Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.fhs.gr/public/logotexnia04.jpg
Από την πρώτη συλλογή («Το φως που καίει»), μέρος πρώτο, «Ο μονόλογος του Μώμου»:
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣrn(απάνου από τον Κάφκασο)
rnΩ! Ωώ !...
Τι μέγα βάρος σήμερα βουλιάζει τον ουρανό ! Ανάλαμπος και κρύος του ήλιου ο δίσκος, σαν από ξερό πηλό, θαρρείς, όπου και νά ‘ναι, θα πέσει απάνου στ' αντικρινά τα βράχια και θα γίνει θρούψαλα... Πόσο πνιχτά ανασαίνουνε της γης τα σπλάχνα, που κάποτε με ξεπετάξανε στον ανοιξιάτικον αέρα μ' ένα χαρούμενο σπασμό!... Πώς κρέμονται μέσα στα βάραθρα, τα σκοτεινά νερά, άνηχα κι ανάφριστα σαν πετρωμένα!...rnΜε φτάνει από μακριά ένα κλάμα σφαγερό.rnΠοιός νά ‘ναι;
Κατά σένα, όπου και νά ‘σαι, άγνωστε αδερφέ, δε μ’ αφήνουνε τα καρφιά μου να στραφώ. Λιγάκι να σαλέψω, με δαγκάνουν αγριεμένα σαν τα φίδια, που τα πατάει κανείς την ώρα, που κοιμούνται.rnΌμως απάνου από τις άβυσσες και δώθε από τα μάκρη σε νιώθουνε πολύ ζεστά, κατάσαρκα, οι πληγές μου...rnΜπορεί νά ‘ναι κ' η δικιά μου η φωνή, πού μου την ξαναστέλνουν πίσου τα σκοτάδια των βυθών...
rn… κι από λίγο πιο κάτω:
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μου φαίνεται, πώς έχω καρφωθεί και ριζώσει απάνου στο Χρόνο. Και φέβγω και ξανάρχομαι ακατάπαφτα μαζί του, χωρίς να κουνιέμαι από τη θέση μου.rnΜάνα μου Γης!rnΞανακλείσε με για μια στιγμή μονάχα μέσα στ' απέραστα βάθια της κοιλιάς σου! Κοίμισε με για μια στιγμή μέσα στην απεραντοσύνη και την κρυάδα της ύλης σου!rnΜ' αγαπάς το λοιπόν λιγότερο από τις πέτρες σου;
rnΑπό το «Μέρος δέφτερο», «Ιντερμέδιο»:
Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
Μες σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ' τις μουσικέςrnκι αστράβαν απ' τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,rnστα μάγουλα μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιέςrnγλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές.rnΣτην κρυσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.
Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή:rnτου κόρφου μου τ' αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.rnΩσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,rnσαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.rnΟ έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα...
rnΑπό τη συλλογή «Σκλάβοι πολιορκημένοι», «Μέρος δέφτερο, Ο πόλεμος»:
Ο ΑΝΤΡΑΣ
………………..
Μεγάλη γης κι απέραντη, γεμάτη το τραγούδι,rnπού βρίσκει αγέρα το πουλί, ραγάδα το μαμούδι,
δεν είτανε ρημόνησο, για σπήλιο μες τα δάση,rnεκεί κι ανθρώποι και θεοί να μ' είχανε ξεχάσει;
rnΑπό τη συλλογή «Ποιήματα»:
rnΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ
…………………
Κ' έλεα: όταν μιαν ημέραrnπαρασφίξουνε τα γέρα, rnθα ξεκουραστώ κ' εγώ,rnτου θεού τ' αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!rnθα μου δώσουνε μια κόχη,rnλίγο πιόμα και σανό,rnσύνταξη τόσω χρονώ!
Κι όταν ένα καλό βράδιrnθά τελειώσει μου το λάδιrnκι αμολήσω την πνοήrn(ένα πουφ ! είν' η ζωή),
η ψυχή μου θενά δράμειrnστη ζεστή αγκαλιά τ' Αβράμη,rnτ' άσπρα, τ' άχερένια τουrnνα φιλάει τα γένια του!...
Γέρασα κι ως δε φελούσαrnκι αχαΐρευτος κυλούσα,rnμε πετάξανε μακριάrnνα με φάνε τα θεριά.
Κωλοσούρθηκα καί βρίσκωrnστη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:rn —«Χαίρε φως αληθινόνrnκαι προστάτη των κτηνών !
Σώσε το γέρο κυρ Μέντηrnαπ' την αδικιά τ' αφέντηrnσυ πού δίδαξες αρνίrnτον κυρ λύκο να γενεί!
Το σκληρόν αφέντη κάνεrnαπό λύκο άνθρωπο κάνε!...»rnΜα με την κουβέντ' άφτήrnπόρτα μού ‘κλεισε κι αφτί.rn………………………….
rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα