HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Πανικός στο στενό πέρασμα

Topic #420 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 32 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #2366 • 09 Jan 2006, 07:39 UTC
Πανικός στο στενό πέρασμα

Πηγή: το μυθιστόρημα «Βγάλε με στην άλλη όχθη» (“Carry me across the water”) του Ethan Canin, σε μετάφραση Έφης Κατσανίκα, από τις εκδόσεις «Ποταμός», Αθήνα 2004, Υψηλάντου 31 – 10675, τηλ. 210 7231271, www.potamos.com.gr, ISBN: 960-8350-45-X.

«…………..

Η ζούγκλα ήταν ασφαλής, αλλά υπήρχαν σπηλιές παντού στο νησί, όπου κρυβόταν ο εχθρός. Οι Αμερικανοί στρατιώτες τις έψαχναν μία προς μία, το πιο τρομακτικό καθήκον, που αναλάμβαναν διαδοχικά οι μονάδες. Αν το πέρασμα ήταν αρκετά φαρδύ, έβαζαν ένα βαρέλι βενζίνης, και μετά το ανατίναζαν πυροβολώντας το –«σκότωναν τα μυρμήγκια», όπως έλεγαν οι άντρες. Αλλά μερικά από τα περάσματα δεν ήταν φαρδύτερα από το σώμα ενός ανθρώπου και οδηγούσαν ελικοειδώς κάτω από τη γη: αυτά έπρεπε να καθαριστούν από ανιχνευτές. Οι σήραγγες άνοιγαν σε υπόγειες αίθουσες όπου, όταν κάποιος στρατιώτης έβγαζε το κεφάλι του, οι Γιαπωνέζοι μπορεί να τον περίμεναν με ξιφολόγχες. Οι εχθροί ήταν πιο μικρόσωμοι από τους Αμερικάνους και μπορούσαν να χωρέσουν και στα πιο στενά περάσματα, ως συνέπεια οι πιο μικρόσωμοι στρατιώτες πήγαιναν πρώτοι. Ο Κλάινμαν ήταν λεπτοκαμωμένος και ήξερε ότι θα ερχόταν η σειρά του. Στη βάρδια, ο επικεφαλής άλλαζε καθώς κινούνταν από τη μια σπηλιά στην άλλη. Κάθε ομάδα έβγαινε μια φορά την εβδομάδα και σε μια μέρα έβρισκαν κανονικά δύο ή τρεις εισόδους ανάμεσα στα βράχια. Αυτό σήμαινε ότι γενικά κάθε ένας από αυτούς ρισκάριζε μόνο μια φορά.
Η σειρά του Κλάινμαν ήρθε στις 4 Ιουνίου 1945, στα τέταρτα γενέθλια του αδερφού του Ίζι. Η Γερμανία είχε βγει από τον πόλεμο εδώ και εβδομάδες πια και καταράστηκε την κακή του τύχη να σταλεί στον Ειρηνικό. Το πρωί έγραψε ένα γράμμα στην Τζίντζερ και μετά μέσα στο μυαλό του της είπε αντίο• εκείνη την ώρα ακριβώς θα πήγαινε για ύπνο μισό μίλι από την παραλία που ο Αύγουστος λάτρευε, μαζεύοντας τα μαλλιά της ψηλά με πιαστράκια. Έγραψε στη μητέρα του και τον πατριό του, πρόσθεσε μια σημείωση για τα γενέθλια του αδερφού και έπειτα είπε αντίο σε όλους τους.
Εκείνο το απόγευμα, καθώς η περίπολος του κατέβηκε την ψηλή απόκρημνη πλαγιά πάνω από το νερό, μπορούσε να δει τη ακτή της γειτονικής ατόλης, ένα-δυο μίλια μακρύτερα, που την κρατούσαν ακόμη οι Γιαπωνέζοι. Πότε-πότε υψώνονταν σινιάλα με φωτοβολίδες, αλλά δεν υπήρχαν πυρά από τα πλοία και η βραδιά ήταν σιωπηλή. Από κάτω τους, ανάμεσα στο αδιαπέραστο παραπέτασμα ζούγκλας όπου περπατούσαν και τη μικρή παραλία που έβγαζε στα ρεύματα ανάμεσα στους υφάλους, υπήρχε μια απόκρημνη κατηφόρα από χαλίκια και ασβεστόλιθο• εκεί, ανάμεσα στα βράχια, ήταν οι σπηλιές. Είχαν ελέγξει δύο αδιέξοδα ανοίγματα εκείνο το απόγευμα και ήταν τώρα η σειρά του Κλάινμαν να μπει μπροστά. Με το φως που απόμενε, η περίπολος απλώθηκε στον απόκρημνο βράχο.
Ο ίδιος ο Κλάινμαν ήταν εκείνος που βρήκε την είσοδο, ένα σωρό από κοτρόνια που είχαν στοιβαχτεί αφύσικα το ένα πάνω στο άλλο. Έσπρωξε στο πλάι εκείνο που βρισκόταν στην κορυφή και εμφανίστηκε ένα άνοιγμα.
Φυσικά θα μπορούσε απλώς να την προσπεράσει. Αλλά μαζί με το φόβο που είχε φωλιάσει μέσα του σ' αυτό το νησί τον είχε καταλάβει και μια εξίσου τρομακτική μοιρολατρία - η αίσθηση ότι αυτή ήταν η δική του σπηλιά, ότι το να την προσπεράσει θα σήμαινε πιο βέβαιη καταδίκη και από το ρίσκο που θα έπαιρνε με το να συρθεί μέσα. Αν την προσπερνούσε, θα έπρεπε να μπει σε κάποια από τις επόμενες, εκείνη που βρήκε ο χαμογελαστός, τρομοκρατημένος νεαρός Βαπτιστής που προηγείτο ή ο σιωπηλός, κατσούφης Σουηδός από τη Νότια Ντακότα, τον οποίο ο Κλάινμαν μπορούσε να δει να σκαλίζει με μισή καρδιά το έδαφος κοντά στο νερό, χρησιμοποιώντας τον υποκόπανο του όπλου του.
Η ομάδα πήρε θέσεις για την είσοδο του και στο τελευταίο φως του δειλινού - ήταν σχεδόν εννιά η ώρα και ο ήλιος είχε πέσει επιτέλους - ο Κλάινμαν έσπρωξε πίσω τις δύο κοτρόνες που κάλυπταν το άνοιγμα και τραβήχτηκε στο πλάι για αναγνώριση: ένα επικλινές πέρασμα όχι φαρδύτερο από τους ώμους του κατηφόριζε προς τα ανατολικά, έξω από το οπτικό τους πεδίο. Στάθηκε πίσω: μια χειροβομβίδα θα ήταν άχρηστη και θα προειδοποιούσε τον εχθρό. Έβγαλε το κράνος του, έπειτα κρέμασε το όπλο του σφιχτά από τον ώμο του, με την ξιφολόγχη μπροστά, έβαλε το μικρό του φακό στο στόμα και κινήθηκε στα τέσσερα. Πήρε την πρώτη στροφή μέσα στο σκοτάδι, σκεπτόμενος την Τζίντζερ στο κρεβάτι της, αλλά έπειτα το πέρασμα στένεψε και ο φόβος τον τύλιξε. Άπλωσε τα χέρια του μπροστά και κινήθηκε, ένα με το έδαφος. Νερό κυλούσε από κάτω του, μουσκεύοντας τον. Η πέτρινη οροφή και τα τοιχώματα τον πίεζαν. Με τα χέρια μπροστά, μπορούσε να αισθανθεί τις στροφές του τούνελ πριν τις κατέβει, αλλά σύντομα έγερνε τόσο απότομα προς τα κάτω, που φοβόταν ότι θα έπεφτε σαν βαρίδι αν το τούνελ φάρδαινε. Σύρθηκε με δυσκολία για μια απόσταση που υπολόγισε ότι ήταν δέκα πόδια, με το πέρασμα να στενεύει μέχρι που έπρεπε να περάσει τον έναν ώμο πριν από τον άλλον, προχωρώντας προς τα μπρος με ωθήσεις των δαχτύλων των ποδιών του. Έπειτα οριζοντιώθηκε κάπως και σταμάτησε, ψάχνοντας με τα μάτια πέρα μακριά για φως: απόλυτο σκοτάδι, ούτε τα ίδια του τα μπράτσα δεν μπορούσε να διακρίνει μπροστά του - στα αφτιά του ο ήχος νερού που στάζει. Στο πρόσωπο του η ελαφριά πνοή δροσερού αέρα: αυτό σήμαινε δεύτερη είσοδο. Σήμαινε επίσης μια σπηλιά που πιθανώς θα διάλεγε ο εχθρός. Άρχισε να κλαίει σιωπηλά, ανίκανος να κινήσει τα χέρια του προς το πρόσωπο του. Σηκώθηκαν με δική τους θέληση και η ξιφολόγχη χτύπησε πάνω στο βράχο. Ο εχθρός θα τον περίμενε μια ίντσα πέρα από τα δάχτυλα του. Σκοτάδι μπροστά του. Καταδίκη. Αν δεν έβγαινε σε μια ώρα, η μονάδα θα ξαναγύριζε με ενισχύσεις. Σκέφτηκε ξανά την Τζίντζερ. Έκλεισε τα μάτια του και της έστειλε τη σκέψη του: Σ' αγαπώ, άγγελε μου, - σε σκέφτομαι πάντα. Κατόπιν ορκίστηκε ότι αν ποτέ τα κατάφερνε να γυρίσει σπίτι, θα την παντρευόταν, θα ζούσε μια ήσυχη ζωή και θα έφερνε παιδιά στον κόσμο.
Το ρεύμα του τρεχούμενου νερού ακουγόταν πιο δυνατά και από μακριά ήρθε τώρα ο υπόκωφος ήχος σταγόνων νερού: μια λιμνούλα ίσως, ή μια υπόγεια αίθουσα. Έβγαλε όλο τον αέρα από μέσα του και στριμώχτηκε στο στενό άνοιγμα. Μπόρεσε να συρθεί προς τα μπρος, πρώτα οι ώμοι, μετά το στήθος, έπειτα οι γοφοί. Το τούνελ έστριβε, φαρδαίνοντας, και τώρα πείστηκε ότι κινείτο προς τα πάνω, ακολουθώντας μια τοξοειδή διαδρομή που οδηγούσε πίσω προς το πλάτωμα, όπου οι ρίζες των μεγάλων δέντρων και τα αναρριχητικά φυτά που τα έπνιγαν έβρισκαν το δρόμο τους προς τα κάτω μέσα από τα κενά του βράχου. Το πέρασμα ήταν αρκετά φαρδύ ώστε να λυγίσει ελαφρά τα γόνατα του και να ωθήσει το βάρος του προς τα εμπρός.
Αργότερα στο πλοίο, μετά το Ναγκασάκι και την παράδοση του εχθρού, θα αναρωτιόταν γιατί δεν περίμενε απλά μέσα στη σπηλιά να περάσει η ώρα και μετά να ξανασυρθεί έξω. Κανείς στη μονάδα του δεν θα ήξερε αν είχε βρει κάτι. Αλλά εκείνη την ώρα, με τα δάχτυλα του να εξερευνούν το κενό που φάρδαινε μπροστά του, δεν είχε καν σκεφτεί το ενδεχόμενο να γυρίσει πίσω. Οι άλλοι άντρες βασίζονταν πάνω του. Αυτό ήταν το βασικό μυστικό του στρατού, θα συνειδητοποιούσε πάνω στο κατάστρωμα εκείνο το πρωί: η τιμή της συντροφικότητας. Αλλά εκείνη την ώρα, μέσα στη σπηλιά, κάποιο άλλο αίσθημα είχε απλά παρεισφρήσει μέσα του. Ίσως ήταν θάρρος• παρά το φόβο που τον έκανε ξανά να κλαίει, όσο πιο σιγανά μπορούσε, ανίκανος ακόμα να κινήσει τα χέρια του προς το πρόσωπο του, ήξερε ότι θα συνέχιζε παραπέρα. Με τα μπράτσα του ψηλάφισε τη στενή είσοδο του περάσματος, έπειτα κυρτώθηκε και μπήκε.
Η δίοδος ίσιωσε, έπειτα φάρδυνε. Ανασηκώθηκε - υπήρχε τώρα αρκετός χώρος να συρθεί και, μετά από μερικά ακόμη πόδια, να σταθεί όρθιος: μια υπόγεια αίθουσα. Από την άλλη άκρη ερχόταν ο παφλασμός ενός καταρράκτη. Σηκώθηκε, έφερε το Γκάραντ (1) στα χέρια του, βρήκε ψηλαφίζοντας την ασφάλεια, και την τράβηξε. Ήταν προετοιμασμένος να πεθάνει τώρα, προετοιμασμένος για την εκτίναξη μιας ξιφολόγχης μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Ζάρωσε, ζορίζοντας τα μάτια του να διακρίνουν λάμψη μετάλλου. Έβγαλε το φακό από το στόμα του και τον κράτησε μπροστά του, με το χέρι πάνω στο διακόπτη. Σ' αγαπώ, Τζίντζερ• σε σκέφτομαι πάντα. Τον άναψε και μετά τον έσβησε: ένα είδος διαδρόμου. Στο τέλος του, σκοτάδι. Άπλωσε το χέρι του στο τοίχωμα για να στηριχτεί, έπειτα πέρασε.
Η υγρασία έκανε τώρα το πρόσωπο του να κρυώνει και το νερό έτρεχε για τα καλά: βρισκόταν στην άκρη μιας κοιλότητας. Έμεινε ακίνητος, ένα με τον τοίχο, προσπαθώντας να δει στο σκοτάδι. Έπειτα, πίσω από το βρυχηθμό του καταρράκτη άκουσε ένα ζώο να γρυλίζει: ένα αγριογούρουνο. Ήταν στη φωλιά του! Είχε δει κάποτε ένα κοπάδι από δαύτα να τρέχουν πανικόβλητα στην άκρη των φοινικόδεντρων, με τους χαυλιόδοντές τους στον αέρα, μετά από τότε που ο χαμογελαστός νεαρός Βαπτιστής, τρελαμένος από νοσταλγία για το σπίτι του, είχε χάσει την ψυχραιμία του και πυροβόλησε ένα στην παραλία. Το αγόρι ήθελε να το ψήσει και άρχισε τσιρίζει όταν, αντί γι' αυτό, ο αξιωματικός υπηρεσίας κλότσησε το κουφάρι μέσα στη θάλασσα. Τώρα, το ζώο έδειχνε να είναι προς τα αριστερά του και σε κάποια απόσταση, ίσως στην άλλη άκρη της σπηλιάς. Ο Κλάινμαν στάθηκε ακίνητος, με το όπλο του στραμμένο χαμηλά για να αποκρούσει μια πιθανή επίθεση. Ο ήχος δεν ερχόταν πιο κοντά και συνειδητοποίησε ότι μπορεί να υπήρχε μια λίμνη ανάμεσα τους. Με τα πόδια του έψαξε την τοπογραφία του δαπέδου, σε περίπτωση που θα έπρεπε να κινηθεί για να βρει κάλυψη, κι έπειτα έκατσε πάλι ανακούρκουδα. Κράτησε το χέρι το που έτρεμε πάνω στο διακόπτη του φακού, στήνοντας αφτί για ρουθουνίσματα και προσπαθώντας να μαντέψει την κατεύθυνση από την οποία έρχονταν. Ο ήχος, ανακατεμένος με τον καταρράκτη, τον μπέρδευε. Τον άκουγε χαμηλά και αριστερά του, κάθετα αριστερά και στο επίπεδο του δαπέδου. Σ' αγαπώ, Τζίντζερ, σε σκέφτομαι πάντα. Αναβόσβησε το φακό: δέκα πόδια πιο μπροστά ήταν ξαπλωμένος ένας κοιμισμένος Γιαπωνέζος στρατιώτης.

Σημείωση του μεταφραστή:

1. Είδος τουφεκιού του αμερικανικού στρατού

……………….»

Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →