Φόνος σε σπήλαιο
Πηγή: το μυθιστόρημα «Βγάλε με στην άλλη όχθη» (“Carry me across the water”) του Ethan Canin, σε μετάφραση Έφης Κατσανίκα, από τις εκδόσεις «Ποταμός», Αθήνα 2004, Υψηλάντου 31 – 10675, τηλ. 210 7231271, www.potamos.com.gr, ISBN: 960-8350-45-X. (βλ. και δημοσίευση «Πανικός στο στενό πέρασμα»).
«………………
Η υγρασία έγινε ξαφνικά ψυχρή πάνω στο πρόσωπο του και το νερό τον κατάβρεχε για τα καλά: ήταν στην είσοδο της σπηλιάς. Στάθηκε κολλημένος στον τοίχο, κοπιάζοντας να δει μέσα στο σκοτάδι. Έπειτα, κάτω από τη βοή του καταρράκτη, άκουσε το αγριογούρουνο. Ήταν πέρα στα αριστερά του και σε κάποια απόσταση, ίσως κάπου στο απέναντι τοίχωμα. Στάθηκε ακίνητος, με το Γκάραντ (1) στραμμένο προς τα κάτω. Ο ήχος δεν ερχόταν πιο κοντά: ίσως υπήρχε λίμνη ανάμεσα τους. Κάθισε ανακούρκουδα. Άγγιξε το διακόπτη του φακού, με το χέρι του να τρέμει. Τα ρουθουνίσματα τον μπέρδευαν, ανακατεμένα με το θόρυβο του καταρράκτη. Τα άκουγε άλλοτε χαμηλά και στα αριστερά του, άλλοτε στα αριστερά και στο επίπεδο του εδάφους. Σ' αγαπώ, Τζίντζερ• σε σκέφτομαι πάντα. Ένα λάθος εδώ και ήταν νεκρός. Αναβόσβησε το φακό.
Ο στρατιώτης ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, με τη ζώνη των πυρομαχικών του δεμένη σταυρωτά πίσω του. Ήξερε ότι είχε τρία ακόμη βήματα και στο μυαλό του καθόρισε τη θέση του σώματος, έτσι ώστε να μπορεί να κινηθεί στο σκοτάδι: πίσω του ήταν μια πέτρινη κολόνα, ψηλή σαν ψυγείο. Εκεί θα πήγαινε. Άλλο ένα βήμα. Ξαναελέγχουμε την ασφάλεια. Δύο πόδια απόσταση τώρα. Μπορεί να υπήρχαν στρατιώτες σε άλλες αίθουσες. Όταν αισθάνθηκε ότι ήταν δίπλα στην κολόνα, ξεθηκάρωσε την ξιφολόγχη και έστησε αφτί για άλλους ήχους μέσα στη σπηλιά. Έπειτα μια προσευχή. Το μόνο που του ερχόταν στο μυαλό ήταν η Καντίς (2): Yit-ga-dal v’yit-ka-dash- στα μισά, ξέχασε τις λέξεις. Η Τζίντζερ Πέλλα ξανά, να κοιμάται στο κρεβάτι της. Έψαξε ψηλαφιστά την κολόνα και πήγε και στάθηκε πίσω της. Έπειτα σκέπασε με τα δάχτυλα του το φακό, αφήνοντας μόνο μια λεπτή φωτεινή δέσμη• είτε θα πέθαινε μέσα σε ένα καταιγισμό από σφαίρες είτε θα σωζόταν. Τον αναβόσβησε. Μπροστά του, στο πέτρινο έδαφος, ο στρατιώτης κειτόταν ροχαλίζοντας, με τη ζώνη του σταυρωτά δεμένη στην πλάτη του στο ύψος της καρδιάς. Ξαφνικά το ροχαλητό σταμάτησε.
Ένα σπίρτο.
Ο Κλάινμαν τραβήχτηκε πίσω από την κολόνα. Κρυβόταν πίσω από ένα βράχο τώρα. Πίσω από ένα βράχο! Σαν παιδικό παιχνίδι! Κρύφτηκε όσο καλύτερα μπορούσε, θανάσιμα φοβισμένος, ενώ από την άλλη πλευρά άκουσε τον Γιαπωνέζο να σηκώνεται βιαστικά όρθιος. Η απασφάλιση ενός όπλου. Βήματα. Έπειτα ξαφνικά τα τοιχώματα της σπηλιάς φωτίστηκαν, τρεμοπαίζοντας στο φως ενός κεριού. Έπειτα πιο έντονο και σταθερό φως: μια λάμπα. Μια σκιά κινήθηκε πάνω στη μοναδική πλευρά του τοιχώματος που μπορούσε να δει ο Κλάινμαν. Μαζεύτηκε ξανά πίσω από το βράχο, υπερβολικά τρομοκρατημένος για να κινηθεί. Η σκιά εξαφανίστηκε από το οπτικό του πεδίο. Τα βήματα συνεχίστηκαν, τόσο αχνά κάτω από τον ήχο του καταρράκτη, που τα αφτιά του Κλάινμαν κόντευαν να ξεκολλήσουν από το κεφάλι του! Έπειτα, ξαφνικά, άκουσε γιαπωνέζικα -όπου να 'ναι ο εχθρός θα ορμούσε μέσα. Σ' αγαπώ, Τζίντζερ. Σε σκέφτομαι, σε παρακαλώ, σκέψου κι εσύ εμένα αυτή τη στιγμή! Ο στρατιώτης συνέχισε να περπατά. Συνέχισε για πολλή ώρα. Ξαφνικά ο Κλάινμαν συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν ανακατεμένες και λέξεις στα αγγλικά: «Βλέπει στρατιώτης! Βλέπει στρατιώτης!» Έπειτα κι άλλα γιαπωνέζικα. Έπειτα, «Βλέπει στρατιώτης!» Ο στρατιώτης του μιλούσε! Ίσως ο άντρας να ήταν μόνος του! Εκείνη τη στιγμή ξαναμπήκε στο οπτικό πεδίο του Κλάινμαν, κρατώντας το όπλο του στο πλευρό του και δείχνοντας προς τον τοίχο με ένα φανάρι. Πρέπει να υπήρχαν κι άλλοι στρατιώτες εκεί γύρω! Ξαφνικά ο Κλάινμαν είδε ότι έδειχνε ένα χάρτη στον τοίχο. Ο στρατιώτης κουνούσε πέρα-δώθε το φανάρι για να τον φωτίσει, έπειτα το άφησε κάτω και σήκωσε κάτι άλλο -ένα βιβλίο. Έδειχνε μ' αυτό και του έκανε νοήματα. Έπειτα άφησε κάτω το όπλο του και έδειξε προς τον τοίχο και με τα δύο χέρια. Άφησε κάτω το όπλο του! Τι στο διάβολο συνέβαινε; Προσπαθούσε να τον ξεγελάσει για να αφήσει την κρυψώνα του! Αυτό συνέβαινε! Αλλά έπειτα σήκωσε ξανά το φανάρι, το έστρεψε προς το πιο μακρινό σημείο της σπηλιάς και άρχισε να χειρονομεί προς τα κει με το βιβλίο. Τώρα ο Κλάινμαν είδε ότι υπήρχαν κι άλλες κολόνες εκεί! Αρκετές. Αυτό είχε μπερδέψει τον εχθρό! Αυτό θα τον έσωζε! Ο Γιαπωνέζος γύρισε το βιβλίο προς τη σήραγγα από την οποία είχε έρθει ο Κλάινμαν. Αλλά το όπλο ήταν ακόμη στο έδαφος! Ήταν δόλωμα! Γινόταν να είναι μόνος; Όχι, οι ομιλίες ήταν σινιάλο για τους συντρόφους του! Μπορεί να υπήρχαν κι άλλες αίθουσες πίσω από τις κολόνες! Το βιβλίο ήταν κόλπο! Το ίδιο και το όπλο! Μπορούσε να τον πυροβολήσει τώρα. Αλλά η λάμψη του όπλου θα πρόδινε τη θέση του. Σήκωσε την ξιφολόγχη. Τότε ο Γιαπωνέζος απομακρύνθηκε από την είσοδο, διέσχισε την αίθουσα και χάθηκε. «Βλέπει στρατιώτης!» Έπειτα κι άλλα γιαπωνέζικα. Η φωνή φαινόταν να έρχεται από την ψηλή οροφή. Ο Κλάινμαν προσπάθησε να εντοπίσει την πορεία των βημάτων που πλησίαζαν. Έρχονταν προς το μέρος του σταθερά. Ο Γιαπωνέζος είχε δει τις πατημασιές του! Αυτό ήταν! Ο Κλάινμαν άρπαξε το Γκάραντ με τα δύο χέρια, σήκωσε την ξιφολόγχη και έσκυψε. Το φανάρι δεν φώτιζε πια το χώρο μπροστά του. Ο Γιαπωνέζος θα εμφανιζόταν είτε από τα δεξιά του, όπου θα έβλεπε φευγαλέα την πλάτη του, είτε θα ερχόταν από αριστερά κι αυτό θα ήταν το τέλος για τον Κλάινμαν, κανένας ήχος (μήπως ο θάνατος ερχόταν υπερβολικά γρήγορα για να προλάβει να τον ακούσει;)" δυο γιαπωνέζικα βόλια στο κεφάλι" τα λόγια της Σεμά (3) του διέφευγαν, αντί γι' αυτά οι σκέψεις του στράφηκαν ξανά προς την Τζίντζερ, κοιμισμένη -σε λατρεύω- και στον αδερφό του τον Ίζι, στην παραλία του Ρόκαγουεϊ. Και τότε, από την άλλη άκρη της κολόνας ήρθε ένας ήχος μαλακός σαν μασημένο κρακεράκι και ο Γιαπωνέζος εμφανίστηκε εκεί στα δεξιά χωρίς το όπλο του, τείνοντας το βιβλίο και κοιτάζοντας προς λάθος κατεύθυνση, με τους σκούρους γεμιστήρες δεμένους σταυρωτά στην πλάτη του στο ύψος της καρδιάς, την οποία ο Κλάινμαν, εκτινάσσοντας το σώμα του μπροστά, διαπέρασε με την ξιφολόγχη σαν τίγρης.
Ο άντρας τρίκλισε, έπειτα έπεσε. Ο Κλάινμαν τράβηξε τη λεπίδα και χτύπησε ξανά, καρφώνοντας το στήθος στο έδαφος. Έπειτα την τράβηξε απότομα και μπουσούλησε ξανά πίσω από την κολόνα. Το σώμα κύλησε, χτυπώντας πάνω στο βράχο. Έπειτα έμεινε ακίνητο. Ο Κλάινμαν κάθισε ανακούρκουδα στην κρυψώνα του. Το φανάρι είχε αναποδογυρίσει και η αίθουσα ήταν πάλι σκοτεινή. Δεν άκουγε τίποτα πέρα από τη βοή του καταρράκτη. Μετά από κάποια ώρα, άπλωσε το χέρι του κρατώντας την ξιφολόγχη και έψαξε ψηλαφιστά για το σώμα. Έπειτα, προστατευμένος από την κολόνα, φώτισε με το δικό του φακό γρήγορα γύρω τη σπηλιά: δεν υπήρχαν άλλοι στρατιώτες. Τον ξανάσβησε και περίμενε. Τελικά, τον άναψε και σύρθηκε στα ανοιχτά. Ο στρατιώτης κειτόταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η αίθουσα δεν ήταν μεγαλύτερη από δώδεκα πόδια. Έψαξε πίσω από όλες τις κολόνες, αλλά η μόνη
είσοδος ήταν αυτή που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος. Κατά μήκος του απέναντι τοιχώματος ήταν ο χάρτης, σχεδιασμένος πάνω στο πιο επίπεδο κομμάτι του βράχου. Έστρεψε προς τα κει το φακό. Ήταν ζωγραφισμένος με χρώματα -λαμπερά ακόμα και κάτω από το αδύναμο φως: σκούρα μπλε, πράσινα, χρυσαφιά. Προσπάθησε να καταγράψει τα βασικά σημεία στη μνήμη του, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν καθόλου χάρτης αλλά η ζωγραφιά ενός βουνού -έμοιαζε με το όρος Φούτζι - σχεδιασμένου ανάποδα. Δέντρα ήταν στριμωγμένα στο πρώτο επίπεδο. Στη γωνία κυλούσε ένα ρυάκι που είχε ενσωματωθεί στην εικόνα. Έπεφτε από την οροφή και έτρεχε μέσα από μια τρύπα στην πέτρα. Αυτός ήταν ο καταρράκτης που είχε ακούσει. Φώτισε περιμετρικά, έπειτα προς τα πάνω, προς το στενό πέρασμα από όπου είχε μπει. Δεν υπήρχαν σημάδια κάποιου άλλου. Ο άντρας ήταν μόνος του. Μέσα από την τρύπα του ρυακιού ήρθε ένα ρεύμα ψυχρού αέρα. Πάνω στο έδαφος υπήρχαν μερικές κονσέρβες, κεριά, πυρομαχικά και το όπλο. Ο Κλάινμαν το άδειασε. Το μπράτσο του στρατιώτη αναπαυόταν δίπλα στο βιβλίο, και όταν ο Κλάινμαν το άνοιξε, είδε ότι περιείχε χαρακτικά ανατολικής τέχνης, τώρα λερωμένα από το αίμα. Πάνω σ' ένα πεζούλι βρήκε ένα μικρό σωρό από άλλα βιβλία, που εξέτασε στα γρήγορα: το ένα έμοιαζε με εγχειρίδιο επιχειρήσεων, που θα το ήθελε ο λοχίας του, και ένα άλλο ήταν ημερολόγιο, δέσμες ριζόχαρτου σε μια θήκη, φύλλα γεμάτα με τακτικούς γιαπωνέζικους χαρακτήρες. Το έχωσε στη ζώνη του. Τα υπόλοιπα έμοιαζαν να είναι πάλι βιβλία με ζωγραφική. Πήρε τις μεταλλικές ταυτότητες και τις δίπλωσε μέσα στο εγχειρίδιο, έπειτα το έβαλε στην τσέπη του. Ο ήχος στη σπηλιά προερχόταν τώρα από το χτύπημα των δοντιών του. Έψαξε το λαιμό για σφυγμό, έπειτα γύρισε γρήγορα τη σπηλιά και σφηνώθηκε πάλι μέσα στο τούνελ.
Σημειώσεις του μεταφραστή:
1. Είδος τουφεκιού του αμερικανικού στρατού
2. Kaddish: Προσευχή στα Αραμαϊκά
3. Shema: Μια από τις βασικές Εβραϊκές προσευχές
…………………..»
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα.