HomeForumForum TimelineBy AuthorForum PulseSearchMembersStatsfhs.gr

Τα δίδυμα των σπηλαίων

Topic #2319 στο forum Σπήλαια και Λογοτεχνία.

Forum: Σπήλαια και Λογοτεχνία • προβολές 30 • posts 1
Χ
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Author ID 16
251 δημόσια posts
Post #12826 • 30 Jul 2011, 09:01 UTC
Πηγή: το βιβλίο της Αμερικανίδας συγγραφέως και εικονογράφου Λούσυ Φιτς Πέρκινς (Lucy Fitch Perkins, 1865-1937) «Τα δίδυμα των σπηλαίων» (“The Cave Twins”), σε μετάφραση της Έλλης Έμκε, Αθήνα 1990, εκδόσεις Καλέντη: Ν. Καλέντης-Κ. Ζουμαδάκη και Σία Ο.Ε., Μαυρομιχάλη 5, 10679 Αθήνα, τηλ. 210 3623553, ISBN:960-219-010-8 nn
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://64.38.244.46/images/authors/396_tumb.jpg
nn"......nΤον πολύ παλιό καιρό, η, γυναίκα κυνηγούσε, παγίδευε τα άγρια ζώα και ψάρευε χωρίς καμιά βοήθεια. Με τον καιρό, όμως, άφησε τον άντρα να κυνηγάει, ενώ εκείνη έμεινε στο σπίτι-σπηλιά, κρατώντας αναμμένη τη φωτιά και φροντίζοντας τα παιδιά. Μαγείρευε το φαγητό που έφερνε στο σπίτι o άντρας κι έφτιαχνε βελόνες από κόκαλα για να ράβει μαζί δέρματα ζώων που τα φορούσαν ο άντρας της, τα παιδιά της και η ίδια. Μετά από πολύ καιρό, άρχισε να φυτεύει σπόρους από τα άγρια φυτά που ήταν κατάλληλα για φάγωμα, και σιγά σιγά έμαθε να καλλιεργεί τη γη.n...nΈνα φωτεινό πρωινό στην αρχή της άνοιξης, πριν πολλά πολλά χρόνια, μια δέσμη ηλιαχτίδες τρύπησε τα πυκνά φυλλώματα στην άκρη ενός τεράστιου δάσους κι ήρθε και στάθηκε στην είσοδο μιας μεγάλης, σκοτεινής σπηλιάς. Μπροστά από τη σπηλιά έκαιγε μια φωτιά και πλάι, σ' ένα βράχο, καθόταν μια γριά γυναίκα. Στα γόνατα της είχε ένα κομμάτι από φλοιό σημύδας, με στοιβαγμένα επάνω βελανίδια. Τα έψηνε στις στάχτες και τα έτρωγε. Στα δεξιά της είχε μια στοίβα σπασμένα κλαράκια και τρία μεγάλα κλαδιά. Κάθε τρεις και λίγο, έριχνε καινούρια ξύλα στη φωτιά κι ανακάτευε τα κάρβουνα για να την αναζωπυρώσει.n...nΑν κι έμοιαζε αφοσιωμένη στα βελανίδια της, τα μικρά, ζωηρά ματάκια, της κοιτούσαν γύρω γύρω και τ' αυτιά της έπιαναν αμέσως κάθε ασυνήθιστο θόρυβο. Με το τσάκισμα κάποιου κλαδιού ή το ξαφνικό θρόισμα στους θάμνους, ήταν έτοιμη να ρίξει κι άλλα ξερά ξύλα στη φωτιά, για ν' αναψοκοκκινίσει μπροστά από το σκοτεινό άνοιγμα της σπηλιάς.nΉξερε πως κανένα άγριο θηρίο, όσο αιμοβόρο ή πεινασμένο, δε θα τολμούσε να πλησιάσει τις φλόγες. Όμως, όσο κι αν πρόσεχε, δεν παρατήρησε δυο παιδιά που σέρνονταν κρυφά προς το μέρος της, πάνω από τους μεγάλους βράχους που προστάτευαν την είσοδο της σπηλιάς.n...nΟ θόρυβος ήταν τόσο ξαφνικός και τόσο κοντινός, που η ηλικιωμένη γυναίκα ούτε που σκέφτηκε τη φωτιά της. Έβγαλε μονάχα μια κραυγή κι έπεσε προς τα πίσω μέσα στη σπηλιά. Κι ύστερα, μπουσουλώντας στα τέσσερα, χάδηκε στα σκοτεινά βάθη της όσο πιο γρήγορα μπορούσε.nΤα βελανίδια από την ποδιά της σκορπίσανε σε κάθε κατεύθυνση κι άρχισαν να κυλάνε στη λοφοπλαγιά. Το αγόρι και το κορίτσι πήδησαν κάτω στο χώμα, σκασμένα στα γέλια. Σ' ένα λεπτό, η γριά είχε ξαναγυρίσει στην είσοδο της σπηλιάς. Κρατούσε στο χέρι της ένα χοντρό ξύλο κι έμοιαζε πολύ δυμωμένη.n...nΕκτός απ' αυτό, το κυνήγι δεν πήγαινε καλά για αρκετό καιρό τώρα. Οι τάρανδοι είχαν μεταναστεύσει βόρεια και τα μεγάλα κοπάδια του βίσωνα δεν είχαν γυρίσει ακόμα από τα θερμότερα κλίματα όπου περνούσαν το χειμώνα. Υπήρχαν διάφορα άλλα είδη άγριων ζώων στο δάσος, μα οι κυνηγοί της φυλής δεν είχαν φέρει κρέας στο σπίτι για αρκετές μέρες. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τα παιδιά είχαν τολμήσει να μπουν τόσο βαθιά μέσα, στο δάσος. Τον περισσότερο καιρό έμεναν κοντά στη σπηλιά, μαζί με τα άλλα παιδιά της φυλής, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της γριάς,, ενώ οι γονείς τους έλειπαν στο κυνήγι.n...nΚυκλοφορούσαν τόσα αγρίμια μέσα στο δάσος, ώστε κανείς δεν ένιωθε ασφάλεια, παρά μόνο όταν ήταν χωμένος στο βάθος κάποιας σπηλιάς. Ακόμη και τότε, η σπηλιά έπρεπε να έχει τόσο στενή είσοδο, ώστε να μη χωράει να περάσει κανένα ανθρωποφάγο ζώο. Αλλιώς θα έπρεπε να καίει συνέχεια μπροστά της μια φωτιά για να διώχνει τα θηρία.nΜόλις άκουσαν το θόρυβο, η γιαγιά άφησε να της πέσει το αυγό και σηκώθηκε όρθια. Τα παιδιά έτρεξαν να χωθούν στη σπηλιά κι εξαφανίστηκαν από το πρόσωπο της γης. Η γιαγιά έριξε καινούρια ξύλα στη φωτιά και, καθώς φούντωναν οι φλόγες, κοίταζε φοβισμένα προς κάθε κατεύθυνση. Τώρα άκουσε έναν άλλο θόρυβο, που τον συνόδευαν παιδικές κραυγές και στριγγλιές. Από μακριά, κάτω στο ποτάμι ερχόταν ένα μακρόσυρτο βουητό κι ένα ατέλειωτο ποδοβολητό. Μια ομάδα παιδιών τρέχοντας από το μονοπάτι, όρμησαν προς το μέρος της σπηλιάς, φωνάζοντας με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους, «Έρχονται οι βισωνες, έρχονται τα βουβάλια!»nΗ γιαγιά επανέλαβε την κραυγή τους: «Έρχονται οι βίσωνες, έρχονται τα βουβάλια!» φώναξε στο άνοιγμα της σπηλιάς κι αμέσως βγήκαν έξω ο Φλογερός και η Φωτόλουστη. n- "Πού; πού; στρίγγλισαν".n...nΗ μαχαιρόδοντη τίγρη ήταν το αγρίμι που φοβόνταν περισσότερο απ' όλα, αν και πάντα έπρεπε να φυλάγονται και από τους λύκους, τις ύαινες, καθώς και τη φοβερή αρκούδα των σπηλαίων. Υπήρχαν ακόμα άγρια άλογα, ελέφαντες, μαμούθ και λιοντάρια.n... nΗ μεγάλη πυρά αναψοκοκκίνισε και τριζοβολούσε έξω από την είσοδο της σπηλιάς καταυγάζοντας το εσωτερικό της με μια ζεστή κόκκινη ακτινοβολία. Όλη η φυλή μαζεύτηκε μπροστά από το άνοιγμα της σπηλιάς, κοντά στη φωτιά.n...nΗ Γοργοπόδαρη σηκώθηκε αμέσως και πήγε στη γωνιά της σπηλιάς όπου βρίσκονταν τα δίδυμα. Εκείνα έκλεισαν τα μάτια τους κάνοντας τα κοιμισμένα. Ο Φλογερός μάλιστα ψιλοροχάλιζε. Η Γοργοπόδαρη άπλω στο πάτωμα της σπηλιάς δυο δέρματα αρκούδας και ξάπλωσε πάνω στο ένα. Ο Γερακομάτης προχώρησε ως το άνοιγμα της σπηλιάς, έριξε μια μάτια στ' αστέρια, χασμουρήθηκε, ζέστανε τα χέρια του κοντά στη φωτιά, κι έπειτα πήγε κι αυτός για ύπνο. Οι υπόλοιποι άντρες και γυναίκες βρήκαν τις θέσεις τους στις σκοτεινές γωνιές της σπηλιάς και σε λίγο ολόκληρη η φυλή της Αρκούδας κοιμόταν βαθιά. n...nΤα πυκνά κλαδιά σχημάτιζαν ένα παραπέτασμα γύρω τους, επιτρέποντας τους να βλέπουν, χωρίς να φαίνονται. Παρακολουθούσαν τη σπηλιά. Δεν άργησε να βγει στο άνοιγμα της η γιαγιά, παρατηρώντας γύρω της τον καιρό. Αμέσως μετά, έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά και κάθισε σ' ένα βράχο για να ροκανίσει το πρωινό της κόκαλο.n...nnΑπό την κορυφή του λόφου έβλεπαν μακριά, για πολλά μίλια, προς κάθε κατεύθυνση. Οι γκρεμοί βρίσκονταν πάνω σε μια μακριά μύτη στεριάς και πίσω από τη μύτη απλωνόταν ένας βαθύς κόλπος, όπου μπορούσε να μαζέψει κανείς διάφορα αντικείμενα, όταν τραβιόταν η παλίρροια. Σε μια σχισμή του βράχου, ο Φλογερός βρήκε μια φωλιά με τέσσερα αυγά. Όπως καθόταν με την αδελφή του πάνω στο λόφο τρώγοντας τα, η Φωτόλουστη διέκρινε μια παράξενη μαύρη κηλίδα στα μισά του γκρεμού, προς τα ανατολικά.n...nΈψαξαν πάνω, κάτω και στα πλάγια, για αρκετή απόσταση κατά μήκος του γκρεμού κι ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, όταν ένα κλαδί που κρατούσε ο Φλογερός έσπασε και το αγόρι έπεσε προς τα πίσω στην πλαγιά. Έκανε δυο τρεις τούμπες, κι όταν έπαψε να κατρακυλάει και ανακάθισε, κοιτούσε μέσα στο άνοιγμα μιας μεγάλης σκοτεινής σπηλιάς. Με το πέσιμο, κατρακύλησαν κάμποσες πέτρες και χώματα, που μαζί με το θόρυβο που έκανε ο ίδιος ο Φλογερός δημιούργησαν αρκετό πάταγο. Η σπηλιά ήταν γεμάτη κουκουβάγιες, που ξαφνιάστηκαν βλέποντας να πέφτουν επάνω τους πέτρες, χώματα κι ένα αγόρι. Τουλάχιστον έξι πέταξαν έξω από τη σπηλιά και τυφλωμένες από το φως σκόνταψαν πάνω στο Φλογερό.Όσες ήταν ακόμη στη σπηλιά, πέταξαν από δω κι από κει χτυπώντας τις φτερούγες τους πάνω στα βράχια. Αυτό μαζί με το σφυριχτό κρωγμό τους δημιούργησε ένα φοβερό θόρυβο στην κούφια σπηλιά.n...nΟ Γερακομάτης έριξε αμέσως κάτω το ελάφι και άναψε φωτιά! Έπειτα πήρε στο ένα χέρι μια δάδα και στο άλλο το δόρυ του και άρχισε να κατηφορίζει τον γκρεμό.n — Πώς φτάσατε στη σπηλιά; ρώτησε το Φλογερό.nΚατεβήκαμε ένα μέρος του γκρεμού και μετά κατρακυλήσαμε, απάντησε ο Φλογερός.nΟ Γερακομάτης γέλασε. Θα προσπαθήσω να βρω καλύτερο τρόπο, είπε.nΣύρθηκε προσεχτικά στην απόκρημνη πλαγιά κι έφτασε στη σπηλιά, κράτησε τη δάδα πάνω από το κεφάλι του για να φωτίσει το εσωτερικό της, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε το δόρυ του, έτοιμος να σκοτώσει οτιδήποτε άγριο ζώο τύχαινε να μένει εκεί. 'Ηταν το είδος της σπηλιάς όπου θα περίμενε κανείς να βρει τουλάχιστον λύκους.nΟι κουκουβάγιες βγήκαν πάλι έξω κρώζοντας, όπως είχαν κάνει όταν τους επισκέφτηκε ο Φλογερός μα τίποτε άλλο δεν κουνήθηκε και α Γερακομάτης μπήκε μέσα ατρόμητος. Η σπηλιά ήταν μεγαλούτσικη και καθώς ο γκρεμός ήταν από ασβεστόλιθο φάνταζε μέσα άσπρη και καθαρή, εκτός από τα σημεία όπου οι κουκουβάγιες είχαν φτιάξει τις φωλιές τους.nΤου Γερακομάτη δεν του άρεσαν οι κουκουβάγιες. Πιο πολύ δεν ανεχόταν τον τρόπο που τον κοίταζαν, χάλασε λοιπόν τις φωλιές τους και τις έριξε στον γκρεμό.nΈπειτα, βγήκε από τη σπηλιά και άρχισε να σκαρφαλώνει την πλαγιά, σαν να έψαχνε για κάτι. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή, κάνοντας νεύμα στη Γοργοπόδαρη και τα παιδιά που τον παρακολουθούσαν με αγωνία.n
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://ny-image3.etsy.com/il_75x75.137793239.jpg
nΑμέσως κατέβηκαν όλοι τη λοφοπλαγιά τρέχοντας. Ο Γερακομάτης τους συνάντησε στην είσοδο της σπηλιάς.n— Εδώ είναι το σπίτι μας, είπε, δείχνοντας τη σπη λιά. Δε θα μπορούσαμε να βρούμε τίποτε καλύτερο. Έχει μια πηγή με γλυκό νερό πολύ κοντά κι είναι ασφαλέστερο από κάθε άλλο μέρος όπου έχουμε μείνει. Πηγαίνετε μέσα να δείτε!nΗ Γοργοπόδαρη μπήκε μέσα και κοίταξε γύρω γύρω. Έδειχνε το ίδιο ευχαριστημένη με το Γερακομάτη. Δεν είπε ούτε καν: «Ας κοιτάξουμε μήπως βρούμε καμιά άλλη σπηλιά, που να μας ταιριάζει καλύτερα».nΜόνο πέταξε το ελαφίσιο τομάρι της στο πάτωμα της σπηλιάς, ακούμπησε το δόρυ της σε κάτι βράχια που σχημάτιζαν ράφι και άρχισε αμέσως να την ετοιμάζει για να κατοικηθεί. Όλοι βέβαια είχαν πάντα, μαζί τα όπλα τους. Δεν τους έμενε λοιπόν παρά να ανάψουν μια φωτιά στο άνοιγμα της σπηλιάς και ν' αρχίσουν να ετοιμάζουν το δείπνο. Ήταν το ίδιο εύκολο και απλό όπως κι όταν μετακομίζεις σ' ένα επιπλωμένο διαμέρισμα.nΟ Γερακομάτης γύρισε στην κορυφή του λόφου και κατέβασε το ελάφι. Έφερε ακόμα μερικά αναμμένα δαυλιά, από τη φωτιά που την είχε αναζωπυρώσει. Μ'αυτά άρχισε μια καινούρια φωτιά στο άνοιγμα της σπηλιάς.nΤην ώρα που η Γοργοπόδαρη τεμάχιζε το κρέας και τα δίδυμα έψηναν μεγάλα κομμάτια πάνω στα κάρβουνα, ο Γερακομάτης πήρε το πέτρινο τσεκούρι του και άνοιξε μέσα από τους θάμνους ένα μονοπάτι, από την είσοδο της σπηλιάς μέχρι την πηγή και άλλο ένα μέχρι την κορυφή του λόφου. Τα μονοπάτια ήταν τόσο καλά σκεπασμένα με ψηλά χόρτα και θάμνους, ώστε μπορούσαν να τα ακολουθήσουν χωρίς να φαίνονται. Όταν, τέλος, κάθισαν δίπλα στη φωτιά στην είσοδο της σπηλιάς, για να φάνε το πρώτο τους γεύμα από ψητό ελάφι στο καινούριο τους σπίτι, νιώθανε σαν να είχαν όλα τα καλά του κόσμου.nΌταν ξύπνησε η Γοργοπόδαρη το άλλο πρωί, ο ήλιος πλημμύριζε τη σπηλιά, φωτίζοντας μέχρι και την τελευταία της γωνίτσα. Οι περικοκλάδες που κρέμονταν πάνω από την είσοδο κυμάτιζαν στην αύρα και οι σκιές τους χόρευαν χαρούμενα πάνω στο λευκό δάπεδο. Η Γοργοπόδαρη ανακάθισε και κοίταξε έξω. Από την πόρτα έβλεπε απέραντες εκτάσεις ανοιχτής θάλασσας.n
Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.gutenberg.org/files/28425/28425-h/images/caves012.jpg
n...nΌταν έφτασαν στην κορυφή του λόφου, τα δίδυμα, μαζί με τον Κότσυφα και το Χοντροδάχτυλο, χώθηκαν στο κρυμμένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σπηλιά, σαν ποντικάκια που τρυπώνουν στη φωλιά τους.nΗ γιαγιά έμεινε μόνη, όρθια πάνω στο λόφο και δεν καταλάβαινε πού είχαν εξαφανιστεί τα παιδιά. Άκουγε όμως τις φωνές τους κι έβλεπε μια λεπτή στήλη καπνού να βγαίνει από ένα σημείο. Μάντευε πως η σπηλιά έπρεπε να βρίσκεται εκεί, μα δεν ήξερε πώς να πάει.n...n Όταν ο Γερακομάτης και η Γοργοπόδαρη έφτασαν στην κορυφή του λόφου, την πήραν μαζί τους και, μέσα από το κρυφό μονοπάτι, την οδήγησαν στη σπηλιά. Τα παιδιά είχαν κιόλας πετάξει μια μεγάλη στοίβα ξερά κλαδιά στη φωτιά και οι φλόγες χοροπηδούσαν ψηλά καλωσορίζοντας τους.n— Βλέπεις; φώναξε η Γοργοπόδαρη. Ακόμα και η φωτιά χορεύει από τη χαρά της για τον ερχομό σου.n......nΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςnΕξάρχεια, Αθήνα
← Προηγούμενο θέμα 📚 Πίσω στο Forum Επόμενο θέμα →