Πηγή: «Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Βιβλίο Τρίτο: Η επιστροφή του Βασιλιά», Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, 1892 – 1973, J. R. R. Tolkien, “The Retu
of the King”, second part of “The Lord of the Rings” έκδοση George Allen and Unwin, Λονδίνο 1983, σε μετάφραση Ευγενίας Χατζηθανάση – Κόλλια από τις εκδόσεις «Κέδρος Α.Ε.», www.kedros.gr, ISBN 960-04-0438-0
«………………………
Το φως ήταν ακόμα γκρίζο καθώς προχωρούσαν, γιατί ο ήλιος δεν είχε βγει πάνω από τις κορυφογραμμές των Στοιχειωμένων Βουνών μπροστά τους. Ένας φόβος τους κυρίεψε καθώς πέρασαν ανάμεσα από τις σειρές με τις αρχαίες πέτρες και έφτασαν στο Ντίμχολτ. Εκεί, κάτω από τη σκοτεινιά των μαύρων δέντρων, που ούτε ο Λέγκολας δεν άντεχε για πολύ, βρήκαν μια μικρή κοιλάδα να ξανοίγεται στους πρόποδες του βουνού και ακριβώς στο πέρασμα τους υψωνόταν μια ολομόναχη τεράστια πέτρα, σαν το δάχτυλο της μοίρας.
- Το αίμα μου κυλάει παγωμένο, είπε ο Γκίμλι. Οι άλλοι όμως ήταν αμίλητοι και η φωνή του έπεσε άψυχη στις νοτισμένες ελατοβελόνες στα πόδια του. Τα άλογα δεν ήθελαν να περάσουν από την απειλητική πέτρα, ώσπου οι καβαλάρηδες ξεπέζεψαν και τα τράβηξαν από τα γκέμια. Κι έτσι, τέλος, μπήκαν βαθιά στην κοιλάδα• εκεί υψωνόταν ένας ολόρθος πέτρινος τοίχος, και στον τοίχο η Μαύρη Πόρτα έχασκε μπροστά τους σαν το στόμα της νύχτας. Σημάδια και μορφές ήταν σκαλισμένα πάνω από την πλατιά καμάρα της, πολύ ξέθωρα για να διαβαστούν, κι ο φόβος έβγαινε από μέσα της σαν γκρίζος ατμός.
Η ομάδα σταμάτησε και δεν υπήρχε ούτε μια καρδιά ανάμεσα τους που να μη δείλιασε, εκτός κι αν ήταν του Λέγκολας του Ξωτικού, που τα φαντάσματα των Ανθρώπων δεν τον φόβιζαν.
- Αυτή είναι πόρτα κακού, είπε ο Χάλμπαραντ, κι ο θάνατος μου βρίσκεται πέρα από αυτήν. Παρ' όλα αυτά όμως, θα τολμήσω να περάσω• αλλά κανένα άλογο δε θα θελήσει να την περάσει.
- Εμείς όμως πρέπει να μπούμε, επομένως και τ' άλογα πρέπει να έρθουν μαζί μας, είπε ο Άραγκορν. Γιατί αν ποτέ περάσουμε αυτό το σκοτάδι, πολλές λεύγες απλώνονται μετά και κάθε ώρα που θα χάνεται θα φέρνει πιο κοντά το θρίαμβο του Σάουρον. Ακολουθήστε με!
Ύστερα ο Άραγκορν μπήκε πρώτος και τέτοια ήταν η δύναμη της θελήσεως του την ώρα εκείνη, ώστε όλοι οι Ντουνεντάιν και τα άλογα τους τον ακολούθησαν. Και αληθινά η αγάπη που είχαν τα άλογα των Περιφερόμενων Φυλάκων για τους ιππείς τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ήταν πρόθυμα να αντιμετωπίσουν ακόμα και τον τρόμο της πόρτας, αν η καρδιά των κυρίων τους ήταν σταθερή καθώς προχωρούσαν πλάι τους. Αλλά ο Άροντ, το άλογο του Ρόαν, αρνήθηκε να προχωρήσει και στεκόταν ιδρωμένο και τρέμοντας από το φόβο του, ώστε λυπόσουν να το βλέπεις. Τότε ο Λέγκολας έβαλε τα χέρια του στα μάτια του και τραγούδησε κάτι λόγια που ακούστηκαν απαλά στη σκοτεινιά, ώσπου στο τέλος αφέθηκε να τον οδηγήσουν, και ο Λέγκολας πέρασε μέσα. Και να που εκεί βρέθηκε να στέκεται ο Γκίμλι ο Νάνος ολομόναχος.
Τα γόνατα του έτρεμαν και τα είχε βάλει με τον εαυτό του.
- Αυτό δεν έχει ξανακουστεί! είπε. Ένα Ξωτικό να μπαίνει μέσα στη γη και ένας Νάνος να μην τολμάει. Μ' αυτά τα λόγια μπήκε ορμητικά. Του φαινόταν όμως πως τα πόδια του ήταν από μολύβι περνώντας το κατώφλι• και αμέσως τον κυρίεψε το σκοτάδι, ακόμα κι αυτόν τον Γκίμλι, το γιο του Γκλόιν, που είχε πάει άφοβα σε πολλά βαθιά μέρη του κόσμου.
Ο Άραγκορν είχε φέρει δαυλούς από το Ντανχάροου και έτσι προχωρούσε μπροστά κρατώντας έναν ψηλά• ο Έλανταν με άλλον έναν προχωρούσε στο τέλος και ο Γκίμλι, σκοντάφτοντας από πίσω, προσπαθούσε να τον προλάβει. Δεν μπορούσε να δει τίποτα εκτός απ' την αδύνατη φλόγα των δαυλών αλλά, αν σταματούσε η ομάδα, του φαινόταν λες κι ολόγυρα του ψιθύριζαν φωνές ασταμάτητα, μουρμουρίζοντας λέξεις σε κάποια γλώσσα που ποτέ του δεν είχε ξανακούσει.
Τίποτα δεν όρμησε εναντίον της ομάδας ούτε αντιστάθηκε στο πέρασμα της, και όμως ο φόβος του Νάνου μεγάλωνε σταθερά καθώς προχωρούσε: κυρίως γιατί ήξερε πλέον πως δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσουν πίσω• όλα τα μονοπάτια πίσω τους ήταν πλημμυρισμένα από κάποιον αόρατο στρατό που ακολουθούσε στο σκοτάδι.
Έτσι πέρασε ώρα αμέτρητη, ώσπου ο Γκίμλι είδε κάτι που ποτέ του αργότερα δε θέλησε να ξαναθυμηθεί. Ο δρόμος ήταν φαρδύς, απ' όσο μπορούσε να κρίνει, αλλά η ομάδα έφτασε ξαφνικά σ' έναν μεγάλο άδειο χώρο όπου δεν υπήρχαν πια τοίχοι δεξιά κι αριστερά. Ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος, ώστε μόλις που κατάφερνε να περπατάει. Πέρα, αριστερά, κάτι γυάλισε στο σκοτάδι καθώς πλησίασε ο δαυλός του Άραγκορν. Τότε ο Άραγκορν σταμάτησε και πήγε να δει τι είναι.
- Δε νιώθει φόβο; μουρμούρισε ο Νάνος.
Σε οποιαδήποτε άλλη σπηλιά, ο Γκίμλι, ο γιος του Γκλόιν, θα ήταν ο πρώτος που θα έτρεχε στη λάμψη του χρυσού. Αλλά όχι εδώ! Άσ' το εκεί που βρίσκεται!
Πάντως, πλησίασε και είδε τον Άραγκορν γονατισμένο, ενώ ο Έλανταν κρατούσε ψηλά και τους δύο δαυλούς. Μπροστά του υπήρχαν τα κόκαλα κάποιου μεγαλόσωμου άντρα. Η πανοπλία του ήταν απείραχτη• γιατί η ατμόσφαιρα της σπηλιάς ήταν εντελώς στεγνή και ο μακρύς αλυσιδωτός του θώρακας επίχρυσος. Η ζώνη του ήταν χρυσή, με κόκκινα πετράδια και πλούσιο σε χρυσάφι ήταν το κράνος στο σκελετωμένο του κεφάλι, με το πρόσωπο καταγής. Είχε πέσει κοντά στον πέρα τοίχο της σπηλιάς, όπως μπορούσαν να δουν, και μπροστά του υπήρχε μια πέτρινη πόρτα ερμητικά κλεισμένη: τα κόκαλα των δαχτύλων του ακόμα έξυναν τις χαραματιές. Ένα στομωμένο σπαθί, σπασμένο, βρισκόταν στο πλευρό του, λες και είχε προσπαθήσει να κομματιάσει το βράχο μες στην απελπισία του.
Ο Άραγκορν δεν τον άγγιξε, αλλά αφού κοίταξε σιωπηλά για λίγο, σηκώθηκε κι αναστέναξε.
- Εδώ τα λουλούδια simbelmyne δε θα έρθουν ποτέ, ως τη συντέλεια του κόσμου, μουρμούρισε. Εννιά τύμβοι και επτά είναι τώρα καταπράσινοι απ' τη χλόη, κι όλα τούτα τα ατέλειωτα χρόνια αυτός κείτεται στην πόρτα που δεν μπόρεσε να ξεκλειδώσει. Πού οδηγεί; Γιατί ήθελε να περάσει; Κανείς δε θα μάθει ποτέ.
Γιατί δεν είναι αυτή η αποστολή μου! φώναξε γυρίζοντας προς τα πίσω, σαν να απευθυνόταν στο σκοτάδι που ήταν γεμάτο ψιθύρους. Κρατήστε τους θησαυρούς σας και τα μυστικά σας κρυμμένα στα Καταραμένα Χρόνια! Το μόνο που ζητάμε είναι ταχύτητα. Αφήστε μας να περάσουμε και ύστερα ελάτε! Σας καλώ στο βράχο του Έρεχ!
Καμιά απάντηση, μόνο μια απόλυτη σιωπή, πιο φοβερή απ' τους προηγούμενους ψιθύρους• ύστερα φύσηξε ένα ψυχρό ρεύμα αέρα και οι δάδες τρεμόπαιξαν, έσβησαν και δεν μπόρεσαν να τις ανάψουν πάλι. Από την ώρα που ακολούθησε, μία ή πολλές, ο Γκίμλι θυμόταν ελάχιστα. Οι άλλοι άνοιξαν το βήμα τους, αυτός όμως ήταν πάντα τελευταίος και τον καταδίωκε ένας απτός τρόμος, που του φαινόταν λες και ετοιμαζόταν να τον αρπάξει• και τον ακολουθούσε μια οχλοβοή σαν τον ίσκιο-θόρυβο από πολλά πόδια. Προχωρούσε σκοντάφτοντας, ώσπου βρέθηκε να σέρνεται σαν το ζώο καταγής και ένιωσε πως δεν άντεχε άλλο: έπρεπε ή να βρει μια άκρη και να ξεφύγει ή να τρέξει πίσω σαν τρελός, ν' ανταμώσει τον τρόμο που τον ακολουθούσε.
Ξαφνικά, άκουσε το κελάρυσμα νερού, έναν ήχο σκληρό και ξεκάθαρο, σαν μια πέτρα που πέφτει σ' ένα όνειρο με μαύρους ίσκιους. Το φως δυνάμωσε και, να! η ομάδα πέρασε από μια άλλη πύλη, καμαρωτή και φαρδιά, κι ένα ρυάκι κυλούσε βγαίνοντας πλάι τους• πιο πέρα, κατηφορίζοντας απότομα, υπήρχε ένας δρόμος ανάμεσα από κάθετους βράχους, με κορφές κοφτερές σαν μαχαίρια, στο φόντο του ουρανού πολύ ψηλά. Τόσο βαθύ και στενό ήταν εκείνο το άνοιγμα, που ο ουρανός φαινόταν σκοτεινός και πάνω του έλαμπαν μικρά αστέρια. Όμως, όπως έμαθε αργότερα ο Γκίμλι, ήταν ακόμα δύο ώρες πριν από το ηλιοβασίλεμα της ίδιας μέρας που είχαν ξεκινήσει από το Ντανχάροου• μόλο που για εκείνον θα μπορούσε να είναι το λυκόφως κάποιου χρόνου στο μέλλον ή σε κάποιον άλλο κόσμο.
…………………..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα