HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Τραβέρσο

Topic #703 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 17 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #3903 • 20 Jun 2006, 08:17 UTC
Πηγή: η ποιητική συλλογή «Τραβέρσο» σε ΙΓ’ ανατύπωση του Ιουλίου 2005 από τις εκδόσεις «Άγρα», Φωκιανού 7 – Στάδιο, 11635 Αθήνα, τηλ.: 210 7011461, fax: 210 7018468, www.agra.gr, info@agra.gr. ISBN: 960-325-039-2



FRESCO

O Fra Giovanni σιωπηλός oδήγαε τη γραφίδα.rnΤο αγγελικό σου πρόσωπο χυμένο στη σπουδή.rnΟρθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σα νεροφίδα,rnέτριβε τ' άγια χρώματα σε πέτρινο γουδί.

Όργανο, σε ξεχάσανε σε ποιά κλειστή ροτόντα,rnπου δεν την ελειτούργησε λιβάνι και παπάς;rnΑπό νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.rnΌθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δε χτυπάς.

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.rnΧρυσόβουλη βαστάω γραφή κι ένα πουγγί φλουριά.rnΣκύβεις, κοιτάζεις το νερό πού ρέει στο καναλέτο,rnγυρνάς, διώχνεις το δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι. Αμαρτωλός σε φρέσκο του Ανωνύμου,rnχυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,rnτο αυτί κομμένο, κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μουrnστη ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός, ωραίος όπως εσύ, ψηλός, porca miseria!rnτο σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή. rnΧαϊδεύει τα δυο χέρια σου, τα ευλογημένα χέρια,rnπέφτει το ράσο του, ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί.

Με το καράβι του Θησέα σ’ αφήσαμε στη Νάξο.rnΓυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.rnΣε ποιές σπηλιές εκρύφτηκες και πώς να σε φωνάξω;rnΚοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλεςrnσου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τά προικιά.rnΜα τά 'πιε ανεμορούφουλας απ’ έξω από τις Μύλεςrnκαι ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου, Θιακιά.

Sydney 1955

rnΓΥΝΑΙΚΑ

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.rnΠαίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.rnΑλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.rnΤο φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.rnΜια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.rnΤο χέρι σου, πού χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,rnγια μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.rnΤην τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.rnΠοιός σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,rnπου γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.rnΓιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.rnΚαβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,rnπρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.rnΤί με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες.rnΣτην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσειrnτη νύχτα πού θεμελίωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.rnΚοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν. rnΑνάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικόrnέχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.rnΓυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.rnΤα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοίrnμες στου Giorgione τo αργαστήρι.

Πέτρα θα τού 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.rnΤί σού 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.rnΣτερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.rnΑμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.rnΔιψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.rnΕδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένωrnως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΙΝΔΙΚΟΠΛΕΥΣΤΗ

Στη Ρένα Ανδρεάδη

Τριγυριστής της Ινδικής στα νιάτα του o Κοσμάς,rnπίστεψε στα γεράματα πώς θα καλογερέψει.rnΚυρά θαλασσοθάνατη, στα χέρια του έχεις ρέψει,rnπου στα στερνά τα μάρανε το αλέτρι κι ο κασμάς.

Όπου έφτασες, κάθε χρονιά θερίζουν τρεις φορές.rnΤην Ταπροβάνη εδιάλεξε κι είχες καιρό ποδίσει.rnΤώρα μασάς αμύγδαλα και προσφορές ξερές,rnκαι το λιβάνι οσμίζεσαι πού μοιάζει με χασίσι.

Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά,rnΣιγκαλινές με στήθη ορθά, τριγύρω σου λεφούσια.rnΕδώ λυγίζεις το κορμί με τ' αχαμνά μεριάrnκαι προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα.

Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί,rnόπου της μάγισσας ο γιος θ' αντάμωνε το στόλο.rnΈλυνε κείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί.rnΜα εσύ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.

Μπροστά σου τρεις ελέφαντες ντυμένοι στα χρυσά,rnόξω απ' του Βούδα τη σπηλιά, ψηλά στην Κουρνεβάλα.rnΤώρα σκοντάφτεις, Γέροντα, στου δρόμου τα μισάrnκαι πας για να λειτουργηθείς σε γάιδαρο καβάλα.

Μαζεύει ο ναύτης τον παρά κουκί με το κουκίrnκαι πολεμά σε ψήλωμα να στήσει το αγκωνάρι.rnΆλλοι σαλπάρουν Αύγουστο για Νότιο Σινική rnκαι το γλεντάν στο Βοθνικό, Δεκέμβρη και Γενάρη.

Όταν πιστεύω θάλασσα μονάχα και βυθόrnκαι προσκυνάω για κόνισμα έναν παλιό αστρολάβο,rnπες μου, στην άγια πίστη σου, πώς να προσευχηθώ;rnσε ποιόν να ξομολογηθώ και που να μεταλάβω;

Ο Θεός είναι πανάγαθος, Κοσμά, και συχωρά,rnόμως γδικιέται αμείλιχτος ο γέρο-Ποσειδώνας.rnΤό 'δανε λένε βουτηχτές : του σαλαχιού ή ουράrnνα γαργαλάει, στα χαμηλά, τα χείλια της στρειδώνας.

rns/s Apollonia 1967



Χρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →