HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Η σπηλιά του Δον Κιχώτη

Topic #495 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 43 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #2775 • 21 Feb 2006, 20:57 UTC
Η σπηλιά του Δον Κιχώτη

Σχόλιο: τη χρονιά που πέρασε (έτος 2005) συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από την πρώτη έκδοση του πρώτου μέρους του «Δον Κιχώτη» του Μιγκέλ Θερβάντες (πλήρης τίτλος: «Ο χαρισματικός ιδαλγός Δον Κιχώτης από τη Μάντσα» - “El Ingenioso Hidalgo Don Quijote De La Mancha” – Miguel de Cervantes Saavedra, 1547 – 1616). To γεγονός γιορτάσθηκε με πολλές εκδηλώσεις σε όλον τον κόσμο και στην Ελλάδα. Η θεματική ενότητα «Σπήλαια και Λογοτεχνία» συμμετέχει – έστω και αναδρομικά – παραθέτοντας ένα απόσπασμα του πιο γνωστού (ίσως) μυθιστορήματος στον κόσμο, που περιέχει – τι άλλο; - αναφορά σε σπήλαιο!!!
Πηγή: η δίτομη έκδοση του «Εξάντα», Διδότου 59, 10681 Αθήνα, τηλ. 210 3604885, fax: 210 3613065, ISBN: 960-256-192-0, με εισαγωγή, σχόλια και μετάφραση του Ηλία Ματθαίου.

Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.fhs.gr/public/logotexnia01.jpg


«………………….rnΜ' αυτές κι άλλες αστείες κουβέντες πέρασε εκείνη η μέρα και τη νύχτα φτάσαν σ' ένα χωριό, όπου ο ξάδερφος είπε στον δον Κιχώτη πως απ' αυτό η σπηλιά του Μον-τεσίνος δεν απείχε παραπάνω από δυο λεύγες και πως, αν λογάριαζε τελικά να την επισκεφθεί, θα 'πρεπε να προμηθευτεί εκεί το κατάλληλο σκοινί, με το οποίο θα δενόταν για να κατέβει λίγο-λίγο στα βάθη της.rnΟ δον Κιχώτης απάντησε πως, ακόμα κι αν έφτανε στην άβυσσο, κάπου θα 'πρεπε να σταματήσει• κι έτσι αγόρασαν σχεδόν εκατό οργιές χοντρό σκοινί και την άλλη μέρα, στις δύο η ώρα το μεσημέρι, φτάσαν στη σπηλιά, που το στόμιο της είναι φαρδύ και ψηλό, όμως γεμάτο βάτα και σκίνα, θάμνους κι αγκάθια, τόσο πυκνά και μπερδεμένα, που σχεδόν την κλείνουν και τη σκεπάζουν. Φτάνοντας, σταμάτησαν ο ξάδερφος, ο Σάντσο κι ο δον Κιχώτης, τον οποίο οι άλλοι δυο δέσαν γερά με τα σκοινιά. Και στο διάστημα που τον ζώναν και τον σφίγγαν, του 'πε ο Σάντσο:rn- Προσέχτε, καλέ μου κύριε, τι πάτε να κάνετε• μη θαφτείτε ζωντανός ή μη σας βάλουν σε κανένα πηγάδι να σας κρυώσουν. Εξόν αν δεν την νοιάζει την ευγένεια σας να πάει και να κλειστεί για πάντα σ' αυτό που θα 'ναι χειρότερο κι από μπουντρούμι φυλακής.rn- Δέσε και σκάσε, απάντησε ο δον Κιχώτης• και μάθε, φίλε Σάντσο -rnΕίπε τότε κι ο οδηγός:rn- Παρακαλώ την ευγένεια σας, κύριε δον Κιχώτη, να κοιτάτε καλά τριγύρω σας και να καταγράψετε με εκατό μάτια το τι υπάρχει εκεί κάτω: ίσως να υπάρχουν πράγματα άξια να μπουν και να τα βάλω στο βιβλίο μου για τις μεταμορφώσεις.rn- Το τούμπανο βρίσκεται στα χέρια εκείνου που ξέρει να το παίζειrnκαλά(1), παρατήρησε ο Σάντσο Πάνθα.rnΑφού ειπώθηκαν κι αυτά και τέλειωσε το δέσιμο του δον Κιχώτη -που δεν έγινε πάνω απ' το θώρακα της πανοπλίας αλλά απ' το μάλλινο υπόστρωμα του -, είπε ο δον Κιχώτης:rn- Δεν προβλέψαμε ν' αγοράσουμε και κανένα καμπανάκι, που, δεμένο απάνω μου με το ίδιο αυτό σκοινί, θα 'δινε σινιάλο ότι εξακολουθώ να κατεβαίνω κι άρα ότι είμαι ζωντανός• μα αφού πια είν' αργά, ας μ' οδηγεί κι ας με φυλάει ο θεός.rnΚι αμέσως έπεσε στα γόνατα του κι έκανε χαμηλόφωνα μια προσευχή, όπου παρακάλεσε τον θεό να δώσει καλό τέλος σ' εκείνη την επικίνδυνη, όπως φαινόταν, νέα περιπέτεια• κατόπιν ύψωσε τη φωνή του, λέγοντας:rn- Κι εσένα, κυρά των λογισμών μου και των πράξεων μου, ολόφωτη κι ασύγκριτη Δουλθινέα ντελ Τομπόσο, αν βέβαια φτάνουν στ' αυτιά σου τα λόγια ετούτου του καλότυχου εραστή σου, σε παρακαλώ μη μου αρνηθείς την εύνοια σου και την προστασία σου τώρα που μου 'ναι τόσο αναγκαίες. Πάω να κατρακυλήσω, να χωθώ και να βυθιστώ στην άβυσσο που ανοίγεται μπροστά μου μόνο και μόνο για να ξέρει ο κόσμος πως, όταν μ' ευνοείς εσύ, δεν υπάρχει τίποτε το αδύνατον που να μην είναι δυνατόν για μένα.rnΚι αφού είπε αυτά, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την τρύπα• βλέποντας όμως πως δεν μπορούσε ν' ανοίξει δρόμο παρά με τη δύναμη των χεριών του και με τη βία, αφού ξεγύμνωσε το σπαθί του, βάλθηκε να κόβει με δαύτο τα θάμνα και τ' αγριόχορτα που κλείναν την είσοδο, οπόταν, απ' το θόρυβο της κοπής, ξαφνιάστηκαν και βγήκαν απ' τη σπηλιά ένα σωρό παμμέγιστα κοράκια κι άλλα νυχτοπούλια, με τέτοια ορμή, που γκρέμισαν τον δον Κιχώτη καταγής• κι αν εκείνος ήταν τόσο προληπτικός όσο καλός χριστιανός, θα το 'παιρνε αυτό για κακό σημάδι και δεν θα επιχειρούσε να μπει σ' ένα τέτοιο μέρος.rnΣηκώθηκε ωστόσο και, βλέποντας πως δεν έβγαινε πια άλλο πουλομάνι, προχώρησε, ενώ του άφηναν σκοινί ο Σάντσο κι ο ξάδερφος, ώσπου σε λίγο χάθηκε απ' τα μάτια τους. Και τότε ο Σάντσο, αφού του 'στειλε ξοπίσω του ένα σωρό σταυροκοπήματα κι άλλες ευλογίες, είπε δυνατά:rn- Να σε φυλάν και να σ' οδηγούν ο θεός κι η Παναγιά του Βράχου της Φραγκιάς (2) μαζί με την Αγία Τριάδα της Γκαέτας (3), λουλούδι εσύ κι αφρέ της στρατοκόπισσας ιπποσύνης! Στο καλό, στο καλό, αντρειωμένε της πλάσης, με ατσάλινη καρδιά και μπράτσα μπρούντζινα! Ο Θεός σ' οδηγεί και πάλι και να σε ξαναφέρει πίσω γερόν, λεύτερον και χωρίς τον παραμικρό κίντυνο να χάσεις τη ζωή σου σ' αυτό το σκοτάδι όπου πας γυρεύοντας να κλειστείς!rnΠερίπου την ίδια προσευχή, με τις ίδιες ευχές, έκανε κι ο ξάδερφος.rnΠροχωρούσε ο δον Κιχώτης, ενώ φώναζε να του αφήνουν σκοινί κι άλλο σκοινί, κι εκείνοι του τ' άφηναν λίγο-λίγο• κι όταν οι φωνές που βγαίναν απ' τη σπηλιά πάψαν ν' ακούγονται, του 'χαν ήδη αφήσει και τις εκατό οργιές του σκοινιού, οπόταν σκέφτηκαν πως θα 'πρεπε ν' αρχίσουν να τον ανεβάζουν, μιας και δεν είχαν να του αφήσουν άλλο. Μολαταύτα περίμεναν κάπου μισή ώρα προτού το κάνουν, οπόταν διαπίστωσαν πως το σκοινί μαζευόταν πολύ εύκολα και χωρίς κανένα βάρος, σημάδι πως τους έκανε να φαντασθούν πως ο δον Κιχώτης είχε μείνει μέσα, και μ' αυτή την υποψία άρχισε ο Σάντσο να κλαίει, ενώ τραβούσε γρήγορα-γρήγορα το σκοινί, ελπίζοντας πως θα διαψευδόταν και πράγματι: αφού τράβηξαν καμιά ογδονταριά οργιές, νιώσαν, επιτέλους, βάρος, πράγμα που τους έκανε να χαρούν κι οι δυο όσο δεν λέγεται. Τελικά, κι αφού είχαν απομείνει γύρω στις δέκα, είδαν να ξεπροβάλλει ο δον Κιχώτης, στον οποίο ο Σάντσο φώναξε, λέγοντας του:rn- Καλωσορίσαταν η ευγένεια σας, καλέ μου κύριε• που πια νομίσαμαν πως είχαταν μείνει εκεί κάτω για σπόρος.rnΌμως δεν έβγαζε λέξη ο δον Κιχώτης• κι αφού τρέξαν κοντά του, είδαν πως είχε τα μάτια του κλειστά, σημάδι πως σίγουρα κοιμόταν. Τον ξάπλωσαν καταγής, τον ξεδέσαν, κι αυτός ακόμα δεν ξυπνούσε.rnΆρχισαν τότε να τον σκουντάν και να τον ταρακουνάν, οπόταν κάποια στιγμή ήρθε στα συγκαλά του και τεντώθηκε σαν να ξυπνούσε απ' τον πιο βαθύ ύπνο• κι αφού κοίταξε γύρω του σαστισμένος και ξαφνιασμένος, είπε:rn- Ο Θεός να σας συγχωρήσει για το κακό που μου κάνατε, ω φίλοι, γιατί με βγάλατε απ' την πιο ωραία ζωή κι απ' το πιο όμορφο θέαμα που 'χει ζήσει κι έχει δει άνθρωπος μέχρι τώρα. Ε λοιπόν, τώρα κατάλαβα πως όλοι οι ευτυχισμένοι ετούτης της ζωής ή περνάν σαν όνειρο και σκιά ή μαραίνονται σαν τα λουλούδια του κάμπου. Ω κακόμοιρε Μον-τεσίνος! Ω κακοπλήγωτε Ντουραντάρτε! Ω άμοιρη Μπελέρμα! Ω κλαψιάρη Γκουαδιάνα κι εσείς δύστυχες κόρες της Ρουϊδέρας, που τα νερά σας δεν είναι παρά τα δάκρυα των ωραίων ματιών σας!rnΆκουγαν ο ξάδερφος κι ο Σάντσο τα λόγια του δον Κιχώτη, που τα 'λεγε σαν αν του τα 'βγαζε απ' τα σπλάχνα ο πιο απέραντος πόνος. Τον παρακάλεσαν να τους δώσει να καταλάβουν τι τους έλεγε, και να τους πει τι είχε δει σε κείνη τη σκοτεινή κόλαση.rn- Κόλαση τη λέτε; είπε ο δον Κιχώτης. Ε λοιπόν μην τη λέτε έτσι, γιατί δεν το αξίζει, όπως θα δείτε σε λίγο.rnΓύρεψε να του δώσουν να φάει, γιατί είχε ακράτητη πείνα. Άπλωσαν το χράμι του ξάδερφου πάνω στην πράσινη χλόη, αδειάσαν τα δισάκια με τα τρόφιμα και, καθισμένοι γύρω-γύρω κι οι τρεις σε αρμονική συντροφιά, κολατσίσαν και γευμάτισαν συγχρόνως. Κι όταν τελείωσαν, είπε στους άλλους δυο ο δον Κιχώτης:rn- Μη σηκωθεί κανείς σας, κι ακούστε προσεχτικά ό,τι θα σας πω.rn…………………………..»

Σημειώσεις του μεταφραστή

1. Παροιμία της εποχής. Η ισπανική λέξη pandejo, εκτός από τούμπανο, σημαίνει κι άνθρωπος αφελής, χαζός.rn2. Πρόκειται για εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε το 1409 στην κορυφή του βουνού που λέγεται Βράχος της Γαλλίας, κοντά στα Γαλλοισπανικά σύνορα, όπου και χτίσανε μοναστήρι που τραβούσε πολύ τους προσκυνητές.rn3. Μοναστήρι που ιδρύθηκε απ' τον Φερδινάνδο της Αραγόνας (άντρα της Ισαβέλας της Καθολικής) στην πόλη Γκαέτα της Ιταλίας, κοντά στη Νάπολη.

rnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςrnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →