Πηγή: το βιβλίο "Μητέρες και γιοι" του Θοδωρή Καλλιφατίδη, τρίτη έκδοση, Αθήνα 2008, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι, 10551 Αθήνα, τηλ. 210 3228839, info@gavrielidesbooks.gr,
http://gianniskofinas.isol-servers.org/spilaia/22taratsa/taratsa.htm2) Σήμερα συμπληρώνονται 7 χρόνια "Σπήλαια και Λογοτεχνία". Και του χρόνου με υγεία.

</IMG><br/>n<br/>n"...<br/>n... κι εκείνης τον άντρα τον κυνηγούσαν. Ήταν πρόεδρος στη Ρηχιά, γλυκύτατος άνθρωπος.<br/>n«Ένας άγιος» λέει η μαμά και μου εξηγεί ότι τα βράδια ο πρόεδρος συνήθιζε να παίρνει το φανάρι και να γυρίζει από σπίτι σε σπίτι για να δει αν χρειαζόταν κάποιος βοήθεια. Τα χρόνια της πείνας άνοιξε τις αποθήκες του. Χωρίς εκείνον πολλοί θα είχαν χαθεί. «Αλλά οι φανατισμένοι είναι τυφλοί, δε βλέπουν τίποτα).<br/>nΜαζί με την κουμπάρα κατέβηκαν στο λιμανάκι του Γέρακα, που είναι βαθιά μέσα στον κολπίσκο και φυλάγεται από τους ανέμους, που στα μέρη εκείνα είναι απρόβλεπτοι και θυελλώδεις. Μπήκαν στο καΐκι που τις περίμενε. Άφησαν το λιμανάκι με την προστασία της νύχτας και προσπάθησαν να βγουν στην ανοιχτή θάλασσα. Ήταν αδύνατον. Θεόρατα κύματα υψώνονταν μπροστά τους, σαν να φύλαγαν το λιμάνι και δεν άφηναν κανέναν να βγει. Αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω.<br/>nΣτην ταβέρνα του χωριού ήταν γιορτή. Έψηναν αρνιά και κατσίκια. Έπιναν κρασί, γελούσαν δυνατά και πυροβολούσαν στον αέρα. Ήταν μια ομάδα χίτες που γιόρταζε το θάνατο κάποιου εχθρού.<br/>nΤέτοιοι καιροί ήταν.<br/>n«Ο φόβος κι ο τρόμος του κόσμου ήταν "η τρύπα". Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν ακριβώς, μα λεγόταν ότι ήταν απύθμενη. Όποιον έρριξαν εκεί μέσα δεν ξαναβρέθηκε ποτέ. Ήταν η πόρτα του κάτω κόσμου. Άλλο να πεθάνεις κι άλλο να μη σε ξαναβρούν. Είναι σαν να μην έζησες ποτέ».<br/>nΟι δύο γυναίκες έτρεμαν μην τις ανακαλύψουν, μα η νύχτα ήταν με το μέρος τους. Ξενύχτησαν σε κάποιο γνωστό σπίτι και την άλλη μέρα ο άνεμος είχε πέσει κι έφυγαν πρωί πρωί. Έφτασαν στην Αίγινα.<br/>n...<br/>nΔεν μπορούσα όμως να ξεχάσω και «την τρύπα». Αυτός ο κληρονομικός φόβος για την άβυσσο που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρώτη μέρα. Ο κίνδυνος να πέσεις από τη γη, όπως πέφτεις από ένα αφηνιασμένο άλογο. Ακόμα κι η απώλεια του Παραδείσου ήταν μια πτώση.<br/>nΚάπου στα βουνά γύρω από το χωριό μου υπήρχε μια σπηλιά κι από κει έβγαινε ο Διόνυσος μία φορά το χρόνο και ξελόγιαζε τους ανθρώπους.<br/>nΧιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος φοβάται το βάθος. Πάντα είχε εφιάλτες για απύθμενες θάλασσες, λίμνες και γκρεμούς. Εδώ και μερικές δεκαετίες φοβόμαστε το ύψος. Πρώτα φοβόμασταν μην πέσουμε από τη γη, τώρα μην πέσουμε στη γη από πιο ψηλά.<br/>nΝα το θεωρήσουμε πρόοδο; Ίσως. Αν και κατά βάθος είναι ο ίδιος μύθος της μεγάλης πτώσης.<br/>n..."<br/>n<br/>nΧρήστος Δ. Τσατσαρώνης<br/>nΝεάπολη-Εξάρχεια, Αθήνα<br/>nΜολάοι, Λακωνία