HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Το θαυμάσιο σπήλαιο

Topic #533 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 31 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #2974 • 09 Mar 2006, 15:00 UTC
Το θαυμάσιο σπήλαιο

Πηγή: Το μυθιστόρημα «Το αστέρι του νότου» του Ιουλίου Βερν (“L’ etoile du sud”, Jules Ve
es, 1884) σε μετάφραση Δημ. Μπουά από την «κλασσική» σειρά των εκδόσεων «Αστήρ», Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10, Αθήναι 1974.

«…………………..

Ο Τονάια, έδωσε μερικές χαμηλόφωνες διαταγές κι αμέσως η αυλή σηκώθηκε στο πόδι κ' οι πολεμιστές παρατάχτηκαν σε δυο σειρές. Μερικοί υπηρέτες έφεραν κομμάτια από λεπτά υφάσματα που θα χρησίμευαν για να δέσουν τα μάτια των δύο ξένων. Έπειτα ο βασιλιάς πήρε θέση μεταξύ τους στο βάθος ενός ψάθινου φορείου που μερικές δωδεκάδες Κάφρων φορτώθηκαν στη ράχη τους κ' ή πομπή ξεκίνησε.
Το ταξίδι ήταν αρκετά μακρυνό. Τουλάχιστο δυο ώρες δρόμος. Από το είδος των τιναγμάτων του φορείου, ο Μπαρθές κι ο Κυπριανός μπόρεσαν να κρίνουν ότι τους μετέφεραν σε μια περιοχή ορεινή. Έπειτα μια μεγάλη δροσερότης του αέρος κι ο ήχος των βημάτων της ακολουθίας που αντηχούσε σε τοίχους κοντά ο ένας στον άλλο, άφησαν να φανεί ότι μπήκαν σ' ένα υπόγειο. Έπειτα τουλίπες από καπνό πού μύριζε ρετσίνι, πού η μυρωδιά του έφθανε στη μύτη τους, έδωσε στους δυο φίλους να καταλάβουν ότι είχαν ανάψει πυρσούς για να φωτιστή η πομπή. Η πορεία κράτησε ένα ακόμα τέταρτο της ώρας κι αμέσως το φορείο τοποθετήθηκε καταγής. Ο Τονάια βοήθησε τους ξένους του να κατέβουν και παράγγειλε να τους λύσουν τα μάτια.
Η απότομη επιστροφή από το σκοτάδι στο φως, έπειτα από ένα παρατεταμένο σταμάτημα των λειτουργιών της οράσεως, δημιούργησε στον Μπαρθές και στον Κυπριανό ένα είδος εκστατικής παραισθήσεως, τόσο το θέαμα πού παρουσιάστηκε στα μάτια τους ήταν ταυτόχρονα λαμπρό κι απροσδόκητο.
Κ' οι δυο βρίσκονταν στη μέση μιας απέραντης σπηλιάς. Το έδαφός της ήταν σκεπασμένο με άμμο ψιλή κουκισμένη με χρυσάφι. Ο θόλος της ήταν ψηλός σαν εκείνον μιας γοτθικής μητροπόλεως και χανόταν σε βάθη απρόσιτα στην όραση. Τα τοιχώματα της φυσικής αυτής κατασκευής ήταν στολισμένα με σταλαχτίτες με χρωματισμούς μεγάλης ποικιλίας και αφάνταστου πλούτου, πού πάνω τους οι αντανακλάσεις των πυρσών έριχναν φωτιές ουράνιων τόξων, ανακατεμένες με ανταύγειες λάμψεων και με ακτινοβολίες από βορινά σελαγίσματα.
Χρώματα τα πιο ανταυγαστικά, σχήματα τα πιο περίεργα, μεγέθη τα πιο απίθανα, έδιναν το χαρακτηριστικό των απειράριθμων αυτών κρυσταλλώσεων.
Βράχοι από αμέθυστο, τοιχώματα από σαρδόνυχα, στοές από ζαφείρι, βαθειές κι ωρθωμένες σαν δάση ελάτων, παγόβουνα από σμαράγδια πράσινα θαλασσί, πολύφωτα σε μπλε τουρκοάζ, καθρέφτες από οπάλιο, αλάβαστροι ρόδινοι, πέτρες σε χρώμα μπλε με φλέβες χρυσές, κάθε τι το πιο πολύτιμο που μπορεί να προσφέρη ή κρυστάλλωση, άλλα και το πιο σπάνιο και το πιο διάφανο και το πιο εκθαμβωτικό, είχε χρησιμοποιηθή για υλικό σ' αυτή την εκπληκτική αρχιτεκτονική.
Ο Μερέ δεν είχε τώρα πια καμμιάν αμφιβολία. Είχε μεταφερθή σε μια από τις μυστηριώδεις εκείνες δεξαμενές πού την ύπαρξη τους την είχε υποψιαστή από πολύν καιρό, που στο βάθος τους η φύση, φιλάργυρη, είχε αποθησαυρίσει κι αποκρυσταλλώσει μαζικά τα πολύτιμα αυτά κράματα που δεν τα παραχωρεί στον άνθρωπο, μέσα στα πιο προνομιούχα κοιτάσματα, παρά σε απομεινάρια μονωμένα κι αποσαθρωμένα. Κάποια στιγμή, κάτω από τον πειρασμό να βάλη σε αμφιβολία την πραγματικότητα που είχε κάτω από τα μάτια του, τού 'φτασε, περνώντας κοντά από έναν τεράστιον όγκο κρυστάλλου, να τον τρίψη με το δαχτυλίδι του για να πεισθή ότι είχε αντοχή στο ράγισμα. Ήταν, λοιπόν, διαμάντι, ρουμπίνι, ζαφείρι εκείνο που έκλεινε ή τεράστια αυτή κρύπτη και σε μάζες τόσο πλούσιες πού ή αξία τους, στις τιμές πού καθορίζουν οι άνθρωποι γι' αυτού του είδους τα μεταλλευτικά υλικά, πρέπει να ξεφεύγη από κάθε υπολογισμό.
Μονάχα αστρονομικοί αριθμοί θα μπορούσαν να παραστήσουν την αξία αυτή κατά προσέγγισιν. Πραγματικά υπήρχαν εκεί, χωμένα κάτω από τη γη, αγνοημένα κι ακαρποφόρητα τρισεκατομμύρια και τετράκις εκατομμύρια δισεκατομμυρίων αξίας.
Ο Τονάια γνώριζε τάχα τον άφθονο πλούτο που είχε στη διάθεση του; Μάλλον απίθανο, γιατί ο Μπαρθές, λίγο εξοικειωμένος μ' αυτά τα πράγματα, δε φαινόταν κι αυτός ακόμα να υποψιάζεται, έστω και για μια στιγμή, ότι τα θαυμάσια αυτά κρύσταλλα ήσαν πέτρες αληθινές. Αναμφιβόλως ο μαύρος βασιλιάς πίστευε τον εαυτό του απλώς κύριο και φύλακα μιας σπηλιάς ιδιαίτερα περίεργης, που ένα τάμα ή κάποια άλλη πρόληψη που πήγαζε από παράδοση, απαγόρευε ν' αποκαλυφθή το μυστικό της.
Εκείνο που φάνηκε να επικυρώνη τη γνώμη αυτή, ήταν η παρατήρηση που σε λίγο έκαμε ο Κυπριανός πάνω στο μεγάλο αριθμό από σωρούς ανθρώπινων οστών, στοιβαγμένων σε μερικές γωνιές του σπηλαίου. Ήταν, λοιπόν, εκεί ο τόπος της ταφής των νεκρών της φυλής ή τυχόν είχε χρησιμοποιηθή και χρησιμοποιόταν ακόμα για τελετές ωρισμένων φρικτών μυστηρίων, στα οποία χυνόταν αίμα ανθρώπινο, ίσως για σκοπούς καννιβαλικούς;
Σ' αυτή την τελευταία γνώμη απόκλινε κι ο Μπαρθές και το είπε στο φίλο του χαμηλόφωνα.
- Ωστόσο ο Τονάϊα με βεβαίωσε πως, αφ' ότου ανέβηκε στο θρόνο, ποτέ δεν έγινε μια τέτοια τελετή, πρόσθεσε. Αλλά, ομολογώ πως το θέαμα αυτών των σειρών κοκκάλων κλονίζει βαθειά την πεποίθηση μου.
Κ' έδειξε έναν τεράστιο σωρό, που φαινόταν πως ήταν πρόσφατος και που πάνω του ήταν εμφανή τα σημάδια του ψησίματος.
Ο βασιλιάς κ' οι δυο ξένοι του πλησίαζαν πια προς το βάθος της σπηλιάς, μπροστά στο άνοιγμα ενός ρήγματος πού θα μπορούσε να συγκριθή μ' ένα από κείνα τα κάθετα παρεκκλήσια πού φτιάχνουν στα κάτω τμήματα των ναών ρυθμού βασιλικής. Πίσω από ένα σιδερένιο καγκελλωτό πού έφραζε την είσοδο, ήταν ένας αιχμάλωτος κλεισμένος σ' ένα ξύλινο κλουβί, πλατύ όσο χρειαζόταν για να κάθεται αυτός καθιστός και καθώς φαινόταν καλά, ήταν προορισμένος ν' απόκτηση πάχος για να φαγωθή πιο μπροστά.
Ήταν ο Ματακίτ.

………………………»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →