάτινες φαρέτρες που είχαν κρεμασμένες στις ζώνες τους. Έκαναν μεταβολή, διέσχισαν το άπλωμα και χώθηκαν στο δάσος χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά πίσω τους.rnΟ Κιμμέριος τους κοίταξε έκπληκτος. Ήξερε πολύ καλά τη φύση των Πικτών και αναγνώριζε την οριστικότητα της αποχώρησης τους. Γνώριζε πως δεν θα επέστρεφαν. Κατευθύνονταν ήδη για τα χωριά τους, εκατό μίλια ανατολικά.rnΔεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Τι το ιδιαίτερο είχε το καταφύγιο του ώστε να κάνει κάποια ομάδα Πικτών πολεμιστών να εγκαταλείψει μια καταδίωξη που είχε κρατήσει τόσο πολύ και όπου είχαν συμμετάσχει ως εκείνη τη στιγμή με πάθος πεινασμένων λύκων; Ήξερε πως υπήρχαν ιεροί τόποι, μέρη που θεωρούνταν ως άσυλα από τις διάφορες φυλές και πως ένας φυγάς, όταν έβρισκε καταφύγιο σε ένα από τούτα τα άσυλα, ήταν ασφαλής από τη φυλή που το είχε καθιερώσει. Όμως η κάθε φυλή σπάνια σεβόταν τα άσυλα των άλλων. Οι άνδρες που τον κυνηγούσαν, σίγουρα δεν ήταν δυνατό να έχουν κάποιο δικό τους ιερό τόπο στην περιοχή. Ήταν πολεμιστές της φυλής του Αετού και τα χωριά τους βρίσκονταν μακριά, στην ανατολή, κοντά στην περιοχή της φυλής του Λύκου.rnΟι Λύκοι ήταν αυτοί που τον είχαν αιχμαλωτίσει, σε μια επιδρομή τους εναντίον των ακουϊλόνιων καταυλισμών που υπήρχαν κατά μήκος του Ποταμού του Κεραυνού. Στη συνέχεια, τον είχαν παραδώσει στους Αετούς με αντάλλαγμα έναν δικό τους αιχμαλωτισμένο φύλαρχο. Οι Αετοί είχαν παλιούς λογαριασμούς με τον γιγάντιο Κιμμέριο και τώρα οι λογαριασμοί αυτοί είχαν μεγαλώσει, αφού η απόδραση του είχε κοστίσει τη ζωή σε έναν φημισμένο πολέμαρχο. Αυτός ήταν κι ο λόγος που τον είχαν καταδιώξει τόσο ανελέητα, πάνω από πλατιά ποτάμια και λόφους, μέσ' από ατέλειωτες λεύγες σκοτεινών δασών και κυνηγετικά εδάφη εχθρικών φυλών. Και, τώρα, οι επιζήσαντες εκείνου του μεγάλου κυνηγιού είχαν γυρίσει την πλάτη στον εχθρό τους, την ώρα που εκείνος ήταν παγιδευμένος. Έσεισε το κεφάλι πέρα-δώθε, αδυνατώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί.rnΣηκώθηκε επιφυλακτικά, ζαλισμένος από το κοπιαστικό τρέξιμο, χωρίς καλά-καλά να μπορεί ακόμη να συνειδητοποιήσει πως η καταδίωξη είχε τελειώσει. Τα πόδια του ήταν μουδιασμένα και τα τραύματα του τον πονούσαν. Έφτυσε το λίγο σάλιο που είχε απομείνει στο ξεραμένο στόμα του και βλαστήμησε τρίβοντας τα ερεθισμένα μάτια του με την ανάστροφη των τεράστιων, δυνατών χεριών του. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα και προσπάθησε να δει πού ακριβώς βρισκόταν. Από κάτω του η συμπαγής πράσινη μάζα του δάσους αναδευόταν στον άνεμο, ενώ πέρα από τις δυτικές παρυφές του ξεχώριζε μια γαλάζια αχλύ, που ήξερε πως αιωρούνταν πάνω από τον ωκεανό. Ο άνεμος έπαιζε με τη μαύρη χαίτη του και η γεύση της αλμύρας στον αέρα τον ξαναζωντάνεψε. Γέμισε μ' αυτόν το πελώριο στήθος του.rnΎστερα γύρισε δύσκαμπτα και πονεμένα, μουγκρίζοντας καθώς ένιωθε τον σφάχτη από τη ματωμένη κνήμη του, και εξέτασε το πέτρινο πεζούλι πάνω στο οποίο στεκόταν. Πίσω του υψωνόταν ένας απότομος βραχώδης γκρεμός, που έφτανε μέχρι την κορυφή του λόφου καμιά δεκαριά μέτρα από πάνω του. Μια σειρά από εσοχές, που έμοιαζαν με σκαλιά, ήταν σκαλισμένες στην επιφάνεια του βράχου. Ένα-δυο μέτρα μακριά από την πρώτη εσοχή η επιφάνεια του γκρεμού είχε μια ρωγμή, αρκετά φαρδιά και ψηλή για να επιτρέπει την είσοδο σε έναν ενήλικα άνδρα. Πήγε κουτσαίνοντας προς τη ρωγμή, κοίταξε μέσα και γρύλλισε με περιέργεια. Ο ήλιος, καθώς χαμήλωνε πάνω από το δάσος προς τη δύση του, έριχνε τις ακτίνες του λοξά μέσα στη ρωγμή αποκαλύπτοντας μια φυσική σήραγγα. Οι ακτίνες εισέδυαν σε μια καμάρα, όπου κατέληγε και η σήραγγα. Η καμάρα αυτή ήταν κλεισμένη από μια βαριά, σιδεροντυμένη, δρύινη πόρτα!rnΑυτό ήταν εκπληκτικό. Η χώρα εκείνη ήταν ένας αγριότοπος. Ο Κιμμέριος ήξερε πως σε απόσταση χιλίων μιλίων η δυτική ακτή ήταν γυμνή και ακατοίκητη με μόνη εξαίρεση τα χωριά των άγριων φυλών της θάλασσας, που ήταν ακόμα πιο απολίτιστες από τα αδέλφια τους του δάσους.rnΤα πλησιέστερα σημεία πολιτισμού ήταν οι συνοριακοί καταυλισμοί κατά μήκος του Ποταμού Κεραυνού, εκατοντάδες μίλια στα ανατολικά. Ο Κιμμέριος ήξερε πως ήταν ο μοναδικός λευκός που είχε διασχίσει ποτέ την άγρια χώρα ανάμεσα σ' εκείνο το ποτάμι και την ακτή. Κι όμως, η πόρτα αυτή δεν ήταν δημιούργημα των Πικτών.rnΜιας και επρόκειτο για κάτι ανεξήγητο, ήταν ταυτόχρονα και αντικείμενο υποψίας. Έτσι, την πλησίασε καχύποπτα με το τσεκούρι και το μαχαίρι έτοιμα. Καθώς τα κοκκινισμένα μάτια του συνήθιζαν το μισοσκόταδο που απλωνόταν κι από τις δυο μεριές της λεπτής στήλης των ηλιαχτίδων, πρόσεξε και κάτι άλλο - χοντρά, σιδεροντυμένα μπαούλα τοποθετημένα παράλληλα με τους τοίχους. Μια λάμψη φώτισε τα μάτια του. Έσκυψε πάνω από ένα κιβώτιο, μα το καπάκι αντιστάθηκε σε όλες τις προσπάθειες του να το σηκώσει. Ετοιμάστηκε να διαλύσει με το τσεκούρι του την πανάρχαια κλειδαριά, μα ύστερα άλλαξε γνώμη και κατευθύνθηκε κουτσαίνοντας προς την αψιδωτή πόρτα. Ένιωθε τώρα μεγαλύτερη σιγουριά και τα όπλα του ήταν χαμηλωμένα. Όταν έσπρωξε τη σκαλιστή πόρτα, εκείνη άνοιξε προς τα μέσα χωρίς αντίσταση.rnΤότε η στάση του άλλαξε ξανά, αστραπιαία. Τινάχτηκε αιφνιδιασμένος με μια κατάρα σηκώνοντας μαχαίρι και τσεκούρι σε θέσεις άμυνας. Απέμεινε για μια στιγμή έτσι, σαν απειλητικό άγαλμα, τεντώνοντας τον μυώδη λαιμό του για να κοιτάξει μέσ' από την πόρτα. Η μεγάλη φυσική κάμαρη πίσω της ήταν σκοτεινότερη, αλλά μια αμυδρή λάμψη έβγαινε από ένα τεράστιο πετράδι πάνω σε κάποιο μικροσκοπικό φιλντισένιο βάθρο. Το βάθρο ακουμπούσε σε ένα μεγάλο εβένινο τραπέζι, γύρω από το οποίο ήταν καθισμένες οι αμίλητες μορφές που τόσο πολύ είχαν ξαφνιάσει τον παρείσακτο.rnΔεν κουνήθηκαν, ούτε και γύρισαν τα κεφάλια τους προς το μέρος του.rn«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κιμμέριος με σκληρή φωνή. «Είστε όλοι σας πιωμένοι;rnΔεν πήρε απάντηση. Δεν ήταν άνθρωπος που τρόμαζε εύκολα, μα τώρα ένιωθε ταραγμένος.rn»Θα μπορούσατε να με κεράσετε ένα ποτήρι απ' το κρασί που πίνετε», μούγκρισε, ενώ η φυσική του αγριάδα γινόταν ακόμα πιο έντονη, από την αμηχανία που του προκαλούσε η κατάσταση. «Μα τον Κρομ, δείξτε λίγη ευγένεια σε κάποιον που κάποτε ανήκε στην αδελφότητα σας. Θα...» Η φωνή του έσβησε κι απέμεινε σιωπηλός να κοιτάζει τις αλλόκοτες μορφές που κάθονταν αμίλητες γύρω από το πελώριο μαύρο τραπέζι.rn»Δεν είναι πιωμένοι», μουρμούρισε τελικά. «Ούτε καν βρέχουν το στόμα τους. Τι διαβολικό παιχνίδι είναι αυτό;» Έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο κι αμέσως βρέθηκε να παλεύει για τη ζωή του, ενάντια σε φονικά, αόρατα δάχτυλα που είχαν τυλιχτεί γύρω από το λαιμό του.rn…………………………………rn«Δε μπορούσα να γυρίσω πίσω. Με κυνηγούσαν αναγκάζοντας με να κινούμαι ολοένα δυτικότερα. Πριν από μερικές ημέρες κατόρθωσα να τους ξεφύγω και, μα τον Κρομ, το μέρος όπου βρήκα καταφύγιο αποδείχτηκε πως ήταν η σπηλιά του Θησαυρού του Τρανικού. Τα βρήκα όλα: μπαούλα με ρούχα και όπλα – από εκεί άλλωστε πήρα τη φορεσιά κι αυτό το ξίφος – στοίβες από νομίσματα, πετράδια και χρυσά στολίδια, και στη μέση όλων αυτών τα κοσμήματα του Τουκμέκρι, που άστραφταν στην παγωμένη αστροφεγγιά. Ο γερο – Τρανικός και οι έντεκα υπαρχηγοί του ήταν καθισμένοι γύρω από ένα εβένινο τραπέζι και κοιτούσαν το θησαυρό, όπως τον κοιτάζουν εδώ κι εκατό χρόνια!»rn«Πώς;»rn«Ναι, όπως σας λέω! είπε ο Κόναν γελώντας. «Ο Τρανικός πέθανε πλάι στο θησαυρό του, κι όλοι οι άλλοι μαζί του. Τα σώματα τους δε σάπισαν, ούτε συρρικνώθηκαν. Κάθονται ακόμα εκεί με τις ψηλές μπότες τους, τα φαρδιά πανωφόρια και τα κολλαρισμένα καπέλα τους, κρατώντας στα κοκκαλωμένα χέρια τους τα κρασοπότηρα, όπως κάνουν εδώ κι έναν αιώνα».rn……………………………….rnΕκατό μέτρα πιο πέρα από το μονοπάτι, είχαν κι οι δυο συνειδητοποιήσει πως είχαν χαθεί και πως θα τους ήταν αδύνατο να το ξαναβρούν από μόνοι τους. Άρχισαν να φοβούνται πως τελικά ο Κιμμέριος είχε μαζί του κάποιους άνδρες και πως τους οδηγούσε σε ενέδρα.rnΗ υποψία αυτή μεγάλωσε και σχεδόν πήρε διαστάσεις πανικού, όταν βγήκαν από το πυκνό δάσος και αντίκρισαν ακριβώς μπροστά τους έναν γυμνό πετρώδη λόφο, που ξεπρόβαλλε μέσα από τα δέντρα. Κάποιο αχνό μονοπάτι, που έβγαινε από το δάσος στα ανατολικά, περνούσε από ένα σύμπλεγμα βράχων κι ύστερα σκαρφάλωνε το ύψωμα μέσα από μερικά πέτρινα πεζούλια, για να καταλήξει σε ένα πλάτωμα κοντά στην κορυφή του.rnΟ Κόναν κοντοστάθηκε, εντυπωσιακός και αλλόκοτος συνάμα στην αρχαία πειρατική φορεσιά του.rn«Αυτό είναι το μονοπάτι που ακολούθησα, όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τους Πίκτες της φυλής του Αετού», είπε. «Οδηγεί σε μια σπηλιά πίσω από εκείνο το πλάτωμα. Μέσα στη σπηλιά βρίσκονται τα πτώματα του Τρανικού και των καπεταναίων του, καθώς και ο θησαυρός που άρπαξε από τον Τουτμέκρι. Όμως, πριν συνεχίσουμε, έχω να σας πω κάτι: Αν με σκοτώσετε εδώ, δεν πρόκειται ποτέ να ξαναβρείτε το μονοπάτι που ακολουθήσαμε καθώς ερχόμασταν από την παραλία. Σας ξέρω καλά εσάς τους θαλασσινούς. Μέσα στα πυκνά δάση είστε εντελώς ανίσχυροι. Ασφαλώς το μονοπάτι βρίσκεται δυτικά, μα αν επιχειρήσετε να βρείτε το δρόμο σας μέσα από τα δέντρα, φορτωμένοι καθώς θα είστε με το θησαυρό, δεν θα χρειαστείτε ώρες αλλά μέρες ολόκληρες. Και δεν νομίζω πως το δάσος θα είναι πολύ ασφαλές για τους λευκούς, μόλις οι Τουκάνοι μάθουν για τον κυνηγό τους». Γέλασε βλέποντας τα αποκρουστικά, άκεφα χαμόγελα με τα οποία οι πειρατές εξέφρασαν τις προθέσεις που είχαν γι' αυτόν. Κατάλαβε επίσης τη σκέψη που ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό του καθενός: "άσε το βάρβαρο να μας οδηγήσει μέχρι το θησαυρό και στη συνέχεια πίσω στο μονοπάτι της παραλίας, κι ύστερα τον σκοτώνουμε".rn«Θα μείνετε όλοι σας εδώ εκτός από το Στρομ και το Ζαρόνο», είπε ο Κόναν. «Εμείς οι τρεις αρκούμε για να κατεβάσουμε το θησαυρό από τη σπηλιά». Ο Στρομ μειδίασε άκεφα.rn«Να ανεβώ εκεί πάνω μόνος μου μ' εσένα και το Ζαρόνο; Για τρελό με πέρασες; Τουλάχιστον ένας άνδρας μου θα έρθει μαζί μου!» Κι έδειξε το λοστρόμο του, έναν ρωμαλέο γίγαντα με σκληρό πρόσωπο, γυμνό από τη φαρδιά του δερμάτινη ζώνη και πάνω, με χρυσούς κρίκους στ' αφτιά και κόκκινο μαντίλι τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι.rn«Κι ο δήμιος μου θα έρθει μαζί μ' εμένα!» μούγκρισε ο Ζαρόνο δείχνοντας έναν ξερακιανό θαλασσινό, με πρόσωπο που έμοιαζε με περγαμηνή τσιτωμένη πάνω στο κρανίο του, οπλισμένον με μακρύ γιαταγάνι που κουβαλούσε διαρκώς γυμνό, ακουμπισμένο πάνω στον οστεώδη ώμο του.rnΟ Κόναν σήκωσε τους ώμους. «Ωραία, λοιπόν. Ακολουθήστε με».rnΤον ακολούθησαν από κοντά καθώς εκείνος ανέβαινε το ελικοειδές μονοπάτι κι έφτανε ως το τελευταίο πεζούλι. Στριμώχτηκαν κοντά του ενώ περνούσε μέσα από μια ρωγμή του βράχου και πήραν βαθιές ανάσες απληστίας, όταν ο Κόναν τους έδειξε τα σιδεροντυμένα μπαούλα που βρίσκονταν κι από τις δυο πλευρές της στενής σήραγγας.rn«Εδώ μέσα κρύβεται πλούσιο εμπόρευμα», είπε αδιάφορα. «Μετάξια, δαντέλες, ρούχα, στολίδια, όπλα - τα λάφυρα των νότιων θαλασσών. Μα ο πραγματικός θησαυρός κρύβεται πίσω από αυτή την πόρτα».rnΗ ογκώδης πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο Κόναν συνοφρυώθηκε. Θυμόταν πως την είχε κλείσει, πριν βγει από τη σπηλιά. Όμως δεν είπε τίποτα στους ανυπόμονους συντρόφους του, αντίθετα παραμέρισε αφήνοντας τους να κοιτάξουν μέσα.rnΑντίκρισαν μια μεγάλη αίθουσα, φωτισμένη από κάποια παράξενη γαλαζωπή ακτινοβολία η οποία λαμπύριζε μέσα σε μια θολούρα που έμοιαζε με ομίχλη. Στη μέση της σπηλιάς βρισκόταν ένα μεγάλο εβένινο τραπέζι και, στη σκαλιστή πολυθρόνα που ίσως κάποτε κοσμούσε το κάστρο ενός Ζινγκαρανού βαρόνου, καθόταν μια γιγαντόσωμη, θρυλική μορφή – ήταν ο Ματωμένος Τρανικός, με το μεγαλόπρεπο κεφάλι ακουμπισμένο στον κόρφο του και το δυνατό χέρι σφιγμένο γύρω από ένα διαμαντοστόλιστο ποτήρι, όπου το κρασί στραφτάλιζε ακόμα- ο Τρανικός, με το κολλαριστό καπέλο του, το χρυσοκέντητο πανωφόρι του με κουμπιά από πολύτιμα πετράδια που έλαμπαν στο γαλαζωπό φως, τις φαρδιές στο πάνω μέρος τους μπότες και τον κολεό που συγκρατούσε ένα διαμαντοστόλιστο σπαθί μέσα σε χρυσό θηκάρι.rnΓύρω από το τραπέζι, ο καθένας τους με το πιγούνι ακουμπισμένο πάνω στο δαντελωτό γιακά του, κάθονταν οι έντεκα καπετάνιοι. Η γαλάζια ακτινοβολία τρεμόπαιζε παράξενα πάνω σ' αυτούς και τον γιγαντόσωμο ναύαρχο τους, εκπεμπόμενη από το πελώριο πετράδι στο μικρό φιλντισένιο βάθρο του, προκαλώντας αντανακλάσεις στους σωρούς των υπέροχα κομμένων πετραδιών που ήταν σωριασμένα πάνω στο τραπέζι -τα λάφυρα από το Κέμι, τα κοσμήματα του Τουτμέκρι! Πετράδια που η αξία τους ήταν μεγαλύτερη από τη συνολική αξία όλων των υπόλοιπων πολύτιμων λίθων του κόσμου.rnΤα πρόσωπα του Ζαρόνο και του Στρομ φάνταζαν ωχρά μέσα στη γαλάζια ακτινοβολία. Πίσω τους, οι άνδρες τους είχαν μείνει με τα στόματα ανοιχτά από το δέος.rn«Άντε, λοιπόν, μαζέψτε τα», τους παρακίνησε ο Κόναν παραμερίζοντας. Ο Ζαρόνο και ο Στρόμ τον προσπέρασαν με ανυπομονησία, αγκωνίζοντας ο ένας τον άλλον μέσα στη βιασύνη τους. Τα πρωτοπαλλήκαρά τους ακολούθησαν στο κατόπι τους. Ο Ζαρόνο άνοιξε την πόρτα διάπλατα με μια κλοτσιά - και κοκκάλωσε ένα βήμα πιο μέσα απ' το κατώφλι, κυκλωμένος από τη γαλαζωπή ομίχλη που γέμιζε την εσωτερική κάμαρη της σπηλιάς. «Ο καπνός κρύβει το θάνατο!» φώναξε πνιγμένα.rnΕνώ ακόμα στρίγγλιζε, ο Κόναν έπεσε με όλο το βάρος του πάνω στους τέσσερις άνδρες που ήταν στριμωγμένοι μπροστά στην πόρτα, κάνοντας τους να χάσουν την ισορροπία τους αλλά χωρίς να καταφέρει να τους ρίξει μέσα στην αίθουσα όπως είχε σχεδιάσει. Όλοι τους τραβιόντουσαν εκείνη τη στιγμή απότομα μπροστά στη θέα των νεκρών και την παγίδα που είχαν πια αντιληφθεί, έτσι το βίαιο σπρώξιμο του, ενώ τους έριξε κάτω, δεν είχε το αποτέλεσμα που περίμενε. Ο Στρομ και ο Ζαρόνο έπεσαν στα γόνατα μπροστά στο κατώφλι, ο λοστρόμος κατρακύλησε μπροστά στα πόδια τους και ο δήμιος χτύπησε πάνω στον τοίχο της σπηλιάς. Πριν ο Κόναν προλάβει να κλοτσήσει ανελέητα τους πεσμένους άνδρες μέσα στην αίθουσα και να κρατήσει την πόρτα κλεισμένη πίσω τους ώσπου η θανατερή ομίχλη να κάνει τη δουλειά της, αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στην αγριεμένη επίθεση του δημίου, που ήταν ο πρώτος ο οποίος ανέκτησε την ισορροπία και την ψυχραιμία του.rnΟ κουρσάρος έδωσε ένα τρομερό χτύπημα με το ξίφος του εκτελεστή, μα αστόχησε καθώς ο Κιμμέριος έσκυψε. Η πλατιά λεπίδα προσέκρουσε στον πέτρινο τοίχο τινάζοντας ολόγυρα της γαλάζιες σπίθες. Την άλλη στιγμή το ξερακιανό κεφάλι κυλούσε στο πάτωμα της σπηλιάς, κομμένο από το ξίφος του Κόναν.rnΣτα λίγα δευτερόλεπτα που είχε κρατήσει αυτή η επίθεση, ο λοστρόμος στάθηκε πάλι όρθιος κι έπεσε πάνω στον Κόναν, χτυπώντας τον με ένα γιαταγάνι που θα μπορούσε να διαλύσει κάποιον πιο αδύναμο αντίπαλο. Οι δυο λεπίδες διασταυρώθηκαν με κλαγγή που ακούστηκε εκκωφαντική μέσα στη στενή σήραγγα. Οι δυο καπετάνιοι κύλησαν πίσω προς την έξοδο προσπαθώντας να πάρουν ανάσα, μελανιασμένοι και πολύ αδύναμοι για να φωνάξουν. Ο Κόναν έβαλε τα δυνατά του, σε μια προσπάθεια να ξεφορτωθεί το λοστρόμο και να σφάξει τους δυο ανταγωνιστές του, πριν εκείνοι προλάβουν να συνέλθουν από την επίδραση του δηλητηρίου. Ο λοστρόμος, στάζοντας αίμα σε κάθε βήμα του, υποχώρησε μπροστά στην άγρια επίθεση κι άρχισε να ζητά απεγνωσμένα τη βοήθεια των συντρόφων του. Πριν ο Κόναν προλάβει να τον αποτελειώσει, οι δυο κυβερνήτες όρμησαν με τα σπαθιά γυμνά προς το μέρος του, καλώντας ταυτόχρονα τους άνδρες τους.rnΟ Κιμμέριος πισωπάτησε και βγήκε μ' ένα πήδημα στο πεζούλι. Ένιωθε πως μπορούσε να τα βάλει και με τους τρεις άνδρες μαζί, παρ' ότι ο καθένας τους ξεχωριστά ήταν φημισμένος ξιφομάχος, όμως δεν είχε καμιά διάθεση να παγιδευτεί από τα πληρώματα των δύο πλοίων που θα ανέβαιναν σίγουρα το μονοπάτι μόλις άκουγαν τη φασαρία της μάχης.rnΠαρ' όλα αυτά, οι ναύτες δεν πλησίαζαν με τη βιασύνη που περίμενε. Καθώς ήταν μπερδεμένοι από τους ήχους και τις πνιγμένες κραυγές που έβγαιναν ψηλά από την σπηλιά, κανείς δεν τολμούσε να κινηθεί πρώτος, από φόβο μήπως κάποιος άλλος τον καρφώσει στην πλάτη. Η κάθε ομάδα κοιτούσε την άλλη γεμάτη ένταση, σφίγγοντας τα όπλα της μα ανίκανη να πάρει μια απόφαση. Δίσταζαν ακόμα κι όταν είδαν τον Κιμμέριο να ξεπροβάλλει στο πλάτωμα. Ενώ εκείνοι περνούσαν τα βέλη στις χορδές των τόξων τους, αυτός έτρεξε στην κάθετη σειρά των εσοχών που ήταν σκαμμένες στο τοίχωμα κοντά στην είσοδο της ρωγμής, τις σκαρφάλωσε και ξάπλωσε μπρούμυτα στην κορυφή του βράχου, μακριά απ' τα μάτια όλων.rnΟι δυο καπετάνιοι βγήκαν στο πλάτωμα κραδαίνοντας τα ξίφη τους οργισμένα, ενώ οι άνδρες τους, βλέποντας πως οι αρχηγοί τους δεν τρώγονταν μεταξύ τους, έπαψαν να απειλούν οι μεν τους δε και κοίταξαν προς το μέρος τους απορημένα.rn«Σκύλε!» ούρλιαξε ο Ζαρόνο. «Σχεδίαζες να μας δηλητηριάσεις. Προδότη!»rnΟ Κόναν τους κορόιδεψε από ψηλά. «Τι περιμένατε, δηλαδή; Εσείς οι δυο σχεδιάζατε να μου κόψετε το λαρύγγι μόλις σας οδηγούσα στη λεία. Αν δεν ήταν αυτός ο ηλίθιος ο Γκάλμπρο, θα σας είχα παγιδέψει και τους τέσσερις κι ύστερα θα εξηγούσα στους άνδρες σας πως από τη βιασύνη σας είχατε σκοτωθεί μεταξύ σας».rn«Και, με τους δυο μας νεκρούς, θα έπαιρνες το καράβι μου κι όλο το θησαυρό!» φώναξε ο Στρομ αφρίζοντας από το κακό του.rn«Ακριβώς! Κι όσους θα διάλεγα από κάθε πλήρωμα! Μήνες τώρα είναι που θέλω να επιστρέψω στις θάλασσες, κι αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία.rn»Τα χνάρια που ανακάλυψα στο μονοπάτι ήταν αυτά του Γκάλμπρο. Αναρωτιέμαι πώς αυτός ο ηλίθιος έμαθε για τη σπηλιά, και με ποιον τρόπο σκεφτόταν να κουβαλήσει το πλιάτσικο ολομόναχος».rn«Αν δεν είχα δει το πτώμα του, θα είχαμε μπει σ' εκείνη τη θανάσιμη παγίδα», μουρμούρισε ο Ζαρόνο, που το μελαψό πρόσωπο του παρέμενε ακόμα σταχτί. «Αυτός ο γαλάζιος καπνός έμοιαζε με αόρατα δάχτυλα που έσφιγγαν το λαιμό μου».rn«Λοιπόν, τι θα κάνετε τώρα;» φώναξε ειρωνικά ο αθέατος βασανιστής τους.rn«Αλήθεια, τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Ζαρόνο το Στρομ. «Η σπηλιά του θησαυρού είναι γεμάτη απ' αυτήν τη θανατερή ομίχλη, που όμως, για κάποιο λόγο, δεν βγαίνει πέρα από το κατώφλι».rn«Δεν μπορείτε να πάρετε το θησαυρό», τους διαβεβαίωσε με ικανοποίηση ο Κόναν από την αετοφωλιά του. «Ο καπνός θα σας πνίξει. Παραλίγο να σκοτώσει κι εμένα, όταν μπήκα εκεί μέσα. Ακούστε να σας πω μια ιστορία που διηγούνται οι Πίκτες μέσα στα καλύβια τους, όταν οι φωτιές έχουν χαμηλώσει! Κάποτε, πολύ καιρό πριν, δώδεκα παράξενοι άνδρες ήρθαν από τη θάλασσα, βρήκαν μια σπηλιά και τη γέμισαν χρυσάφι και πετράδια. Όμως ένας Πίκτης σαμάνος έκανε μαγικά και η γη σείστηκε. Καπνός βγήκε μέσα από τη γη και τους έπνιξε την ώρα που κάθονταν κι έπιναν κρασί. Αυτός ο καπνός, που ερχόταν από τις φωτιές της ίδιας της Κόλασης, περιορίστηκε μέσα στη σπηλιά από τα ξόρκια του μάγου. Η ιστορία μεταδόθηκε από φυλή σε φυλή, κι έτσι όλοι οι Πίκτες αποφεύγουν πια αυτό το καταραμένο μέρος.rn»'Οταν χώθηκα εκεί μέσα για να ξεφύγω από τους Αετούς, κατάλαβα πως ο παλιός θρύλος ήταν αληθινός και πως αναφερόταν στον Τρανικό και στους άνδρες του. Ενώ αυτός και οι καπετάνιοι του κάθονταν κι έπιναν, ένας σεισμός ράγισε το πέτρινο δάπεδο της σπηλιάς απελευθερώνοντας εκείνη την ομίχλη από τα βάθη της γης - από την ίδια την Κόλαση, όπως λένε οι Πίκτες. Ο θάνατος φρουρεί το θησαυρό του γέρο-Τρανικού».rn«Κάλεσε τους άνδρες!» είπε λυσσασμένα ο Στρομ. «Θα ανεβούμε και θα τον κομματιάσουμε!»rn«Μην είσαι ηλίθιος!» γρύλλισε ο Ζαρόνο. «Νομίζεις πως κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει απ' αυτές τις εσοχές κρατώντας το ξίφος του στα δόντια; Θα τοποθετήσουμε, βέβαια, κάποιους τοξότες εδώ κάτω, για να τον γεμίσουν βέλη έτσι και τολμήσει να εμφανιστεί. Όμως τα πετράδια δεν θα τα χάσουμε. Κάποιο σχέδιο θα είχε για να μπει στη σπηλιά, αλλιώς δεν θα έφερνε τριάντα ανθρώπους για να κουβαλήσουν πίσω το θησαυρό. Αν μπορεί αυτός να μπει εκεί μέσα, μπορούμε κι εμείς. Θα λυγίσουμε κάποιο ξίφος για να φτιάξουμε ένα γάντζο, θα τον δέσουμε σε σκοινί και θα πιάσουμε μ' αυτόν ένα πόδι του τραπεζιού ώστε να το σύρουμε μέχρι την πόρτα».rn«Μπράβο, Ζαρόνο!» ακούστηκε από ψηλά η σαρκαστική φωνή του Κόναν. «Ακριβώς αυτό που είχα κι εγώ κατά νου. Όμως, πώς θα βρείτε το δρόμο μέχρι το μονοπάτι της παραλίας; Αν αναγκαστείτε να περάσετε μέσα από το δάσος, θα έχει σκοτεινιάσει πολύ πριν φτάσετε στην ακτή, έτσι εγώ θα σας ακολουθώ και θα σας σκοτώνω έναν-ένα στο σκοτάδι».rn«Μιλάει σοβαρά», μουρμούρισε ο Στρομ. «Μπορεί να κινείται και να χτυπάει μέσα στο σκοτάδι ύπουλα και αθόρυβα σαν φάντασμα. Αν μας ακολουθήσει στο δάσος, λίγοι από μας θα φτάσουν στην παραλία ζωντανοί».rn«Τότε, θα τον σκοτώσουμε εμείς», είπε ο Ζαρόνο τρίζοντας τα δόντια. «Μερικοί από μας θα τον τοξεύουν, ενώ οι υπόλοιποι θα σκαρφαλώνουν τον γκρεμό. Αν δεν τον πετύχουν τα βέλη, κάποιοι από εμάς θα τον φτάσουμε με τα σπαθιά μας. Περίμενε• άκου! Γιατί γελάει;»rn«Γελάω, γιατί ακούω πεθαμένους να κάνουν σχέδια», ακούστηκε η ψυχρά σαρκαστική φωνή του Κόναν».rn…………………………………»

Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →