Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: https://lh5.googleusercontent.com/-lecfQ5dt9O4/TtPRVjo_ipI/AAAAAAAAACI/-Emjg8_s4mM/s164/image_thumb.png
nnΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ - ΑΛΛΑ ΚΟΥΦΑΡΙΑn"...nΚοντά στο στόμιο της βαθιάς σπηλιάς ο Φούδας, ακουμπισμένος, φαινότανε να προσέχει έξω στον κρότο που ’κανε η θάλασσα, στις αστραπές, που, κάθε λίγο και λιγάκι, ανάβανε μες στο σκοτάδι. Πιο πέρα ο Κολίρας, καθισμένος σε μια πέτρα, κοίταζε, κρατώντας ένα φαναράκι, στο μέρος του Μούρδα και του Μαρούκα, που στο βάθος της σπηλιάς, σα φαντάσματα μες στο θαμπό φως, ετοιμαζόντανε σιωπηλοί.n- Εμπρός! μίλησε ο Μούρδας.n- Θεός βοηθός!n- Το ίδιο κάνει!nΚαι ο Μαρούκας σήκωσε με τα δύο του χέρια τον κασμά και τον χτύπησε δυνατά χάμω.nΣτο χτύπο αυτόν ο Φούδας στράφηκε. Είδε τον Μούρδα να στέκεται κοντά στο μικρό χωματένιο ύψωμα και να έχει το φανάρι του σηκωμένο και τον κασμά του Μαρούκα να υψώνεται πάλι και να πέφτει γρήγορος.nΠάλι ο Φούδας κοίταξε έξω.nΤο πέλαγος μούγκριζε, βογκούσε, τραγουδούσε θανατικό τραγούδι χωρίς να φαίνεται παρά μια μαυρίλα, ένα σκοτάδι, σα να το τραγουδούσε το μαύρο χάος. Κάποτε όμως η αστραπή, ανοίγοντας τις φωτεινές φτερούγες της, έδειχνε για μια στιγμή τ’ αγριεμένα κύματα να υψώνουνται γυαλιστερά, αφρισμένα, και τα σύννεφα μαύρα, φουσκωμένα από πάνω τους, Και ο άνεμος φυσούσε, σφύριζε μανιακά...nΈκανε κάτι να σκεφθεί, αλλά ο Κολίρας τον πλησίασε.n- Θα σου σβήσει το φανάρι! Δε βλέπεις που άνοιξε; του είπε, βλέποντας την πόρτα του φαναριού του Κολίρα, ανοιχτή.n- Βρε αδερφέ, κι αν σβήσει πιστεύω το ίδιο θα ’μαστε! Δε βλέπεις που είναι μέσα στο σκοτάδι σαν κολοφωτιές! του απάντησε ο Κολίρας κλείνοντας την πόρτα του φαναριού του. Ύστερα, αφού φάνηκε ν’ ακούει τον κρότο της θάλασσας:n- Μωρέ για άκου θάλασσα! Λες κι αγρίεψε, γιατί είμαστε μεις εδώ μέσα... Τρέμει η...n- Βρε, κάτσε από κει και μπορούνε να δούνε το φως!nnΕξωτερική εικόνα στο αρχικό post: https://lh3.googleusercontent.com/--21SRdYYlrQ/TtPR2mqtYGI/AAAAAAAAACQ/Y7mP4yZ4_ms/s240/189652.jpg
nnΟ Κολίρας έκανε δεξιά, γυρίζοντας και το φως του κλεφτοφαναριού του προς τον τοίχο της σπηλιάς.n- Να! Αν κι είναι κουταμάρα! Γιατί ποιος θα δει φως κι από πού; Απ’ αυτή την τρυπούλα;nΟ Φούδας γύρισε και κοίταζε έξω, στο σκοτάδι. Άκουσε το Μούρδα να λέει στο βάθος:n- Βάρα καλά! Μην κουράστηκες;n- Τι λες; Έχω δύναμη να σηκώσω όλη αυτή τη σπηλιά!n- Καλά, σκάβε τώρα να την ξεγεννήσεις! Το παιδάκι της θα είναι χρυσό...nΠάλι ο Κολίρας μίλησε σιγά στον Φούδα.n- Σα να μην πιστεύω τίποτα γι’ αυτά, Φούδα. Τίποτα δε θα βρούμε... Τ λες εσύ; Χαμένοι θα πάνε οι κόποι μας!n- Τι λες βρε; Γιατί δε θα βρούμε; Να, Τώρα θα ιδείς! Κοντός ψαλμός αλληλούια...n- Μα τα σημάδια εκείνα, τα παλιοκουφάρια, πού είναι;n- Τα πέταξα! Δεν το ξέρεις; Μόλις τα βρήκα, τα πέταξα... Τι, να τ’ άφηνα να τα δούνε κι άλλοι αν τυχόν και τους έριχνε η τύχη εδώ; Κι έπειτα, βρε αδερφέ, δεν άκουσες εκεί που σκάβουνε πώς κάνει; Είναι κούφιο από κάτω..,n- Μα πιστεύεις ότι άλλος δεν την ξέρει αυτή τη σπηλιά;n- Μα θα την ήξερα εγώ, αν δε μ’ έριχνε εδώ η θάλασσα; Η τύχη βοήθησε• πώς βοηθά και πέφτουν σε πολλούς λαχεία! Να, έτσι! Άσε που θα φαινόντουσαν σκαψίματα! Κι έπειτα, δεν είδες πώς είναι χωμένη; Κρυψώνας πρώτης! Σε τέτοια μέρη άγρια ερχόταν οι κουρσάροι και κρύβανε τα λεφτά τους, τους θησαυρούς που αρπάζανε...nΠοιος ξέρει αν δεν ήτανε αυτοί που πέταξα και που, βαρεμένοι θανατικά, ήρθαν εδώ για να πεθάνουν κοντά στους θησαυρούς τους... Αν άκουγες κάπου τον παππούλη μου να σου λέει χίλιες δυο ιστορίες για τους κουρσάρους που γυρίζαν, εδώ, τότε θα καταλάβαινες καλά, όσο εγώ, τι μπορεί να βρούμε εδώ! Γιατί ξέρεις, ο άνθρωπος, όσο παίρνει, τόσο ακόμα θέλει... Και, με το Θεό, όλη η γη δεν είναι τίποτα, είναι πολύ πιο μικρή απ’ ό,τι ζητάει αυτός... Και πόσοι και πόσοι δε γυρεύανε και την γυρεύουνε ακόμα αυτή τη σπηλιά… Φαντάσου που ο παππούλης μου μου ’λεγε ότι γυρίζανε ζητώντας την και ψάχνοντας εδώ γύρω, ένας καλόγερος, ή ντυμένος καλογερίστικα, με τρεις λαϊκούς. Κι είχανε φάει τον κόσμο! Πολλοί είχανε μυριστεί ότι έψαχνε για το θησαυρό κι αυτός, που ο κουρσάροι είχανε κρύψει σε σπηλιά, γιατί όλοι σε σπηλιές κρυβόντανε, έμπαινε αυτός και τα συντρόφια του και ψάχνανε! Είχανε δει και σε πολλές και το χώμα ανακατωμένο... Άδικα ψάχνανε, ε; Ήτανε γραφτό άλλοι να τη βρούνε! Ε, και όταν είδα τα τρία κουφάρια κι ύστερα αγνάντεψα και το χώμα που ήτανε κοντά σωρός, πήγα να πάθω, σου κάνω όρκο, τρέλα! Καλύτερα σημάδια δεν ήθελα.nΟ Φούδας έπαψε και γύρισε να δει στο βάθος τι γινότανε.nΟ Μαρούκας δεν έσκαβε τώρα, αλλά έσερνε με το φτυάρι το χώμα, ενώ ο Μούρδας, σκυμμένος με το φανάρι, κοίταζε...n- Πλακάρα είναι!n- Ακούς; πλάκα! είπε ο Φούδας στον Κολίρα και κινήθηκε να πάει κοντά.n- Τι τρέχει; ρώτησε ο Κολίρας κι όρμησε κοντά του.n- Πάει το φανάρι σου... του είπε ο Φούδας ακολουθώντας τον και βλέποντας το φως το φαναριού του να σβήνει.n- Τι στο διάολο είναι αυτό! έκανε ο Μαρούκας, χτυπώντας κάτι με το φτυάρι.n- Για στάσου...nΚι ο Μούδρας έσκυψε και το πήρε.nΉτανε ένα αγαλματάκι, ίσαμε μια σπιθαμή, ασημένιο, το μισό γυναίκα και το μισό ψάρι.n- Γοργόνα! φώναξε ο Μούρδας.n- Για, για!n- Να την! Δέτε την...n- Ζήτω!n- Ζήτω!nΚι ο Κολίρας, με σβηστό το φανάρι, πήδησε στο λάκκο, άρπαξε το Μαρούκα, τον έβγαλε έξω, κι αρχίσανε να πηδούνε. Το ίδιο έκανε κι ο Φούδας. Αυτός άρπαξε το Μούρδα, τον ανάγκασε ν’ αφήσει το φανάρι του στο χωματένιο ύψωμα και το αγαλματάκι κάπου κει, και σύροντας τον έπειτα, ενώθηκε με τους άλλους δύο που πηδούσανε σαν τρελοί, στη μέση της σπηλιάς. Και τότε κι τέσσερες αρχίσανε να χορεύουνε μανιακά, να φωνάζουνε, να τραγουδάνε ό,τι τους ερχότανε, κομματιασμένα τραγούδια, ο καθένας το δικό του, φωτισμένοι απ’ το λιγοστό φως το φαναριού. Απ’ έξω κι η θάλασσα φώναζε, βογκούσε και τραγουδούσε κι αυτή κάποιο τραγούδι, θανατικό όμως, κι ο άνεμος σφύριζε, φώναζε... Η αστραπή έσκιζε το σκοτάδι, χτυπούσε την άκρη της σπηλιάς με τα φτερά της, και χανότανε.nΚουρασμένοι, ιδρωμένοι, σταθήκανε.n- Εμπρός τώρα, δουλειά! διέταξε ο Μούρδας.nΟ Μαρούκας κινήθηκε να πάει προς τα κει.n—Όχι συ τώρα! Είναι η σειρά του Φούδα και του Κολίρα. Να πιάσουν να τη φέρουνε βόλτα, να την ξεσκεπάσουν! Ο ένας να σκάβει γύρω-γύρω κι ο άλλος με το φτυάρι. Έχει χόντρος και θέλει αέρα να ’χουμε για να την τουμπάρουμε! Α, γεια σας, παιδιά! Για τελευταία φορά κάνουμε δουλειά, ύστερα έχει γλέντια και γλέντια...nΟι δύο, ο Φούδας κι ο Κολίρας, προχωρήσανε στο λάκκο το σκαμμένο απ’ το Μαρούκα. Ο Κολίρας άρχισε να σκάβει γρήγορα γρήγορα, ενώ ο Φούδας με το φτυάρι προσπαθούσε να τον βοηθά, μαζεύοντας το χώμα, που είχε από πριν, χωρίς κι αυτός να μπει στο λάκκο μέσα, αλλ’ από πάνω.nΟ Μούρδας κι ο Μαρούκας κοιτάζανε χωρίς να μιλούνε. Ο Μούρδας σ’ ένα κοίταγμα του Μαρούκα του ένεψε ότι θέλει να του πει και προχώρησε πρώτος έξω. Ο άλλος τον ακολούθησε, κι έτσι ο ένας πίσω απ’ τον άλλον βγήκαν απ’ το χαμηλό στόμιο έξω, όπου αιστανθήκανε πιτσίλισμα νερού σα φτύσιμο στο πρόσωπο.nΟ Μούρδας, καθώς βγήκε, έσκυψε και κοίταξε πίσω. Οι δύο δουλεύανε χωρίς να δίνουν προσοχή σ’ αυτούς, ο ένας σκάβοντας κι ο άλλος πετώντας το χώμα. Κείνη τη στιγμή ο Φούδας πετούσε μια φτυαριά χώμα... Σε όχι πολύ ακούσανε τη φωνή τη Φούδα να λέει:nΕ, πού είσαστε! ελάτε.nnΕξωτερική εικόνα στο αρχικό post: https://lh4.googleusercontent.com/-EpP4W7XLd0s/TtPQX3mhbGI/AAAAAAAAAB8/MhTDFOWjIug/s500/2.jpeg
nnΜπήκαν μέσα •και πλησιάσανε το Φούδα και τον Κολίρα, που είχανε σταθεί και περίμεναν στηριγμένοι στα εργαλεία τους.n- Να! γύρω - γύρω...n- Ναι, ναι... Μπράβο!n- Αλλ’ ακόμα λιγάκι κει στις άκρες... Για να ’χουμε τράτο!nΟ Φούδας κι ο Κολίρας σκύψανε πάλι στη δουλειά τους, αλλά ξαφνικά ο Μούρδας κι ο Μαρούκας ορμούνε πάνω τους και τους χτυπούνε, τους βυθίζουνε τα μαχαίρια τους πίσω ρίχνοντάς τους και μπρούμυτα. Ο Κολίρας, αν και χτυπημένος καλά, με φωνή τρομερή, ξέφυγε κι έκανε ν’ αρπάξει το Μαρούκα απ’ το λαιμό, αλλά άλλη μαχαιριά, άλλη στο στήθος, άλλη στο κεφάλι, τον κάνανε να ξαπλωθεί καλά πάνω στην πλάκα, σέρνοντας όμως και το Μαρούκα πάνω του, και δίπλα στους δυο άλλους, που ο ένας, ακίνητος πια, χωρίς ούτε βόγκο, έμενε και δεχότανε τις μαχαιριές απ’ τον Μούρδα, που κρατώντας τον, γονατισμένος, τον χτυπούσε, τον χτυπούσε...nΚι οι δύο έμειναν ακίνητοι σε λίγο. Αίμα έτρεχε πάνω στην πλάκα και κυλούσε στο γύρω σκάψιμο...nΑυτοί όρθιοι, φωτισμένοι απ’ το θαμπό φως, που πιο δυνατά χτυπούσε τους δύο σκοτωμένους, σταθήκανε ακίνητοι, σιωπηλοί, χωρίς να κοιτάζει ο ένας τον άλλον.nΆκουσαν τον βόγκο του πελάγους, το μανισμένο χτύπημα των κυμάτων, που ήταν άλλοτε σα να κυλούσαν αυτά σε βάραθρο βαθύ κι άλλοτε σαν κρότοι αλυσίδων πολλών πολλών, απείρων, αλυσίδων του Άδη. Αστραπή έλαμψε και χάθηκε, σα να μπήκε, είδε στην πόρτα τι είχε γίνει κι έφυγε γρήγορα.nΈτσι τους φάνηκε ότι κείνη τη στιγμή κάποιος θα φαινόνταν, όχι άνθρωπος, αλλά με μορφή ανθρώπου να μπαίνει μέσα απ’ το μαύρο στόμιο...nΟ Μούρδας έφερε το ματωμένο μαχαίρι του στο στόμα και το έγλειψε...n- Κάν’ το και συ! έκανε στο σύντροφό του.n- Τι να κάνω; ρώτησε αυτός κίτρινος κίτρινος.n- Να γλείψεις το μαχαίρι! Έλα, κάν’ το ντε... Κείνος που γλείφει το αίμα δεν πιάνεται, μωρέ...nΟ Μαρούκας το έκανε, χωρίς να μπορέσει να κρατήσει μια κίνηση σιχαμού και φρίκης.n- Τώρα; ρώτησε έπειτα.n- Τι τώρα; Τώρα πάνε!nΚαι ο Μούρδας γύρισε κι είδε τους δύο σκοτωμένους.n- Έλα έλα, παραμέρισέ τους, για να τελειώνουμε...nΚείνη τη στιγμή ο ένας απ’ τους δυο σκοτωμένους έκανε μια κίνηση μικρή μικρή, έτσι κινήθηκε ελαφρά ελαφρά και πάλι έπεσε στη φοβερή ακινησία, αλλά ο Μαρούκας, που έκανε να πλησιάσει, στάθηκε φοβισμένος.n- Ζούνε... είπε.n- Τι; Ζούνε; Στάσου και δεν πρέπει να παιδεύονται!nΚι ο Μούρδας, σκύβοντας, βύθισε καλά το μαχαίρι του και στους δυο...n- Να και συ, να και συ! τους έλεγε καθώς βύθιζε το μαχαίρι του.nΣηκώθηκε έπειτα άγριος και γεμάτος ιδρώτα.n- Έλα!nΟ Μαρούκας πλησίασε, αλλά καθώς έκανε να σκύψει:n- Δε μπορώ! είπε.n- Τι λες, μωρέ; Στο διάολο... Να λοιπόν !.. Δε μπορείς...nΚι ο Μούρδας αρπάζοντας τον ένα μετά τον άλλον, τους έριξε, τους πέταξε πέρα με φοβερή δύναμη. Ακίνητοι πέφτανε, μ’ έναν κρότο που θύμισε στο Μαρούκα σφαγμένα μοσχάρια που έριχνε από το κάρο του.n- Εμπρός τώρα! Έλα, έλα... Μη χάνουμε καιρό! Να την τουμπάρουμε... Απ’ εκεί.. Από κάτω... Καλά, καλά! Έτσι... έλεγε ο Μούρδας βάζοντας τη μύτη του κασμά από κάτω και βλέποντας το Μαρούκα να κάνει πάρα κάτω το ίδιο, βάζοντας το ξύλο αυτός του φτυαριού, και κάτω απ’ αυτό μια πέτρα. Έτσι τη σηκώσανε λίγο. Ύστερα, κρατώντας ο ένας με το λοστό την πλάκα, ο άλλος πέταξε τον κασμά και την άρπαξε με τα χέρια.n-Έλα!nnΕξωτερική εικόνα στο αρχικό post: https://lh5.googleusercontent.com/-Wnvyl4b9TYU/TtPOqzkSwvI/AAAAAAAAABs/NvaMxtWSx2Q/s496/illus-211.jpg
nnΚι οι δύο μαζί, ενώνοντας τις δυνάμεις τους, τη σηκώσανε με κόπο πολύ και δυνατό πάλεμα. Ένας λάκκος φάνηκε να μαυρίζει. Η πλάκα έπεσε δίπλα.n- Επιτέλους! Εδώ σας έχουμε, εδώ... Άντε, εδώ! Έτσι μωρέ, έτσι... Από αίμα, μωρέ, βγαλμένα, με αίμα παρθήκατε... Με αίμα παλικάρια σκάβανε, παλικάρια, που δώσανε το αίμα τους για σας... Παλικάρια... Μην τα νοιάσει όμως, αδέρφια δικά τους είμαστε και μεις, απ’ το ίδιο σόι... έτσι ήτανε γραφτό, δικά μας να γίνουνε, δικά μας!nΈλεγε ο Μούρδας καθώς στεκότανε πάνω απ’ το λάκκο, σα να έψελνε τους χαμένους ληστές, που θα κληρονομούσε.n- Τώρα; έκανε ο Μαρούκας κοιτάζοντας το λάκκο.n- Μα τι έπαθες συ, τώρα και τώρα; Πάψε πια! του είπε ο Μούρδας απότομα και με κάποια ορμή ευχαρίστησης. Να, τώρα, τώρα θα κατεβώ και θα ιδείς τώρα... Πάρε το φανάρι και φέξε λίγο ! Α, κουνήσου... Και τώρα, τώρα θα ιδείς... Σήκωσε ψηλά το φανάρι... Α, γεια σου! Και δεν είναι βαθύς! Έτσι, έτσι... οπ!nΚαι κατέβηκε μέσα στο λάκκο, που ήτανε ίσαμε ανάστημα αντρός ψηλού.n- Φέξε καλά! έκανε στο Μαρούκα.nΟ Μαρούκας σήκωσε το φανάρι του όσο μπορούσε καλύτερα.n- Μπρε τι είναι τούτο;n- Τι είναι;nnΕξωτερική εικόνα στο αρχικό post: https://lh6.googleusercontent.com/-GOCI_KrjUFo/TtPPLuT0wnI/AAAAAAAAAB0/toypxmy_3uU/s259/images.jpg
nnΩ, να πάρει ο διάολος, ο διάολος να πάρει... Κουφάρι! Ένα σκέλεθρο… Νάτο...nΚαι ο Μούρδας πέταξε έξω ένα κρανίο σκελετού, έπειτα πόδια και ρούχα μαζί.n- Μωρέ, για δώσε μου το φως!nΟ Μαρούκας του το ’δωσε και είδε κι αυτός, καθώς κατέβασε το φως, κόκαλα ανθρώπινα, ένα κρανίο ακόμα.nΜωρέ κι άλλο! έλεγε ο Μούρδας. Κατάρα... Στο διάολο! Δυο ήτανε... Μα τι στο διάολο θέλανε αυτά δω μέσα;nΚι άρχισε να τα πετά έξω.nΧρήματα, χρυσαφικά, όμως, τίποτε! Σκυθρωπός ζήτησε τον κασμά. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι απ’ το μέτωπό του και δίνοντας το φανάρι στο Μαρούκα, άρχισε να σκάβει, να σκάβει μανιακά. Τίποτα, τίποτα... Στάθηκε σιωπηλός, ιδρωμένος, άγριος.n- Την πάθαμε! έκανε κοιτάζοντας το σύντροφό του.n- Τι κάναμε! θρηνούσε ο Μαρούκας. Μωρέ τι κάναμε! Πάνε άδικα οι κακόμοιροι, άδικα...nΟ Μούρδας τον κοίταζε σκυθρωπός σκυθρωπός.n— Τι κάναμε! έλεγε ο Μαρούκας.n— Τι κάνεις έτσι ρε, σα γυναίκα... τον διέκοψε άγρια ο Μούρδας. Τι κάναμε; Ε, ένα θάνατο χρωστούσανε! Εμάς να κλαις μωρέ, εμάς! Τι χάσαμε... Και το ύστερο, τι φταίμε μεις; Τα σημάδια φταίνε κείνα τα σκέλεθρα, που βρήκε ο Φούδας εδώ και το χώμα αυτό εκεί! Κάποιοι μας τη φτιάξανε αυτή τη δουλειά, κάποιοι...nΚαι αφού στάθηκε για λίγο με γυρμένο το κεφάλι άπλωσε το χέρι του χωρίς ν’ αφήσει τη στάση του:n- Τώρα θα δεις κι εγώ τι θα κάνω... Τα ίδια κι εγώ... Έτσι θα είναι φίνα και φίνα... Για, λέω, είπε κοιτάζοντας το σύντροφό του, έλα να πιάσουμε και να ρίξουμε αυτούς εκεί μέσα στο λάκκο. Και να τους σκεπάσουμε και μεις καλά καλά... Όπως ήτανε πριν... Και τη γοργόνα πάνω, όπως ήτανε... Κι αυτά εδώ... αυτά τα σκέλεθρα, τα κουφάρια, να τ’ αφήσουμε για σημάδια για κείνους που ψάχνουνε να βρουν το θησαυρό...n nΑπό τη συλλογή «Τριανταδύο διηγήματα» (1921)n..."nnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςnΝεάπολη / Εξάρχεια, Αθήνα