Ταξίδι στο κέντρο της Γης
Το μυθιστόρημα «Ταξίδι στο κέντρο της γης» (“Voyage au centre de la terre”) του Ιουλίου Βερν (Jueles Ve
e – εκδ. Παρίσι 1864) είναι το πιο γνωστό λογοτεχνικό κείμενο «σχετικό» με τη σπηλαιολογία. Η ιστορία έχει ως εξής:
Στην πόλη του Αμβούργου, στη Γερμανία, ένα μεσημέρι επιστρέφει στο σπίτι του ο γεωλόγος Otto Lindenbrock, καθηγητής πανεπιστημίου στην έδρα της ορυκτολογίας. Παρουσιάζει στον φιλοξενούμενο ανιψιό και προστατευόμενο του Axel (επίσης γεωλόγο), ένα σπάνιο βιβλίο του 12ου αιώνα με θέμα το χρονικό Νορβηγών βασιλέων της Ισλανδίας, που αγόρασε από ένα Εβραίο παλαιοβιβλιοπώλη. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο μέσα από τις σελίδες πέφτει ένα κομμάτι παλιάς περγαμηνής με ένα μικρό κείμενο γραμμένο στη ρουνική αλφάβητο. Ψάχνοντας για το συγγραφέα, βρίσκουν σε μια γωνία της περγαμηνής την υπογραφή του. Πρόκειται για τον A
e Saknussemm, το διάσημο Ισλανδό αλχημιστή του 16ου αιώνα. Αναλύοντας τις δυνατότητες ερμηνείας του κειμένου αποφασίζουν να το αποδώσουν στα Λατινικά. Όμως αυτό που προκύπτει είναι τελείως ακατάληπτο και γρήγορα γίνεται φανερό ότι το κείμενο είναι κωδικοποιημένο. Μετά από συνεχείς, πυρετώδεις αλλά αποτυχημένες προσπάθειες να αποκωδικοποιήσει το κείμενο, ο καθηγητής Lindenbrock απελπίζεται ενώ ο ανιψιός Axel τυχαία βρίσκει το κλειδί του κώδικα, ερμηνεύει το κείμενο, μένει έκθαμβος και δεν το αποκαλύπτει στο θείο του γιατί φοβάται τις συνέπειες. Τελικά υποκύπτει. Το κείμενο λέει:
Κατέβα στον κρατήρα του Yocul του Sneffels,
εκεί όπου πέφτει πριν από τις καλένδες του Ιουλίου
ο ίσκιος του Scartaris
ατρόμητε ταξίδι και θα φτάσεις στο κέντρο της Γης.
Εγώ τα κατάφερα. A
e Saknussemm.
Και βέβαια συμβαίνει αυτό που ο Axel φοβόταν. Ο θείος του δίνει αμέσως εντολή να ξεκινήσουν για…. το ταξίδι στο κέντρο της γης!
Πάνε στην Ισλανδία, εκεί που βρίσκεται το συγκρότημα ηφαιστειακών κρατήρων Sneffels την κατάλληλη εποχή (τέλος Ιουνίου ώστε να είναι εκεί στις καλένδες – την πρώτη μέρα - του Ιουλίου) και έχοντας μαζί τους έναν τοπικό οδηγό, τον Hans, φθάνουν στο σημείο όπου η σκιά της κορυφής Scartaris υποδεικνύει το σωστό σημείο εισόδου. Κατεβαίνουν, χρησιμοποιώντας σχοινιά και μια «πρωτότυπη» τεχνική, ένα βάραθρο βάθους σχεδόν 1000 μέτρων και από τον πυθμένα του εισέρχονται στο εσωτερικό της γης. Ταξιδεύουν εκεί για περίπου οκτώ εβδομάδες, συναντούν αναρίθμητες δυσκολίες και αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα και κινδύνους αλλά και αντικρίζουν απίστευτη ομορφιά, εξερευνούν και ανακαλύπτουν ανεξερεύνητους κόσμους με την προσωπικότητα του A
e Saknussemm πανταχού παρούσα αφού συνεχώς συναντούν σημάδια τη δικής του πρώτης εξερεύνησης, 300 χρόνια πριν και παίρνουν κουράγιο. Στο τέλος επιστρέφουν στην επιφάνεια με ένα τελείως απροσδόκητο τρόπο και σε σημείο πολύ… διαφορετικό από αυτό της εισόδου!
Ένα συναρπαστικό βιβλίο (όπως όλα άλλωστε του θείου Ιούλιου) που, ας χρησιμοποιήσουμε το κλισέ, «δεν πρέπει να λείπει» από τις βιβλιοθήκες των σπηλαιολόγων.
Ακολουθούν αποσπάσματα:
«……………….
Τώρα πια άρχιζε το αληθινό ταξίδι. Ως εκείνη τη στιγμή, η ταλαιπωρία μας ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις δυσκολίες που είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Από δω κι εμπρός όμως, τα εμπόδια θα ξεφύτρωναν στην πραγματικότητα σε κάθε μας βήμα.
Δεν είχα στρέψει ακόμα ούτε μια φορά το βλέμμα μου σ' αυτό το αχανές λαγούμι όπου θα καταβαραθρωνόμουν. Είχε έρθει λοιπόν η ώρα. Είχα ακόμα περιθώριο να λάβω μέρος σ' αυτή την επιχείρηση ή ν' αρνηθώ να συμμετάσχω στο εγχείρημα. Ντράπηκα ωστόσο να κάνω πίσω μπροστά στον κυνηγό. Ο Χανς αποδεχόταν τόσο ήρεμα, με τόση αδιαφορία αυτή την περιπέτεια, χωρίς να νοιάζεται στο παραμικρό για τους κινδύνους, που ένιωθα να κοκκινίζω και μόνο στην ιδέα ότι θα δειχνόμουν λιγότερο γενναίος από κείνον. Αν ήμουν μόνος, θα είχα ξαναρχίσει ν' αραδιάζω τα ακλόνητα επιχειρήματα μου• μπροστά στον κυνηγό όμως δεν έβγαλα άχνα. Μια σκέψη μου πέταξε ως την ωραία μου Βιρλανδέζα, και πλησίασα πιο κοντά στην κεντρική υπόγεια δίοδο.
Είχα πει ότι η διάμετρος της είχε μήκος εκατό πόδια ή η περίμετρος της τριακόσια. Έσκυψα πάνω από ένα βράχο που έγερνε προς τα μέσα, και κοίταξα. Ένιωσα τις τρίχες μου να σηκώνονται όρθιες. Το αίσθημα του κενού κατέκλυσε ολόκληρο το είναι μου. Αισθάνθηκα το κέντρο βάρους μου να μετατοπίζεται, κι ο ίλιγγος με χτύπησε κατακέφαλα σαν μεθύσι. Τίποτα δε ζαλίζει ένα άνθρωπο περισσότερο απ' αυτή την έλξη που ασκεί επάνω του η άβυσσος. Κόντευα να πέσω. Εντούτοις ένα χέρι με συγκράτησε. Το χέρι του Χανς. Το δίχως άλλο, τα «μαθήματα ιλίγγου» που είχα πάρει στη Φρέλσερς Κιρκ της Κοπεγχάγης δεν ήταν αρκετά.
Παρ' όλα αυτά, όσο σύντομη κι αν ήταν η ματιά που έριξα ένα γύρω σ' αυτό το λαγούμι, μπόρεσα να πάρω μια ιδέα για τη μορφολογία του. Τα τοιχώματα του, που ήταν σχεδόν απόκρημνα, είχαν πολλές προεξοχές που θα διευκόλυναν την κατάβαση μας. Η σκάλα μπορεί να υπήρχε, δε φαινόταν όμως πουθενά κάποιο πλάτωμα. Ένα σκοινί δεμένο στο στόμιο θα 'ταν αρκετό για να μας κρατήσει, αλλά πώς θα το λύναμε όταν θα 'χαμε φτάσει στο άλλο άκρο του; Ο θείος μου χρησιμοποίησε μια πολύ απλή μέθοδο για να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα. Ξετύλιξε ένα σκοινί που είχε το πάχος ενός αντίχειρα και μήκος τετρακόσια πόδια• άφησε πρώτα το μισό να πέσει προς τα κάτω, ύστερα το τύλιξε γύρω από έναν όγκο λάβας που σχημάτιζε μια προεξοχή, και πέταξε το άλλο μισό μέσα στη δίοδο. Έτσι, καθένας από μας θα μπορούσε να κατεβαίνει κρατώντας ενωμένα στο χέρι του και τα δύο τμήματα του σκοινιού, που μ' αυτό τον τρόπο θα ήταν αδύνατο να ξετυλιχτεί. Όταν θα είχαμε κατέβει σε βάθος διακοσίων ποδιών, θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να το μαζέψουμε ελευθερώνοντας τη μια του άκρη και τραβώντας την άλλη. Έπειτα θα επαναλαμβάναμε το ίδιο ad infinitum (1)..
—Τώρα, είπε ο θείος μου αφού ολοκλήρωσε τις προετοιμασίες του, θα ασχοληθούμε με τις αποσκευές μας. Θα τις χωρίσουμε σε τρία πακέτα κι ο καθένας μας θα δέσει ένα στην πλάτη του. Το μόνο που με απασχολεί είναι το θέμα των εύθραυστων αντικειμένων.
Ήταν φανερό ότι ο ατρόμητος καθηγητής δεν υπολόγιζε σ' εμάς γι' αυτή την κατηγορία των πραγμάτων.
—Ο Χανς, ξανάπε, θα αναλάβει τα εργαλεία κι ένα μέρος των τροφίμων. Εσύ, Άξελ, θα μεταφέρεις το ένα τρίτο των τροφίμων και τα όπλα. Εγώ, τα υπόλοιπα τρόφιμα και τα ευαίσθητα όργανα.
—Μα, παρατήρησα, τι θ' απογίνουν τα ρούχα κι όλα αυτά τα σκοινιά και οι σκάλες; Ποιος θ' αναλάβει να τα κατεβάσει;
—Θα κατέβουν μόνα τους.
—Πώς θα γίνει αυτό; ρώτησα.
—Θα δεις.
Ο θείος μου δεν το είχε σε τίποτα να βάλει σ' ενέργεια τα μεγάλα μέσα, και δε δίσταζε διόλου να το κάνει. Με εντολή του, ο Χανς έφτιαξε έναν μπόγο με όλα τα αντικείμενα που δεν είχαν κίνδυνο να καταστραφούν και, αφού τον έδεσε γερά, πέταξε μια και δυο όλο το πακέτο στο βάραθρο.
Στ' αυτιά μου έφτασε το ηχηρό μουγκρητό των στρωμάτων του αέρα που μετατοπίζονταν. Ο θείος μου, σκυμμένος πάνω απ' την άβυσσο, παρακολούθησε ικανοποιημένος την κατάβαση των αποσκευών του και δεν ανασηκώθηκε παρά μόνο όταν χάθηκαν απ' τα μάτια του.
—Ωραία, είπε. Σειρά μας τώρα.
Καλώ οποιονδήποτε καλόπιστο άνθρωπο να μου πει αν θα του ήταν ποτέ δυνατό να μη δοκιμάσει ρίγη να τον διαπερνούν στο άκουσμα αυτών των λόγων!
Ο καθηγητής έδεσε στην πλάτη του το δέμα με τα όργανα• ο Χανς πήρε εκείνο που περιείχε τα εργαλεία κι εγώ αυτό με τα όπλα. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε με την ακόλουθη σειρά: πρώτος ο Χανς, μετά ο θείος μου και τέλος
εγώ. Η κατάβαση μας γινόταν μέσα σε απόλυτη σιγή, που την τάραζαν μόνο τα θραύσματα που κυλούσαν στην άβυσσο.
Αφέθηκα να γλιστρήσω, για να το πω έτσι, σφίγγοντας μ' όλη μου τη δύναμη τα δυο σκοινιά με το ένα χέρι και προσπαθώντας με το άλλο να στηρίζομαι στα τοιχώματα με τη βοήθεια του ορειβατικού μπαστουνιού μου. Μόνο μια σκέψη στοίχειωνε το μυαλό μου: φοβόμουν μήπως δε βρούμε μέρος να σταθούμε. Αυτό το σκοινί μου φαινόταν πολύ λεπτό για ν' αντέξει το βάρος τριών ανθρώπων. Κρεμόμουν επάνω του όσο λιγότερο μπορούσα, ισορροπώντας με θαυμαστό τρόπο πάνω στις προεξοχές της λάβας που έψαχνε να βρει το πόδι μου σαν να 'ταν ένα τρίτο χέρι.
Κάθε φορά που ένα απ' αυτά τα γλιστερά σκαλοπάτια υποχωρούσε κάτω απ' τα πόδια του Χανς, εκείνος έλεγε με την ήρεμη φωνή του:
—«Γκιφ ακτ»!
—Προσοχή! επαναλάμβανε ο θείος μου.
Μετά από μισή ώρα είχαμε φτάσει στην επιφάνεια ενός βράχου που ήταν γερά σφηνωμένος στα τοιχώματα του λαγουμιού.
Ο Χανς τράβηξε το σκοινί από τη μια του άκρη. Η άλλη πετάχτηκε προς τα πάνω και, αφού πέρασε πάνω απ' τον ψηλότερο βράχο, έπεσε καταγής συμπαρασύροντας κομματάκια πέτρας και λάβας, που έπεφταν γύρω μας σαν βροχή ή, καλύτερα, σαν ένα πολύ επικίνδυνο χαλάζι.
Σκύβοντας πάνω απ' το στενό μας πλάτωμα, παρατήρησα ότι ο πάτος της τρύπας παρέμενε ακόμα αθέατος.
Επαναλάβαμε την ίδια μέθοδο με το σκοινί και, ύστερα από μισή ώρα, είχαμε κατέβει άλλα διακόσια πόδια βαθύτερα.
Δεν ξέρω κατά πόσο ένας παθιασμένος γεωλόγος θα επιχειρούσε να μελετήσει, στη διάρκεια αυτής της κατάβασης, τη φύση του εδάφους που τον περιέβαλλε. Όσο για μένα, δεν έδινα την παραμικρή σημασία• λίγο μ' ενδιέφερε αν ανήκε στην πλειόκαινη, στη μειόκαινη, στην ηώκαινη, στην κρητιδική, στην ιουρασική, στην τριαδική, στην πέρμια, στη λιθανθρακοφόρο, στη δεβόνια, στη σιλούρια ή στην πρωτογενή περίοδο (2). Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία όμως ότι ο καθηγητής έκανε παρατηρήσεις ή κρατούσε σημειώσεις, γιατί σε μια από τις στάσεις μας μου είπε:
—Όσο προχωρώ, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση μου. Η μορφολογία αυτού του ηφαιστειακού εδάφους δικαιώνει απόλυτα τη θεωρία του Ντέιβυ. Το έδαφος στο οποίο βρισκόμαστε είναι εκατό τοις εκατό προϊστορικό. Είναι το έδαφος στο οποίο έγινε η χημική διεργασία των μετάλλων, τα οποία αναφλέχτηκαν στην επαφή τους με τον αέρα και το νερό. Αποκλείω εντελώς το ενδεχόμενο να υπάρχει ένα σύστημα εσωτερικής θερμότητας. Άλλωστε, θα το διαπιστώσουμε από κοντά.
Πάντα καταλήγαμε στο ίδιο σημείο. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι οι συζητήσεις αυτές δε μου ήταν καθόλου ευχάριστες. Ο θείος μου εξέλαβε τη σιωπή μου ως συγκατάθεση, και ξαναρχίσαμε να κατεβαίνουμε.
Μετά από τρεις ώρες εξακολουθούσα να μη διακρίνω τον πάτο της διόδου. Κάθε φορά που σήκωνα το κεφάλι μου, έβλεπα το στόμιο της να φαντάζει ολοένα και μικρότερο. Τα τοιχώματα της είχαν μια ελαφριά κλίση προς τα μέσα, κι όσο προχωρούσαμε, το άνοιγμα της μίκραινε. Το σκοτάδι όσο πήγαινε και πύκνωνε.
Ωστόσο, συνεχίζαμε την κατάβαση μας. Είχα την αίσθηση ότι ο θόρυβος από τις πέτρες που ξεκολλούσαν απ' τα τοιχώματα του πηγαδιού ήταν τώρα λιγότερο δυνατός κι ότι θα 'πρεπε να φτάνουν γρηγορότερα στον πάτο της αβύσσου.
Είχα σημειώσει ως την παραμικρή λεπτομέρεια τους ελιγμούς που κάναμε με το σκοινί, κι έτσι μπορούσα να υπολογίσω με ακρίβεια το βάθος στο οποίο είχαμε φτάσει και το χρόνο που είχε μεσολαβήσει.
Είχαμε επαναλάβει δεκατέσσερις φορές αυτή τη διαδικασία, που διαρκούσε μισή ώρα κάθε φορά. Είχαν μεσολαβήσει λοιπόν επτά ώρες συν δεκατέσσερις ανάπαυλες του ενός τετάρτου, που μας κάνουν τρεισήμισι ώρες. Συνολικά, δέκα ώρες και μισή. Είχαμε φύγει στη μία, κι εκείνη τη στιγμή θα έπρεπε να είναι έντεκα.
Όσο για το βάθος στο οποίο είχαμε φτάσει, το γεγονός ότι είχαμε επαναλάβει τη διαδικασία με το σκοινί των διακοσίων ποδιών δεκατέσσερις φορές σήμαινε ότι είχαμε διανύσει δύο χιλιάδες οκτακόσια πόδια.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του Χανς:
—Αλτ! είπε.
Σταμάτησα απότομα τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να χτυπήσω με τα πόδια μου το κεφάλι του θείου μου.
—Φτάσαμε, είπε εκείνος.
—Πού; ρώτησα καθώς αφηνόμουν να γλιστρήσω δίπλα του.
—Στον πάτο αυτής της κατακόρυφης διόδου.
—Ώστε δεν υπάρχει άλλο άνοιγμα;
—Μα και βέβαια. Διακρίνω κάτι που μοιάζει με διάδρομο και λοξοδρομεί προς τα δεξιά. Θα το δούμε αύριο αυτό. Τώρα ας φάμε κάτι και μετά θα κοιμηθούμε.
Γύρω μας επικρατούσε ακόμα μισοσκόταδο. Ανοίξαμε το σάκο με τις προμήθειες, φάγαμε, κι ο καθένας ξάπλωσε όσο καλύτερα μπορούσε πάνω σ' ένα κρεβάτι από πέτρες και θραύσματα λάβας. Κι όταν, ξαπλωμένος ανάσκελα, άνοιξα τα μάτια μου, διέκρινα ένα φωτεινό σημείο στην άκρη αυτού του σωλήνα που είχε μήκος τρεις χιλιάδες πόδια και ο οποίος έμοιαζε μ' ένα γιγάντιο κιάλι.
Ήταν ένα αστέρι που δε σπινθηροβολούσε καθόλου, το οποίο, κατά τους υπολογισμούς μου, έπρεπε να είναι το 6 της Μικρής Άρκτου.
Ύστερα βυθίστηκα σ' ένα βαθύ ύπνο.
……………..»
1. Επ' άπειρον, στα λατινικά. (Σ.τ.Μ.)
2. Γεωλογικές περίοδοι, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε αρκετές χιλιετίες. Κατά τη διάρκεια τους, ο πλανήτης, η χλωρίδα και η πανίδα του πέρασαν από πολλά διαφορετικά στάδια εξέλιξης. (Σ.τ.Μ.)
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα