Πηγή: το βιβλίο «Ο θησαυρός του ναού» της Ελιέτ Αμπεκασίς (Eliette Abecassis – “Le tresor du temple”) σε μετάφραση της Αγλαΐας Κατράκη, από τις εκδόσεις Κέδρος – 2005, www.kedros.gr, books@kedros.gr, ISBN: 960-04-2908-1
«………………….
Είμαι ο Άρι ο γραφέας. Είμαι ο Άρι Κοέν, γιος του Νταβίντ. Εδώ και πολλά χρόνια, ζούσα ανάμεσα σας. Όπως όλοι οι φίλοι μου, ταξίδευα σε χώρες μακρινές, ξεφάντωνα στις τρελές νύχτες του Τελ-Αβίβ και έκανα το στρατιωτικό μου στη γη του Ισραήλ. Κι έπειτα, μια μέρα, πέταξα από πάνω μου τα ενδύματα του κοσμικού και αποσύρθηκα στην έρημο της Ιουδαίας, στις πύλες της Ιερουσαλήμ, στα βράχια ενός οχυρωμένου τόπου με το όνομα «Κουμράν».
Μες στην ησυχία της ερήμου, διάγω ζωή αυστηρή, τρέφοντας το πνεύμα μου, αλλά όχι το σώμα μου. Είμαι γραφέας. Όπως οι προγονοί μου, φορώ στη μέση μια ζώνη πάνω στην οποία είναι κρεμασμένα μια καλαμωτή θήκη με τις γραφίδες και τα πινέλα μου κι ένας σουγιάς για να χαράζω το μαλακό δέρμα. Πρώτα το ξύνω με τη λάμα για να γίνει λείο και πορώδες, απομακρύνοντας λεκέδες και εξογκώματα, έτοιμο ν' απορροφήσει το μελάνι χωρίς να το αφήνει να διασκορπίζεται. Για να χαράξω την επιφάνεια του δέρματος, χρησιμοποιώ φτερό χήνας, που είναι πιο λεπτό από την καλαμένια γραφίδα. Το διαλέγω με επιμέλεια από το εκτροφείο του κιμπούτς, όχι μακριά από το Κουμράν. Προτιμώ το ισχίο του αριστερού φτερού, το οποίο πρέπει να μουλιάζω πολλές ώρες για να το μαλακώσω, πριν το ξεράνω και το σκληρύνω μέσα σε ζεστή άμμο, κι έπειτα το λαξεύω με το σουγιά.
Παίρνω τη θήκη με το μελανοδοχείο και το βαζάκι με το νερό. Μέσα σ' ένα μπουκαλάκι ανακατεύω νερό με μελάνι, και αρχίζω: Σαν μια σκηνή βοσκού η ζωή μου σαρώθηκε κι έφτασε πέρα μακριά. Χαράζω τα γράμματα πάνω σε κιτρινισμένες περγαμηνές όπως σε παμπάλαια βιβλία, χιλιοδιαβασμένες σελίδες, από μύρια χέρια αγγιγμένες, φυλλομετρημένες, χρόνο το χρόνο, αιώνα τον αιώνα, χιλιετηρίδα τη χιλιετηρίδα. Γράφω όλη τη μέρα, και τη νύχτα ακόμη. Τώρα, θα ήθελα να πω, να διηγηθώ την ιστορία μου, αυτήν τη φοβερή ιστορία της οποίας υπήρξα θύμα. Δεν είναι τυχαίο αν στην πηγή της περιπέτειας μου βρίσκεται η Βίβλος, διότι είδα εκεί την αγάπη και το σημάδι του Θεού, είδα εκεί και τη βία, ναι, είδα εκεί το ρήμα «υπάρχω».
Ω υιοί, ακούστε με, και τα πέπλα από τους οφθαλμούς σας θα πάρω, για να δείτε και να ακροασθείτε τα έργα του Θεού. Ο πατέρας μου, ο Νταβίντ Κοέν, το βράδυ της 16ης του μηνός Νισσάν του έτους 5761, ήρθε να με βρει στις σπηλιές του Κουμράν, μέσα στο Scriptorium (1), εκεί όπου επιτελούσα το έργο μου. Ήταν μια σπηλιά λίγο μεγαλύτερη από τις άλλες, μέσα στην οποία βρίσκονταν πλάι πλάι πλήθος περγαμηνών σε διάφορα μεγέθη, κείμενα ιερά, ένας μεγάλος αριθμός από γιγάντια πιθάρια, θραύσματα και σπασμένα καπάκια, ανακατεμένα με κομμάτια βράχων... ένας σωρός από αρχαία αντικείμενα ατάκτως ερριμμένα μες στους αιώνες, που δεν τολμούσα να διαταράξω. Τον πατέρα μου είχα να τον δω περισσότερο από ένα χρόνο. Έλαμπαν από συγκίνηση τα μάτια του. Στο κεφάλι φούντωναν τα σκουρόχρωμα μαλλιά του, αλλά πάνω στο φαρδύ, σαν περγαμηνή, μέτωπο του μπορούσες να διαβάσεις τα χαραγμένα στο πέρασμα των αιώνων γράμματα. Ένα από αυτά ήταν ήδη σχηματισμένο από την τελευταία φορά που τον είχα δει: το Λάμεδ, που σημαίνει «μαθαίνω και διδάσκω». Αυτό το γράμμα, το πιο ψηλό του εβραϊκού αλφαβήτου, το μόνο με τον άξονα να υπερβαίνει τη γραμμή προς τα πάνω, μοιάζει με την κλίμακα του Ιακώβ πάνω στην οποία οι άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν μελετώντας και μεταδίδοντας.
Δεν μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα, αλλά ήμουν ο γιος του, ο μοναχογιός του, και παρ' ότι σεβόταν το δρόμο που είχα διαλέξει, από τη μια πιεσμένος από δραματικές συνθήκες, από την άλλη συναινώντας, διότι αυτή ήταν η επιλογή μου, αυτή ήταν η ζωή μου, δεν έπαυε να υποφέρει από τον αποχωρισμό μας. Θα προτιμούσε να έμενα πιο κοντά του, στην Ιερουσαλήμ, παρ' όλο που, μετά τη στρατιωτική μου θητεία, είχα φύγει από το πατρικό μου για να πάω να μείνω στη συνοικία Μέα Σεαρίμ, τόπο κατοικίας των υπέρ - ορθόδοξων Εβραίων. Αλλά ακόμη κι αν δεν κατοικούσα κοντά του, θα προτιμούσε, αντί να ζω απομονωμένος στις σπηλιές του Κουμράν, να μένω στο Τελ-Αβίβ σαν οποιονδήποτε σύγχρονο Ισραηλίτη. Αλλά και στο Τελ-Αβίβ να μην ήταν, θα προτιμούσε να ζω έστω και σ' ένα κιμπούτς, στο βόρειο ή στο νότιο τμήμα της χώρας, σ' έναν τόπο, εν πάση περιπτώσει, όπου θα είχε τη δυνατότητα να έρχεται να με βλέπει, και όχι σ' αυτό το απρόσιτο μυστικό μέρος, οπού ζούσα ασκητικά. Κι εγώ, που αναρωτιόμουν πότε θα τον ξανάβλεπα, ένιωθα έντονα τη σπανιότητα της στιγμής αυτής. Χωρίς να το θέλω, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου.
— Λοιπόν, είπε ο πατέρας μου. Είμαι ευτυχής που σε ξαναβλέπω. Έχεις φιλιά από τη μητέρα σου.
— Τι κάνει;
— Μια χαρά, την ξέρεις καλά, είναι δυνατή αυτή! Ένιωθα τρυφερότητα για τη μητέρα μου, αλλά από τότε που αποφάσισα να ακολουθήσω το δρόμο της θρησκείας, μια άβυσσος ασυνεννοησίας είχε ανοιχτεί ανάμεσα μας. Για εκείνη, η οποία ήταν Ρωσίδα και άθεη, εγώ ήμουν θρήσκος, πράγμα που σήμαινε: τρελός, φανατικός, θρησκόληπτος.
Διότι, εδώ και δύο χρόνια, είχα προσχωρήσει σε μια μυστική σέκτα με ιδιαίτερες συνήθειες: στους «Εσσαίους». Το 2ο π.Χ. αιώνα, ορισμένοι άνδρες αποσύρθηκαν στην έρημο της Ιουδαίας, σε μια βραχώδη περιοχή ονομαζόμενη Κιρμπέτ Κουμράν κι εκεί έχτισαν κοινόβιο όπου μελετούσαν, προσεύχονταν, εξαγνίζονταν μέσω της βάπτισης, με στόχο την αναμονή του τέλους της Εσχάτης Ημέρας. Δεν έφτανε όμως αυτή η μέρα. Μετά το θάνατο του Ιησού και την εξέγερση των Εβραίων, η Ιστορία χάνει τα ίχνη τους. Ο καταυλισμός του Κιρμπέτ Κουμράν παραδίδεται στις φλόγες και ερημώνει. Πιστεύαμε πως σφαγιάστηκαν από τους Ρωμαίους ή ακόμη ότι ο πληθυσμός μετατοπίστηκε. Στην πραγματικότητα, είχαν καταφύγει σε απομονωμένες σπηλιές όπου συνέχιζαν να διαβιούν, μυστικά, εκεί όπου ζούσαν εν αγνοία των πάντων, αφοσιωμένοι στην προσευχή, στη μελέτη και στην αντιγραφή κειμένων της παράδοσης, και κυρίως, περιμένοντας και προετοιμαζόμενοι για το μέλλοντα κόσμο.
— Έλα, πες μου, τι νέα από τον έξω κόσμο;
— Το νέο, είπε ο πατέρας μου. Μια δολοφονία έγινε στην έρημο της Ιουδαίας, λίγα χιλιόμετρα από δω. Μια ανθρωποθυσία κατά κάποιον τρόπο. Ο Σίμωνας Ντελάμ με κάλεσε, για να σου μιλήσω, Άρι. Θα ήθελε να αναλάβεις την έρευνα. Ισχυρίζεται πως είσαι ο μόνος τόσο καλός γνώστης των Γραφών και συγχρόνως στρατιώτης.
— Μα, του απάντησα, δεν ξέρεις πως η αποστολή μου βρίσκεται εδώ, στις σπηλιές του Κουμράν;
— Η αποστολή σου, είπε ο πατέρας μου. Ποια αποστολή;
— Χθες, οι Εσσαίοι με εξέλεξαν. Με όρισαν Μεσσία τους.
— Σε εξέλεξαν, ξαναείπε ο πατέρας μου κοιτάζοντας με περίεργα, λες και τον ξένιζε το νέο που του ανήγγειλα.
— Πιστεύουν πως είμαι ο Μεσσίας που ανέμεναν. Τα κείμενα το γράφουν: η αποκάλυψη του Μεσσία θα συντελεστεί το έτος 5760, και το όνομα του θα είναι «το λιοντάρι». Το λιοντάρι είμαι εγώ. Εξάλλου, αυτό σημαίνει το όνομα που μου έδωσες.
— Καλά, είσαι τώρα έτοιμος ν' αφήσεις το έργο σου ως γραφέας και να βγεις από τις σπηλιές;
— Είμαι γραφέας, όχι ντετέκτιβ.
— Εσύ μου λες πως οι Εσσαίοι σε όρισαν Μεσσία: αυτό λοιπόν σημαίνει πως η αποστολή σου δεν είναι το γράψιμο αλλά η μάχη, ο αγώνας του Καλού ενάντια στο Κακό. Ο ρόλος σου στον πόλεμο των υιών του φωτός κατά των υιών του σκότους, είναι να βρεις το δολοφόνο και να τον πολεμήσεις.
Έτσι μίλησε ο πατέρας μου, και πίσω από τη διαλεκτική του σοφού αυτού άνδρα, δεν μου ήταν δύσκολο να αναγνωρίσω τον ιερέα, τον Κοέν. Δυο χρόνια νωρίτερα, είχα ανακαλύψει πως ο πατέρας μου υπήρξε ένας Εσσαίος, που είχε αποφασίσει να αφήσει τις σπηλιές όταν δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ για να πάει να ζήσει εκεί, και καταλαβαίνω γιατί αυτός ο άνδρας με την επιβλητική προσωπικότητα της πνευματικής δύναμης, του κουράγιου και της πίστης, είχε το φυσικό χάρισμα και τη θωριά πατριάρχη, υπογραμμισμένη από τα σκουρόχρωμα μαλλιά, το καλοσχηματισμένο μυώδες κορμί, τα φλογερά μαύρα μάτια στο πρόσωπο του, που έλαμπε από ένα μαγικό χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο που, την ίδια στιγμή, εξέπεμπε τη φωτισμένη πνευματικότητα μέσα στην οποία ζούσε και τη γαλήνη που του πρόσφερε η μελέτη των αρχαίων κειμένων.
— Λοιπόν, είπε ο πατέρας μου. Είσαι νέος. Μπορείς να αγωνιστείς. Έχεις τις απαιτούμενες γνώσεις και τη δύναμη να λύσεις αυτό το αίνιγμα. Εκτός κι αν επιθυμείς να μοιάσεις στον προφήτη Ιωνά, ξεφεύγοντας της αποστολής σου.
— Αυτές είναι οι δικές τους υποθέσεις, είπα.
— Δεν είναι οι δικές τους, αλλά η δική σας, η δική μας. Ο άνθρωπος αυτός θυσιάστηκε στον τόπο σας, στην περιοχή σας, φορώντας τα δικά σας παραδοσιακά ενδύματα. Κι αν δεν κινητοποιηθείς, μάθε πως οι έρευνες θα στραφούν προς εσάς, και δεν θα αργήσει να αποκαλυφθεί το μυστικό της ύπαρξης σας, ίσως και να σας ενοχοποιήσουν αναγκάζοντας σας να βγείτε από τις σπηλιές και να σας αλυσοδέσουν, αυτήν τη φορά μια για πάντα. Δεν είναι μόνο θέμα αγώνα, αλλά και δικής σας σωτηρίας.
— Είναι γραμμένο πως έχουμε καθήκον να απομακρυνθούμε από το δρόμο των κακών.
Τότε ο πατέρας μου πλησίασε το χειρόγραφο που εκείνη την ώρα αντέγραφα. Παλαιογράφος αρχαίων κειμένων ο ίδιος, ενδιαφερόταν για τις ανεξάρτητες φόρμες των γραμμάτων προκειμένου να προσδιορίσει την ακριβή χρονολόγηση αντιγραφής των κειμένων, παρά το γεγονός ότι η παλαιογραφία δεν συνιστά συγκεκριμένη επιστήμη, αφού κανένα χειρόγραφο δεν είναι σε θέση να αποτελέσει απόλυτο σημείο αναφοράς, ωστόσο ο πατέρας μου είχε τη δυνατότητα να ξεχωρίσει μέσα από τα κείμενα την εξέλιξη της μορφής των συμφώνων και να διαχωρίσει τη νεότερη γραφή από την παλαιότερη. Ό,τι αποκρυπτογραφούσε το θυμόταν, ξεχώριζε τέλεια τα χαρακτηριστικά κάθε αποσπάσματος που μελετούσε, την ποιότητα του δέρματος των χειρογράφων, την επεξεργασία που είχε αυτό υποστεί, το ύφος γραφής του αντιγραφέα, το μελάνι, τη γλώσσα, το λεξιλόγιο και τα θέματα. Οι γλωσσολογικές του ικανότητες του επέτρεπαν να διαβάζει το ίδιο καλά την ελληνική, όπως και τη σημιτική, τις επιγραφές σε σφηνοειδή γραφή και τις αιχμές των τόξων της χαναανικής γραφής, γραμμένες σε κείμενα φοινικικά, καρχηδονιακά, εβραϊκά, εδωμιτικά, αραμαϊκά, ναβατικά, παλμυρικά, θαμουδικά, σαφαϊδικά, σαμαριτικά ή χριστιανό-παλαιστινιακά. Με το δάχτυλο του έδειξε ένα απόσπασμα: Το χέρι του Κυρίου πάνω μου στάθηκε. Μέσω του πνεύματος Του εξήλθα και εν μέσω της κοιλάδος βρέθηκα: ήτο πλήρης οστών.
— Είναι γραμμένο, από το 2ο αιώνα, πως θα συμβεί αυτό κατά την Εσχάτη Ημέρα, είπε.
Συνόδευσα τον πατέρα μου μέχρι την έξοδο της σπηλιάς. Άνδρες περίμεναν απέξω. Ήταν νύχτα. Κάτω από το σεληνόφως μπορούσαμε να διακρίνουμε την απότομη βραχώδη ακτή που μας χώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο. Στο βάθος, μέσα στο σκοτεινό ορίζοντα, διαγράφονταν οι απόκρημνοι αργιλώδεις βράχοι που συνθέτουν το σεληνιακό τοπίο της Νεκράς θάλασσας. Εκεί, στο πλάτωμα των βράχων που προεκτείνονται μέχρι την είσοδο των σπηλαίων μας, αναγνώρισα τους δέκα άνδρες του ανωτάτου Συμβουλίου: ήταν ο Ισσάχαρ, ο Πέρες και ο Ιώβ, οι ιερείς Κοανίμ, και ο Ασβήλ, ο Εχί και ο Μουππίμ, οι Λευίτες, επίσης ο Γηρά, ο Νααμάν και ο Αραάς, ο υιός του Ισραήλ, ακολουθούμενοι από τον Λευί, τον ιερέα που με είχε μυήσει, άνδρα ώριμο στην ηλικία, με γκρίζα περιποιημένα μαλλιά, δέρμα σαν περγαμηνή χαραγμένο, μαυρισμένο από τον ήλιο, χείλη λεπτά και αγέρωχη περπατησιά. Προχώρησε προς το μέρος του πατέρα μου:
- Νταβίντ Κοέν, μη λησμονάς πως είσαι δέσμιος του μυστικού, είπε.
Ο πατέρας μου ένευσε συγκαταβατικά, και δίχως να πει λέξη άρχισε, ανάμεσα από τα ανοίγματα των βράχων, την άγρια κατάβαση που οδηγεί στο γνωστό κόσμο.
Το πρωί της επόμενης μέρας, έβγαλα τα ενδύματα του φωτός κι έβαλα την παλιά χασσιντική φορεσιά μου, που είχα να φορέσω εδώ και δυο χρόνια: ένα λευκό πουκάμισο και ένα μαύρο παντελόνι. Έπειτα έφυγα.
Προχώρησα μέσα στην έρημο, μόνος μέσα στην εξουθενωτική ζέστη, αναψοκοκκινισμένος, τυφλωμένος από το φως, διασχίζοντας βράχους και χαραγμένα απ' τις βροχές μονοπάτια, δίπλα από γκρεμούς και χαράδρες, διαλέγοντας δρόμο μυστικό και επικίνδυνο που μόνο οι Εσσαίοι γνωρίζουν.
Μπρος στα μάτια μου λαμπύριζε η μεγάλη αλμυρή λίμνη, που απλώνεται σε βάθος τετρακοσίων μέτρων από τη στάθμη της θάλασσας, όπου από τη μεγάλη θερμότητα το νερό εξατμίζεται και η θάλασσα παίρνει γεύση ακόμα πιο πικρή. Την αποκαλούν Νεκρά θάλασσα διότι τα νερά της ελάχιστα βοηθούν στην ανάπτυξη έμβιων οργανισμών κι έτσι δεν υπάρχουν ούτε ψάρια, ούτε φύκια, ούτε καράβι, και ακόμα πιο σπάνια άνθρωποι.
Τα Σόδομα, στα νότια, τα κατεστραμμένα Σόδομα, τεκμήριο του κατακλυσμού που κάποτε τιμώρησε την περιοχή. Και οι θειαφένιες οσμές, και οι τρομακτικές μορφές σχημάτων φιλοτεχνημένες στην άμμο, και τα βράχια να αποκαλύπτουν το βασίλειο της Καταστροφής. Την αρχή του τέλους. Γι' αυτό, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, οι Εσσαίοι ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν σ' αυτή την έρημο που απλώνεται ανατολικά της Ιερουσαλήμ μέχρι τα κοιλώματα του Γκορ και του Ιορδάνη και της Νεκράς θάλασσας, μέσα σ' αυτή την ήρεμη και σιωπηλή έρημο όπου μπορούσες να πιστέψεις στην Εσχάτη Ημέρα. Νότια της ερήμου μας, ακολουθεί μια άλλη, και νοτιά της μια άλλη ακόμα: εκεί όπου ο Μωυσής παρέλαβε τις Δέκα Εντολές. Και σε καθεμιά από αυτές τις έρημους, μένουν ανέπαφοι οι βοσκοί, μάρτυρες του χρόνου, και οι άνθρωποι αποσύρθηκαν από τον κόσμο για να κατοικήσουν και να κατοικηθούν από αυτόν.
Ήταν πια μεσημέρι όταν έφτασα στον τόπο του εγκλήματος. Στην ελώδη περιοχή, η ζέστη ήταν αποπνικτική.
Πέρασα μπροστά από τις σπηλιές όπου είχαν βρεθεί υπολείμματα χιλιάδων χειρογράφων που ανήκαν στην αίρεση μας, χρονολογούμενα ορισμένα από τον 3ο π.Χ. αιώνα. Το πρώτο πιθάρι βρέθηκε το 1947. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η παράξενη ιστορία των χειρογράφων της Νεκράς θάλασσας: η μέχρι τότε συγκλονιστικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη. Από την εποχή που είχαν ξεκινήσει οι ανασκαφές κι από εκείνον τον καιρό που πηγαίναμε για προσκύνημα στην περιοχή, δεν φανταζόμαστε ότι κάτω από τον ήλιο της Ιουδαίας μπορούσε να βρεθεί κάτι καινούργιο. Επί δύο χιλιετίες, οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα από αυτόν το θησαυρό, αγνοώντας ότι τα χειρόγραφα που χρονολογούνταν από την εποχή του Ιησού, θαυμαστά διατηρημένα μέσα σε πιθάρια, βρίσκονταν πάντα εκεί, καλά φυλαγμένα στις σπηλιές του Κουμράν, στην Έρημο της Ιουδαίας, δίπλα από τη Νεκρά θάλασσα, τριάντα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ.
Όταν, το 1999, ο Μέγας Ιερέας Ωσηέ, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην αποκάλυψη των χειρογράφων του Κουμράν, βρέθηκε σταυρωμένος μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία της Ιερουσαλήμ, η προσωπική μου ιστορία διασταυρώθηκε μ' εκείνη των χειρογράφων της Νεκράς θάλασσας. Του είχαν κλέψει ένα από αυτά τα χειρόγραφα και ο Σίμωνας Ντελάμ, αρχηγός του ισραηλινού στρατού, είχε έρθει να βρει τον πατέρα μου ζητώντας του να τον βοηθήσει σ' αυτή την έρευνα. Κι εγώ, ο Άρι, ο γιος του, τον είχα ακολουθήσει.
Εκεί, μέσα σ' αυτές τις σπηλιές, είχα ανακαλύψει ότι, από γενεά σε γενεά, ζούσαν άνθρωποι, μακριά από όλους, αντιγράφοντας τους δερμάτινους παπύρους που αποτελούσαν τα ιερά κείμενα τους.
……………………….»
Σημείωση της μεταφράστριας:
1. Scriptorium: η αίθουσα μέσα στην οποία εργάζονται οι αντιγραφείς αρχαίων κειμένων (κυρίως σε μοναστήρια).
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα