Εξωτερική εικόνα στο αρχικό post: http://www.prousos.gr/userfiles/image/%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B12.jpg
"..........................n... στην επαρχία Λιτσάς (Λιτζάς) και Αγράφων υπάρχει ένα βουνό μεγάλο και ψηλό, που οι παλαιοί Έλληνες το έλεγαν 'Οθρυ. Το έλεγαν έτσι γιατί το ύψος του ορθρίζει, βλέπει δηλαδή τον ήλιο πρωτύτερα από τα άλλα βουνά της Ελλάδας, όπως της Λοκρίδας, της Αιτωλοακαρνανίας και των Αγράφων. Το βουνό αυτό σήμερα λέγεται Δελούχι ή Βελούχι κι αποτελεί την ψηλότερη κορφή της οροσειράς Οίτης , που καταλαμβάνει το χώρο μεταξύ της Πίνδου και του Παρνασσού. n................nΠρος τα νοτιοδυτικά μέρη του Βελουχιού βρίσκονται κι άλλα βουνά (όπως το Άνδρο, το Χαλίκι, ο Κόρακας, ο Μαλαός, η Οξία) τόσο δύσβατα όσο δεν μπορείτε να φανταστείτε. Από αυτά τα βουνά ξεκινούν οι δεξιοί παραπόταμοι και η κοίτη του ποταμού Αχελώου. Στη μέση αυτών των βουνών και στον πιο βαθύ και απότομο τόπο βρίσκεται το Ιερό Μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Προυσιώτισσας, περικυκλωμένο θαυμάσια από βράχους και φωλιασμένο σε μια φοβερή κι απάτητη σπηλιά. Το Καθολικό, δηλαδή η Εκκλησία, που είναι μέσα στη σπηλιά έχει τρούλο και είναι πολύ ωραία στολισμένο με πολυελαίους, τέμπλο, μανουάλια, εξαίσιες τοιχογραφίες και είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εκεί βρίσκεται και μέρος της αγίας κάρας του αγίου ιερομάρτυρος Κλήμεντος, Επισκόπου Άγκυρας, μαζί με άλλα άγια λείψανα και τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου. Αριστερά του Καθολικού, στο βαθύτερο σημείο της σπηλιάς είναι το παρεκκλήσι της Προυσιώτισσας, διακοσμημένο με ωραίο τέμπλο και εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα η θαυματουργή και ωραιότατη Εικόνα της Θεοτόκου. Η άγια Εικόνα ήρθε, τον καιρό της Εικονομαχίας του Θεοφίλου, από τη λαμπρή πόλη της Προύσσας.n................nΈνα παιδί από τους βοσκούς που είπαμε πιο πάνω, φύλαγε τα γίδια του πατέρα του και μια νύχτα που κοιμόταν απέναντι από το σημερινό Μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα υπάρχει το κοιμητήριο της Μονής, ακούει ξαφνικά πίσω του, στον άβατο τόπο της σπηλιάς, κάποιους γλυκούς και απαλούς ύμνους. Απ' το φόβο του ξύπνησε κι ενώ σκεπτόταν να βρει από πού έρχονταν οι φωνές — ω τί θαύμα! - βλέπει ένα φως κι ένα φωτεινό στύλο που έβγαινε από το ιερό αυτό σπήλαιο κι ανυψωνόταν μέχρι τον ουρανό. n...............nΤην άλλη μέρα πήρε μαζί του κι άλλους ανθρώπους, που κι αυτοί είδαν τα ίδια. Έπειτα ερευνώντας πήγαν σ' εκείνο το μέρος και - ω τί μεγάλο μυστήριο! - βλέπουν την αγία Εικόνα - σε μια μεριά του σπηλαίου να φεγγοβολά και να αστράφτει. Αφού την προσκύνησαν και χάρηκαν που βρήκαν τέτοιο θησαυρό, έστειλαν και έφεραν εργαλεία κι άνοιξαν τον τόπο με σκοπό να έχουν την Εικόνα εκεί πάντα, παρηγοριά τους. n...............nΑυτό λοιπόν είναι το πρώτο και μεγάλο θαύμα που έδειξε η Θεοτόκος και φανερώθηκε η αγία Της Εικόνα. Από αυτό το θαύμα ονομάζεται μέχρι σήμερα το μοναστήρι Πυρσός, δηλαδή λαμπάδα και φως από τον πύρινο στύλο, φως που φάνηκε και είναι αληθέστατο. n...............nΑυτή τη φωνή δεν την άκουσε κανένας άλλος εκτός από τον άρχοντα και μόνο. Τότε ελευθέρωσε τους δούλους του και τους έστειλε στα σπίτια τους, ενώ αυτός εγκατέλειψε τα εγκόσμια και μ' ένα δούλο, που θέλησε μόνος του να τον ακολουθήσει, γύρισε στον Πυρσό όπου βρήκε την αγία Είκόνα και κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Θεοτόκου να μείνει κι αυτός εκεί. Ετοίμασε κι έκτισε ένα παρεκκλήσι μέσα στη σπηλιά, ενώ εκεί κοντά ησύχασε κι αυτός και ο δούλος του. Όπως πληροφορούμαστε από την Παράδοση τους έκανε μοναχούς κάποιος Ραφαήλ Ιερομόναχος, από ένα μοναστηράκι κάτω άπό τό χωριό τοϋ Αγίου Δημητρίου, καί έδωσε στόν άρχοντα τό μοναχικό όνομα Διονύσιος καί στό δοϋλο τό μοναχικό όνομα Τιμόθεος. Μετά απ' αυτά, όπως λέγεται, έκτισε ένα κελί απέναντι από το Μοναστήρι για να ησυχάζει εκεί, επειδή πήγαιναν πολλοί προσκυνητές. Έτσι λοιπόν, θεάρεστα πέρασε ο ευλογημένος εκείνος άρχοντας μέχρι που ο Κύριος τον ανάπαυσε. Το σώμα του, ο μαθητής του Τιμόθεος το έθαψε μέσα στο Ναό που ο ίδιος είχε κτίσει (ο τάφος του, δεν φαίνεται σήμερα), ενώ ή ψυχή του πέταξε στον ουρανό.n..............nΜια φορά από αμέλεια του καντηλανάφτη πήρε φωτιά η Εκκλησία της Μονής και οι Πατέρες δεν το πήραν είδηση νωρίς για να βγάλουν τίποτα από μέσα, ούτε την άγια Εικόνα. Όταν κατάλαβαν τί γινόταν, η φωτιά είχε περικυκλώσει το Ναό ώστε ήταν αδύνατο να κάνουν κάτι, γι' αυτό έκλαιγαν και οδύρονταν και πιό πολύ για την αγία Της Εικόνα και τη βιβλιοθήκη. Η Εκκλησία κάηκε τόσο, ώστε δεν έμεινε ούτε ξύλο, ούτε βιβλίο, ούτε τίποτε άλλο παρά πέτρες και μόνο. Όταν έσβησε η φωτιά, ω τί θαύμα! Βλέπουν την άγια Εικόνα να στέκεται πάνω στην Άγια Τράπεζα του παρεκκλησίου χωρίς να έχει πειραχτεί καθόλου από τη φωτιά. Δόξασαν λοιπόν το Θεό και τη Δέσποινα Θεοτόκο, που φύλαξε απείραχτα την Εικόνα Της και το παρεκκλήσι. Την πυρκαγιά αυτή την μαρτυρεί η άγια σπηλιά που μένει μέχρι σήμερα καταμαυρισμένη από τη φωτιά. Το Καθολικό που κάηκε έχει ανακαινισθεί δύο φορές, μία το 1587 μ.Χ. και μία το 1754 μ.Χ. από το μοναχό Πελάγιο. Ακούστε όμως κι άλλο θαύμα.nΠάνω από τον τρούλο της Εκκλησίας αυτής, ήταν μια πέτρα πολύ μεγάλη κολλημένη σαν ένα σώμα με τη σπηλιά, ενώ ένας κισσός που βρισκόταν εκεί την είχε περιπλέξει. Κάποτε ο κισσός ξεράθηκε και η πέτρα έμεινε γυμνή. Μετά απ' αυτό έγινε ένας σεισμός, η πέτρα άνοιξε κι ήταν έτοιμη να πέσει και να χαλάσει όλη την Εκκλησία. Οι Πατέρες της Μονής δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα μπροστά σ' αυτό τον κίνδυνο, παρά έψαλαν την παράκληση της Παναγίας με όλη τους την καρδιά και με πίστη και ελπίζοντας στη Θεοτόκο έπεσαν για ύπνο. Το πρωί — ω Δέσποινα τα θαυμάσια σου! — βλέπουν την πέτρα πεσμένη κάτω στο δεξιό μέρος της εκκλησίας χωρίς νά 'χει ακουμπήσει καθόλου το Ναό κι εδόξασαν το Θεό και την Πανάχραντο Θεοτόκο. Ο τόπος εκείνος του σπηλαίου πού 'χε την πέτρα μέχρι σήμερα φωνάζει και κηρύττει αυτό το θαύμα σε αυτούς που το βλέπουν.n................nΣτο δεξιό μέρος της Εκκλησίας υπάρχει ένα φοβερό χάος που καταλήγει σε ένα βαθύτατο λάκκο που περνά κοντά στη Μονή. Σ' αυτό το χάος όχι μόνο εάν πέσει κανείς δεν μένει ίχνος από αυτόν, αλλά και μόνο να πλησιάσει για να κοιτάξει φεύγει πίσω κατατρομαγμένος. Μια φορά λοιπόν, τη μέρα της γιορτής του Μοναστηριού, έτυχε να στέκεται εκεί κοντά η γυναίκα κάποιου ιερέα που κρατούσε ένα μωρό στα χέρια. Από τον πολύ κόσμο σπρώχθηκε και γκρεμίστηκε μαζί με το μωρό σ' εκείνο το θανατηφόρο χάος κι έφθασε ως κάτω στο λάκκο. Όλος ο κόσμος λυπήθηκε και οι συγγενείς της μαζί με κάποιο ιερομόναχο έτρεξαν από άλλο μέρος για να μαζέψουν τα λείψανα της γυναίκας και του παιδιού καί να τα θάψουν όπως έπρεπε. Αλλά - σε ευχαριστούμε Θεοτόκε! - μόλις πήγαν στο λάκκο, ω θαύμα!! βλέπουν τη γυναίκα που νόμιζαν για πεθαμένη να κάθεται σε μια πέτρα και να θηλάζει το μωρό της χωρίς νά 'χει πάθει τίποτα ούτε αυτή ούτε το παιδί, Την πήραν και την ανέβασαν στη Μονή, όπου όταν τη ρώτησαν πώς δεν έπαθε τίποτα είπε: «Μόλις έπεσα στο γκρεμό δεν πρόφτασα να πω τίποτα άλλο παρά "Παναγία μου Προυσιώτισσα, βοήθησε με!" και όπως βλέπετε η Κυρία Θεοτόκος φύλαξε και μένα και το παιδάκι μου». Ο λαός δόξασε τη Δέσποινα Θεοτόκο κι έλεγαν όλοι: «Μεγάλη η χάρη της Προυσιώτισσας! Τώρα είδαμε και με τα μάτια μας όσα είχαμε ακουστά». Ο λαός χάρηκε τόσο εκείνη την ήμερα για το θαύμα αυτό, ώστε και οι ασεβείς που έτυχε να βρεθούν εκεί τρόμαξαν. Αυτό το μεγάλο θαύμα το κηρύττουν μέχρι σήμερα άνθρωποι που το είδαν με τα μάτια τους. Αλλά φτάνουν τόσα για αυτό το θαύμα, προσέξτε κάποιο άλλο.n...............nΣτις 22 Δεκεμβρίου 1942, μέρα Τρίτη, έκανε επιδρομή στον Προυσό ένα σύνταγμα Ιταλών, 3.000 περίπου. Ένα απόσπασμα από 15 Ιταλούς στρατιώτες πήγαν στο σπίτι του Κωνσταντίνου Δαράβαλη, αγροτικού διανομέα και έπιασαν την γυναίκα του Μαρία και την κόρη του Αθηνά. Στο δρόμο η κόρη του δραπέτευσε. Τη γυναίκα του, ηλικίας 59 χρόνων, ανάμεσα σε φάλαγγα από Ιταλούς την πήγαιναν πρός το Καρπενήσι, ενώ αυτή χτυπιόταν, έκλαιγε και παρακαλούσε: «Λυπηθείτε με! Κι εσεΐς θά 'χετε μάνα κι αδελφές που σας περιμένουν». Αλλά άδικα! Όχι μόνο δεν την ελευθέρωσαν αλλά αντίθετα την χτυπούσαν. Αυτή μέσα στην απελπισία της αποφάσισε να δώσει τέλος στο μαρτύριο της και μόλις η φάλαγγα έφτασε στον Πύργο του Καραϊσκάκη, ακριβώς πίσω από τό Μοναστήρι, όπου το μέρος είναι τόσο απότομο που σε πιάνει ίλιγγος και μόνο να το βλέπεις, γύρω στις 3 μ.μ. πήδησε κάτω στο βάραθρο, ίσως για να αποφύγει τις κακοποιήσεις των Ιταλών, φωνάζοντας: «Παναγία μου Προυσιώτισσα, σώσε με!». Και, ω του θαύματος! Αντί να βρεθεί, όπως θά 'ταν φυσικό διαμελισμένη κάτω στο γκρεμό, κρατήθηκε σάν από αόρατο χέρι της Θείας Πρόνοιας και στάθηκε πάνω σε μια δάφνη που φύτρωνε στα μισά περίπου του βράχου, γύρω στα 200 μέτρα κάτω από το δρόμο.nΟι Ιταλοί πίστεψαν πως κομματιάστηκε κι έφτασε στο ποτάμι κι ούτε γύρισαν να δουν τί απόγινε το θύμα τους. Ανατολικά του Μοναστηριού, στην κορφή του βουνού στο μέρος που λέγεται «Δενδρούλια», οι Τορνιώτες παρακολουθούσαν το στράτευμα που έφευγε. Ένας από αυτούς, ο Αθανάσιος Άλαμπασύνης, βλέπει έναν μαύρο άνθρωπο στο γκρεμό και στέλνει αμέσως το γιό του Ιωάννη να δει ποιός γκρεμίστηκε και πιάστηκε στη δάφνη. Αυτός έτρεξε εκεί και με σχοινί τράβηξε πάνω τη Μαρία ταλαιπωρημένη και κλαμένη αλλά τελείως υγιή και δοξάζουσα το όνομα της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Το θαύμα αυτό συγκίνησε όσους το είδαν με τα μάτια τους και όσους το άκουσαν και με θαυμασμό το διηγούνται μέχρι σήμερα.n.........................."nnnnΧρήστος Δ. ΤσατσαρώνηςnΕξάρχεια, Αθήνα