HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Απόδραση φυλακισμένων μέσω σπηλαίου

Topic #580 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 27 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #3254 • 31 Mar 2006, 15:08 UTC
Πηγή: Το μυθιστόρημα «Τα τέκνα του πλοίαρχου Γκραν» του Ιουλίου Βερν (“Les enfants du capitaine Grant”, Jules Ve
es) σε διασκευή Γ. Τσουκαλά από την «κλασσική» σειρά των εκδόσεων «Αστήρ», Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10, Αθήναι 1974

«……………………
Τη στιγμή ακριβώς που ο ήλιος βασίλευε, ωδήγησαν πάλι τους αιχμαλώτους στην καλύβα, που τους χρησίμευε για φυλακή. Εκεί θά 'μεναν ώσπου να ξημέρωνε.
Τους έμενε, λοιπόν, μια νύχτα, για να προετοιμαστούν για το θάνατο.
— Πρέπει να φάμε και ν' ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας, είπε ο Γκλέναρβαν, για να δείξουμε σ' αυτούς τους αγριανθρώπους πώς πεθαίνουν οι Ευρωπαίοι.
Μετά το φαγητό, η λαίδη Έλενα προσευχήθηκε δυνατά, κι όλοι την άκουσαν μ' ευλάβεια και συγκίνηση. Έπειτα, οι δυο γυναίκες πήγαν και ξάπλωσαν σε μιαν άκρη της καλύβας, και σε λίγο αποκοιμήθηκαν.
Ό Γκλέναρβαν τράβηξε τότε παράμερα τους άλλους και τους είπε:
— Φίλοι μου, η ζωή μας βρίσκεται τώρα στα χέρια του Θεού. Ο Θεός ξέρει γιατί πρέπει να πεθάνουμε... Ας γίνη το θέλημα του... Όμως ο θάνατος μας θα είναι φριχτός. Τζων, υποσχέθηκες στη Μαίρη το ίδιο που υποσχέθηκα κι εγώ στην Έλενα. Αλλ' είμαστε χωρίς όπλα...
— Να ένα, απάντησε ο νεαρός πλοίαρχος, βγάζοντας από τη ζώνη του ένα μαχαίρι. Το πήρα από τον Καρά -Τετέ, την ώρα που κυλίστηκε στο χώμα, χτυπημένος από τη σφαίρα σου. Όποιος από τους δυό μας μείνη τελευταίος, μυλόρδε, θα εκπλήρωση την επιθυμία της λαίδης Έλενας και της μίς Μαίρης.
— Φυλάχτε για την ύστατη στιγμή αυτό το τελευταίο μέσον, φίλοι μου, τους είπε ο ταγματάρχης. Ξάπλωσαν έπειτα κι αυτοί να κοιμηθούν. Κατά τις τέσσερεις το πρωί, ο Μάκ Νάμπς, που λαγοκοιμόταν, άκουσε έναν κρότο, πίσω από την πλευρά της καλύβας, που στηριζόταν πάνω στο βράχο. Πρόσεξε καλύτερα, και του φάνηκε πώς έξυναν ή έσκαβαν το έδαφος απ' έξω.
Ο ταγματάρχης πήγε τότε, σέρνοντας, κοντά στον Γκλέναρβαν και στον Τζών Μάγκλ, που δεν τους έπιανε ύπνος, και τους ψιθύρισε:
— Ακούστε...
Ό κρότος εκείνος απ' έξω ακουγόταν τώρα πιο καθαρός.
— Θά 'ναι κανένα ζώο στη φωλιά του, είπε ο Τζών Μάγκλ.
— Αν όμως είναι άνθρωπος; είπε ξαφνικά ό Γκλέναρβαν. Ποιός ξέρει...
— Ζώο ή άνθρωπος, πρέπει να μάθω, μουρμούρισε ο ταγματάρχης.
Ξύπνησαν και τους άλλους κι άρχισαν να σκάβουν με τα νύχια τους, το χώμα, προς το μέρος απ' όπου ακουγόταν ο κρότος εκείνος. Μόνο ο Μυλρέντυ είχε μείνει πίσω από την ψάθα της πόρτας, για να παρακολουθή τους ιθαγενείς, που φύλαγαν σκοποί.
Το χώμα ήταν μαλακό κι ευκολότριφτο, κι έτσι γρήγορα άνοιξαν μια μεγάλη τρύπα. Άκουγαν τώρα πιο καθαρά τον κρότο απ' έξω, που δεν είχε σταματήσει, και φαινόταν ότι μικρό μόνο κομμάτι γης τους χώριζε. Ξαφνικά, ο ταγματάρχης τράβηξε το χέρι του, που είχε κοπή, και με κόπο συγκράτησε μια κραυγή πόνου. Ο Τζών Μάγκλ πρόφτασε τότε κι άρπαξε ένα χέρι μικρό, γυναίκας ή παιδιού, πάντως χέρι Ευρωπαίου, που είχε προβάλει από την ανοιγμένη τρύπα.
— Μήπως είναι ο Ρόμπερτ; ψιθύρισε ο Γκλέναρβαν.

Η Μαίρη, που δεν κοιμόταν, τον άκουσε, σύρθηκε ως εκεί, άρπαξε το χεράκι εκείνο, κι άρχισε να το φιλάη.
— Εσύ, Ρόμπερτ μου; ψιθύρισε με συγκίνηση.
— Εγώ, ναι, αδελφούλα μου, απάντησε εκείνος απ' έξω. Είμαι εδώ και θα σας σώσω όλους. Σωπάτε όμως... Προσέχετε τους ιθαγενείς απ' έξω...
Ο Μυλρέντυ, που παραμόνευε, πίσω από την ψάθα της πόρτας, τους είπε σιγά:
— Μόνο τέσσερεις μένουν ακόμα ξύπνιοι. Οι άλλοι έχουν αποκοιμηθή.
Συνέχισαν το σκάψιμο, με μεγαλύτερη επιμονή τώρα, και, σε λίγο, ο Ρόμπερτ μπόρεσε να μπη μέσα στην καλύβα, από την τρύπα που είχε ανοιχτή. Γύρω από τη μέση του, είχε τυλιγμένο ένα μακρύ σχοινί από φόρμιο.
— Παιδί μου, καλό μου παιδί, μουρμούρισε η λαίδη Γκλέναρβαν, σφίγγοντας τον στην αγκαλιά της, δε σε σκότωσαν, λοιπόν, οι άγριοι, όπως φοβηθήκαμε...
—Όχι, κυρία, δεν με σκότωσαν, απάντησε ο Ρόμπερτ. Τη στιγμή, που έγινε εκείνη ή αναταραχή, ξέφυγα, κι εγώ δεν ξέρω πώς, (βγήκα από το φράχτη, και, δυο μέρες τώρα, ήμουνα κρυμμένος πίσω από κάτι δεντράκια. Τη νύχτα, σερνόμουν ως εδώ, για να δω πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω. Έκλεψα από μιαν αδειανή καλύβα ένα μαχαίρι κι ένα σχοινί, σκαρφάλωσα ως την κορυφή του λόφου, οπού είναι χτισμένη ή καλύβα σας, και βρήκα μια σπηλιά, που έφτανε σχεδόν ως εδώ. Έτσι δε χρειάστηκε να σκάψω παρά λίγο μαλακό χώμα, για να σας βρω...). Ας φύγουμε όμως τώρα...
— Ο Παγκανέλ είναι κάτω; τον ρώτησε ο Γκλέναρβαν.
— Ο Παγκανέλ; είπε το παιδί, παραξενεμένο.
— Ναι, μας περιμένει κάτω;
— Όχι, μυλόρδε. Πώς; Δεν είναι εδώ ο κύριος Παγκανέλ;
— Όχι, Ρόμπερτ μου, απάντησε ή Μαίρη.
— Δεν τον είδες, λοιπόν; τον ξαναρώτησε ο Γκλέναρβαν. Δε φύγατε μαζί;
— Όχι, μυλόρδε, απάντησε ο Ρόμπερτ, καταλυπημένος, που μάθαινε την εξαφάνιση του γεωγράφου.
— Ας φύγουμε, πρότεινε ο ταγματάρχης. Δεν έχουμε ούτε στιγμή να χάνουμε. Όπου κι αν είναι ο Παγκανέλ, χειρότερα από μας, βέβαια, δε θά 'ναι. Ας φύγουμε, λοιπόν...
Πραγματικά, οι στιγμές ήσαν πολύτιμες. Μεγάλες δυσκολίες δεν παρουσίαζε ή δραπέτευση τους. Μόνο που, κάτω από τη σπηλιά εκείνη για την οποία τους είχε μιλήσει ο Ρόμπερτ, ήταν μια κατηφοριά κοφτή, σχεδόν κάθετη, ως τρία μέτρα. Έπειτα, η πλαγιά του λόφου ήταν βατή, κι από κει θα μπορούσαν να φτάσουν γρήγορα κάτω, στην κοιλάδα, όπου, για να τους φτάσουν οι Μαορί, έπρεπε να κάνουν μεγάλο γύρο, χάνοντας ώρα.
Πέρασαν, ένας - ένας, από την δίοδο, που είχαν σκάψει, και βρέθηκαν μέσα στη σπηλιά. Ο Τζών Μάγκλ, που βγήκε τελευταίος, φρόντισε να ξαναβουλώση τη δίοδο με χώματα για να μη την δουν οι άγριοι, μπαίνοντας μέσα στην καλύβα.
Αν δεν είχε φέρει μαζί του ο Ρόμπερτ εκείνο το μακρύ σχοινί, δε θα μπορούσαν να κατέβουν από την κοφτή αυτή κατηφοριά. Τό 'δεσαν, λοιπόν, σ' ένα βράχο, κι έπειτα άρχισαν να κατεβαίνουν, πρώτος ο Ρόμπερτ, επειδή ήξερε το μέρος εκείνο, έπειτα ο λόρδος Γκλέναρβαν με τη λαίδη Έλενα, κ' ύστερα οι άλλοι.
Όταν όλοι βρέθηκαν κάτω, προχώρησαν γρήγορα, μέσα από τα δέντρα, κι άρχισαν ν' ανεβαίνουν το βουνό. Πού πήγαιναν; Όπου τους έβγαζε ή τύχη.
Κατά τις πέντε, άρχισε να χαράζη. Σε λίγο, θα 'βγαινε ο ήλιος. Έπρεπε, λοιπόν, ν' απομακρυνθούν όσο μπορούσαν περισσότερο από την επικίνδυνη εκείνη περιοχή.
Για μισή ώρα ακόμα, οι δραπέτες βάδισαν στην τύχη. Δεν ήταν εκεί ο Παγκανέλ να τους οδηγήση. Τραβούσαν, ωστόσο, προς τ' ανατολικά.
Βγήκε τέλος ο ήλιος, και, ξαφνικά, ακούστηκαν δυνατά ουρλιάσματα. Οι Μαορί είχαν ανακαλύψει τη δραπέτευση τους. Η ομίχλη, πού σκέπαζε ως εκείνη την ώρα τη γη, διαλύθηκε, κ' είδαν τους ιθαγενείς συγκεντρωμένους στο φρούριο τους να χειρονομούν και να φωνάζουν σαν λυσσασμένοι. Μα κ' οι άγριοι τους είδαν, κι έτρεξαν, από διάφορα μονοπάτια, να τους κυνηγήσουν.
………………………..»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →