Λέμονι Σνίκετ - Η Χαμένη Σπηλιά
Πηγή: το μυθιστόρημα «Το φαρδύ παράθυρο» (“The Wide Window” – 1999) του Lemony Snicket, σε μετάφραση Χαράς Γιαννακοπούλου, εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Εμμ. Μπενάκη 59, 10681 Αθήνα, Τηλ. 210 3891800, www.ellinikagrammata.gr, ISBN: 960-406-337-5.
«……………
Η βροχή λυσσομανούσε γύρω τους, ο άνεμος ούρλιαζε και ένα μικρό κύμα χτύπησε τη μια πλευρά, μα, προς μεγάλη έκπληξη των ορφανών, η βάρκα μετακινήθηκε ακριβώς προς την κατεύθυνση που ήθελαν να πάει. Αν τύχαινε να συναντήσετε τα τρία παιδιά εκείνη τη στιγμή, θα νομίζατε πως η ζωή τους ήταν γεμάτη χαρά και ευτυχία, κι αυτό γιατί, παρόλο που ήταν εξουθενωμένα, βρεγμένα και κινδύνευαν πολύ, είχαν αρχίσει να γελάνε μέσα στο θρίαμβο τους. Ένιωθαν τόσο μεγάλη ανακούφιση που κάτι τους είχε πάει επιτέλους καλά, ενώ γελούσαν λες και βρίσκονταν στο τσίρκο αντί στη μέση μιας λίμνης, στη μέση ενός τυφώνα, στη μέση μιας μεγάλης συμφοράς.
Καθώς η θύελλα ξεθύμαινε χτυπώντας με κύματα τη βάρκα και αστράφτοντας στον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους, τα ορφανά Μποντλέρ έπλεαν με τη μικρή βάρκα στην τεράστια και σκοτεινή λίμνη. Η Βάιολετ τραβούσε σκοινιά από δω κι από κει για να πιάσει τον άνεμο, που συνεχώς άλλαζε κατεύθυνση, όπως συχνά κάνουν οι άνεμοι. Ο Κλάους μελετούσε προσεκτικά τον άτλαντα και φρόντιζε να μην πάρουν λάθος πορεία και πάνε προς την Κατεργάρα Ρουφήχτρα ή τους Μνησίκακους Βράχους. Και η Σάνι κρατούσε σταθερή τη βάρκα, στρίβοντας τη λαγουδέρα όποτε της έκανε σινιάλο η Βάιολετ. Όταν το απόγευμα έδωσε τη θέση του στη νύχτα και ήταν πλέον πολύ σκοτεινά για να διαβάζει ο Κλάους τον άτλαντα, τα παιδιά πρόσεξαν ένα χλομό μοβ φως που αναβόσβηνε. Τα ορφανά πίστευαν πως το χρώμα της λεβάντας ήταν κάπως αρρωστημένο, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή τους χαίρονταν πολύ που το έβλεπαν. Σήμαινε πως η βάρκα πλησίαζε το Φάρο της Λεβάντας και σύντομα θα έφταναν στη Χαμένη Σπηλιά. Η θύελλα επιτέλους κόπασε και τα σύννεφα άνοιξαν, αποκαλύπτοντας έτσι ένα φεγγάρι που κόντευε να γεμίσει. Τα παιδιά ένιωθαν να τρέμουν με τα μουσκεμένα ρούχα τους και κοίταξαν τα κύματα της λίμνης που είχαν ηρεμήσει, προσέχοντας περισσότερο τις μικρές δίνες στα μελανά της βάθη.
«Η Δακρύβρεχτη Λίμνη είναι στ' αλήθεια πολύ όμορφη», παρατήρησε σκεφτικός ο Κλάους. «Δεν το είχα προσέξει πριν».
«Σιντ», συμφώνησε η Σάνι, ρυθμίζοντας λίγο τη λαγουδέρα.
«Μάλλον δεν το είχαμε προσέξει ποτέ λόγω της θείας Ζοζεφίνας», είπε η Βάιολετ. «Συνηθίσαμε να βλέπουμε τη λίμνη μέσα από τα δικά της μάτια». Σήκωσε το κανοκιάλι και έσφιξε τα μάτια για να κοιτάξει, ώσπου κατάφερε να δει την ακτή. «Νομίζω πως βλέπω το φάρο εκεί κάτω. Υπάρχει μια σκοτεινή τρύπα στο βράχο δίπλα του. Πρέπει να είναι η είσοδος της Χαμένης Σπηλιάς».
Σίγουροι πια, καθώς η βάρκα πλησίαζε όλο και πιο πολύ, κατάφεραν να διακρίνουν το Φάρο της Λεβάντας και την είσοδο της διπλανής σπηλιάς, αλλά, όταν κοίταξαν στα βάθη της, δεν είδαν ούτε ίχνος από τη θεία Ζοζεφίνα ή κάτι άλλο σχετικό. Οι πέτρες άρχισαν να ξύνουν το κάτω μέρος της βάρκας, πράγμα που σήμαινε πως είχαν φτάσει στα ρηχά, κι έτσι η Βάιολετ πήδηξε έξω για να σύρει τη βάρκα στη βραχώδη ακτή. Ο Κλάους και η Σάνι βγήκαν κι αυτοί και έβγαλαν τα σωσίβιά τους. Έπειτα, στάθηκαν στην είσοδο της Χαμένης Σπηλιάς γεμάτοι νευρικότητα. Μπροστά στη σπηλιά υπήρχε μια πινακίδα που έλεγε πως πουλιόταν, και τα ορφανά δεν μπορούσαν καν να φανταστούν ποιος θα ήθελε να αγοράσει ένα τέτοιο φρικαλέο μέρος - μια λέξη που εδώ σημαίνει «όλες μαζί τις τρομακτικές λέξεις που μπορεί να σκεφτεί κανείς». Η είσοδος της σπηλιάς είχε παντού σουβλερούς βράχους, που έμοιαζαν με δόντια καρχαρία. Λίγο πιο μέσα από την είσοδο, τα παιδιά είδαν περίεργους λευκούς βράχους, λιωμένους και ανακατεμένους μεταξύ τους σαν μουχλιασμένο γάλα. Το έδαφος της σπηλιάς ήταν χλομό και σκονισμένο, λες και ήταν φτιαγμένο από κιμωλία. Όμως δεν ήταν αυτά τα σημάδια που έκαναν τα αδέρφια να σταθούν για μια στιγμή. Ήταν ένας οξύς ήχος, σαν στριγκλιά που δυνάμωνε και χαμήλωνε, ένας ήχος ανέλπιδος και χαμένος, τόσο παράξενος και απόκοσμος όσο και η ίδια η Χαμένη Σπηλιά. «Τι ήχος είναι αυτός;» ρώτησε τρομαγμένη η Βάιολετ.
«Μάλλον είναι ο άνεμος», αποκρίθηκε ο Κλάους. «Διάβασα κάπου ότι όταν ο αέρας περνάει μέσα από μικρούς χώρους, όπως είναι οι σπηλιές, μπορεί να κάνει παράξενους θορύβους. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι».
Τα ορφανά δεν κουνήθηκαν. Ο ήχος δε σταμάτησε.
«Εγώ πάντως τον φοβάμαι», παραδέχτηκε η Βάιολετ.
«Κι εγώ το ίδιο», συμφώνησε ο Κλάους.
«Γκενί», δήλωσε η Σάνι και άρχισε να μπουσουλάει στην είσοδο της σπηλιάς.
Μάλλον ήθελε να πει κάτι σαν «Δεν περάσαμε όλη τη Δακρύβρεχτη Λίμνη, στη μέση του Τυφώνα Χέρμαν, με κλεμμένη βάρκα, μόνο και μόνο για να έρθουμε να σταθούμε μπροστά στην είσοδο μιας σπηλιάς τρέμοντας από το φόβο μας». Τα αδέρφια της συμφώνησαν αναγκαστικά και την ακολούθησαν στο εσωτερικό. Οι στριγκλιές γίνονταν δυνατότερες, καθώς αντηχούσαν στους τοίχους και τους βράχους, και τα ορφανά Μποντλέρ κατάλαβαν πως δεν ήταν ο άνεμος τελικά. Ήταν η θεία Ζοζεφίνα που καθόταν σε μια γωνιά της σπηλιάς και έκλαιγε με τα χέρια στο πρόσωπο της. Έκλαιγε τόσο πολύ που δεν πρόσεξε καν πως τα παιδιά είχαν μπει στη σπηλιά.
«Θεία Ζοζεφίνα, ήρθαμε», ψέλλισε διστακτικά ο Κλάους.
Η θεία Ζοζεφίνα σήκωσε το κεφάλι και τα παιδιά είδαν το πρόσωπο της, που ήταν μουσκεμένο από τα δάκρυα και έμοιαζε να είναι καλυμμένο με κιμωλία από τη σπηλιά.
«Τα καταφέρατε να βρείτε τη λύση», είπε σκουπίζοντας τα μάτια της καθώς σηκωνόταν. «Το 'ξερα ότι θα βρίσκατε τη λύση», συνέχισε και αγκάλιασε και τα τρία παιδιά.
Κοίταξε τη Βάιολετ, έπειτα τον Κλάους και τέλος τη Σάνι. Τα ορφανά την κοίταξαν κι εκείνα• ένιωσαν και τα ίδια να δακρύζουν, καθώς χαιρετούσαν την κηδεμόνα τους. Ήταν σαν να μην είχαν πιστέψει πως ο θάνατος της ήταν ψεύτικος, μέχρι αυτή τη στιγμή που την είδαν τελικά ζωντανή με τα ίδια τους τα μάτια.
«Το ήξερα πως είσαστε έξυπνα παιδιά», είπε η θεία Ζοζεφίνα. «Το ήξερα πως θα διαβάζατε το μήνυμα μου».
«Ο Κλάους το διάβασε», εξήγησε η Βάιολετ.
«Αλλά η Βάιολετ ήξερε πώς να οδηγήσει βάρκα», συνέχισε ο Κλάους. «Χωρίς τη Βάιολετ, δε θα είχαμε φτάσει ποτέ εδώ».
«Και η Σάνι έκλεψε τα κλειδιά», συμπλήρωσε η Βάιολετ, «και κρατούσε τη λαγουδέρα».
«Χαίρομαι πολύ που τα καταφέρατε να φτάσετε εδώ», χαμογέλασε η θεία Ζοζεφίνα. «Να πάρω μια ανάσα και θα σας βοηθήσω να φέρετε μέσα τα πράγματα σας».
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν.
«Ποια πράγματα;» απόρησε η Βάιολετ.
«Μα, τις βαλίτσες σας φυσικά», απάντησε η θεία Ζοζεφίνα. «Και ελπίζω να φέρατε και λίγο φαγητό, γιατί οι προμήθειες που έφερα εγώ σχεδόν έχουν τελειώσει».
«Δε φέραμε φαγητό», είπε ο Κλάους.
«Δε φέρατε φαγητό;» ξαφνιάστηκε η θεία Ζοζεφίνα. «Πώς στο καλό θα ζήσουμε σ' αυτή τη σπηλιά, αν δε φέρατε φαγητό;»
«Δεν ήρθαμε εδώ για να ζήσουμε μαζί σου», αποκρίθηκε η Βάιολετ.
Η θεία Ζοζεφίνα έβαλε τα χέρια στο κεφάλι και τακτοποίησε νευρικά τον κότσο της.
«Και τότε γιατί ήρθατε εδώ;» απόρησε.
«Στιμ!» στρίγκλισε η Σάνι, πράγμα που σήμαινε, «Γιατί ανησυχήσαμε για σένα».
«Το "στιμ" δεν είναι πρόταση, Σάνι», είπε αυστηρά η θεία. «Ίσως ένα από τα μεγαλύτερα αδέρφια σου θα μπορούσε να εξηγήσει με μια σωστή πρόταση γιατί βρίσκεστε εδώ».
«Γιατί ο Καπετάνιος Σαμ παραλίγο να μας γραπώσει!» φώναξε η Βάιολετ. «Όλοι νόμιζαν πως είσαι νεκρή και έγραψες στη διαθήκη σου να τεθούμε υπό την προστασία του Καπετάνιου Σαμ».
«Μα με ανάγκασε», εξήγησε η θεία Ζοζεφίνα. «Εκείνο το βράδυ, όταν με πήρε στο τηλέφωνο, μου είπε πως ήταν στην πραγματικότητα ο Κόμης Όλαφ. Είπε πως έπρεπε να γράψω μια διαθήκη που να λέει πως σας αφήνω στην προστασία του. Είπε πως αν δεν έγραφα αυτά που ήθελε, θα με έπνιγε στη λίμνη. Φοβήθηκα τόσο πολύ που έκανα αμέσως ό,τι μου είπε».
«Γιατί δεν κάλεσες την αστυνομία;» ρώτησε η Βάιολετ. «Γιατί δεν πήρες τον κύριο Πόε; Γιατί δεν πήρες κάποιον που να μπορούσε να σε βοηθήσει;»
«Ξέρεις καλά γιατί», απάντησε με θυμό η θεία Ζοζεφίνα. «Φοβάμαι να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνο. Ό,τι είχα αρχίσει να συνηθίζω να το απαντάω. Δεν είμαι καθόλου έτοιμη να χρησιμοποιήσω τα κουμπιά με τα νούμερα. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν είχα ανάγκη να τηλεφωνήσω σε κανέναν. Πέταξα ένα σκαμπό από το παράθυρο και μετά έφυγα κρυφά από το σπίτι. Σας άφησα το σημείωμα για να ξέρετε ότι δεν ήμουν στ' αλήθεια νεκρή, αλλά έκρυψα το μήνυμα μου για να μην καταλάβει ο Καπετάνιος Σαμ ότι του είχα ξεφύγει».
«Γιατί δε μας πήρες μαζί σου; Γιατί μας άφησες ολομόναχους τελείως; Γιατί δε μας προστάτεψες από τον Καπετάνιο Σαμ;» ρώτησε ο Κλάους.
«Δεν είναι γραμματικώς σωστό», είπε η θεία Ζοζεφίνα, «να λες "ολομόναχους τελείως". Έπρεπε να πεις "ολομόναχους" κι όχι και τα δύο μαζί. Κατάλαβες;»
Τα αδέρφια κοιτάχτηκαν με θλίψη και θυμό. Και βέβαια είχαν καταλάβει. Είχαν καταλάβει ότι η θεία Ζοζεφίνα ανησυχούσε πιο πολύ για τα γραμματικά λάθη, παρά για τη ζωή των τριών παιδιών. Είχαν καταλάβει πως ήταν τόσο καλά κρυμμένη πίσω από τους φόβους της, που δεν είχε καν σκεφτεί τι μπορεί να συνέβαινε σ' εκείνα. Είχαν καταλάβει πως η θεία Ζοζεφίνα ήταν απαίσια κηδεμόνας που είχε αφήσει τα παιδιά ολομόναχα ενώ κινδύνευαν. Είχαν καταλάβει πως εύχονταν πιο πολύ από κάθε άλλη φορά να μην είχαν χάσει τη ζωή τους οι γονείς τους στην τρομερή πυρκαγιά, που ήταν η αρχή για όλες τις συμφορές στη ζωή τους, γιατί αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δε θα είχαν φύγει, ποτέ δε θα είχαν εγκαταλείψει τα παιδιά μόνα τους. «Λοιπόν, αρκετά για σήμερα με τη γραμματική», κατέληξε η θεία Ζοζεφίνα. «Χαίρομαι που σας βλέπω και είστε ευπρόσδεκτοι να μοιραστείτε αυτή τη σπηλιά μαζί μου. Δε νομίζω πως θα μας βρει ποτέ εδώ ο Καπετάνιος Σαμ».
«Εμείς δε μένουμε εδώ», ξέσπασε η Βάιολετ. «Θα γυρίσουμε πίσω με τη βάρκα και θα πάρουμε κι εσένα μαζί μας».
«Αποκλείεται», επέμεινε η θεία Ζοζεφίνα. «Φοβάμαι πάρα πολύ τον Καπετάνιο Σαμ και δε θέλω να τον αντιμετωπίσω. Έπειτα απ' όσα σας έκανε, φαντάζομαι ότι κι εσείς θα τον φοβόσαστε».
«Και βέβαια τον φοβόμαστε», είπε ο Κλάους, «αλλά αν αποδείξουμε ότι στην πραγματικότητα είναι ο Κόμης Όλαφ, θα πάει φυλακή. Αν πεις στον κύριο Πόε τι συνέβη, τότε ο Κόμης Όλαφ θα φυλακιστεί και θα είμαστε όλοι ασφαλείς».
«Μπορείτε να του το πείτε εσείς, αν θέλετε», αποκρίθηκε η θεία Ζοζεφίνα. «Εγώ θα μείνω εδώ».
«Δε θα μας πιστέψει αν δεν έρθεις η ίδια να του αποδείξεις ότι είσαι ζωντανή», είπε η Βάιολετ.
«Όχι, όχι, όχι», αρνήθηκε η θεία Ζοζεφίνα. «Φοβάμαι πάρα πολύ».
Η Βάιολετ πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε να υποστηρίξει τη γνώμη της μπροστά στην τρομοκρατημένη κηδεμόνα της.
«Όλοι φοβόμαστε», δήλωσε αυστηρά. «Φοβηθήκαμε όταν συναντήσαμε τον Κόμη Όλαφ στο μπακάλικο. Φοβηθήκαμε όταν νομίζαμε ότι είχες πηδήξει από το παράθυρο. Φοβηθήκαμε όταν προκαλέσαμε οι ίδιοι στον εαυτό μας αλλεργικές αντιδράσεις, φοβηθήκαμε όταν κλέψαμε τη βάρκα και φοβηθήκαμε όταν διασχίζαμε τη λίμνη μέσα στον τυφώνα. Αλλά τίποτα δε μας σταμάτησε».
Τα μάτια της θείας Ζοζεφίνας γέμισαν δάκρυα.
«Δεν το κάνω επίτηδες που είμαι λιγότερο γενναία απ' ό,τι εσείς», απολογήθηκε. «Δεν πρόκειται να διασχίσω τη λίμνη. Δεν πρόκειται να κάνω τηλεφωνήματα. Θα μείνω εδώ για όλη την υπόλοιπη ζωή μου και ό,τι κι αν πείτε, δεν αλλάζω γνώμη».
Ο Κλάους έκανε ένα βήμα μπροστά και έπαιξε το τελευταίο του χαρτί, μια φράση που εδώ σημαίνει «είπε κάτι πολύ πειστικό, το οποίο κρατούσε για το τέλος της συζήτησης».
«Η Χαμένη Σπηλιά πωλείται», είπε.
«Και λοιπόν;» ρώτησε η θεία Ζοζεφίνα.
«Αυτό σημαίνει», συνέχισε ο Κλάους, «ότι σύντομα ορισμένοι άνθρωποι θα έρθουν να τη δουν. Και κάποιοι απ' αυτούς...» εδώ έκανε μια δραματική παύση «... θα είναι μεσίτες!» (1)
Το στόμα της θείας Ζοζεφίνας άνοιξε διάπλατα και τα παιδιά παρακολουθούσαν το χλομό της λαρύγγι να ανεβοκατεβαίνει, καθώς ξεροκατάπινε τρομαγμένη.
«Εντάξει», δέχτηκε τελικά, κοιτάζοντας με αγωνία τη σπηλιά, λες και ήδη κρυβόταν μέσα κάποιος μεσίτης. «Θα έρθω».
…………………….»
Σημείωση (Χ. Δ. Τσατσαρώνη)
1. Η θεία Ζοζεφίνα διακατέχεται από δεκάδες φοβίες. Μία από αυτές είναι οι μεσίτες!
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα