Πηγή: η ιστορία “Cave in” από το βιβλίο “Tales of dirt, danger and darkness” του Αμερικανού σπηλαιολόγου και συγγραφέα Paul Jay Stewart, Greyhound Press, Cloverdale IN, USA, 1998, ISBN: 0-9663547-0-2, εξώφυλλο John Tudek
Βλ. σχετικά και:
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=1840
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=1855
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=1883
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=1908
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=2012
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=2015
http://www.fhs.gr/gr/forum/viewtopic.php?t=2066
Η ιστοσελίδα του συγγραφέα είναι:
http://www.paulsteward.cityslide.com/pa ... 258931.htm
(Τα βιβλία διατίθενται και μεταχειρισμένα – και φθηνότερα – από δικτυακά βιβλιοπωλεία. Αν κάποιος τα θέλει σε ψηφιακή μορφή με ενημερώνει αν και δε θα ήταν άσχημα να ενισχυθεί και o συγγραφέας)
Η πρόχειρη και κάπως ελεύθερη μετάφραση είναι δική μου.
“Οι δυο σπηλαιολόγοι σταμάτησαν και βάλθηκαν να κοιτούν ο ένας τον άλλον, λες και η απάντηση στην αγωνιώδη απορία που είχε γεννηθεί και στων δυο το μυαλό, ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους.
Τί ήταν αυτός ο ήχος;
Ένα βαθύ και υπόκωφο βουητό από κάπου πολύ βαθιά μέσα στο σπήλαιο, ο ήχος της μεγαλύτερης ατυχίας και του μεγαλύτερου εφιάλτη κάθε σπηλαιολόγου. Συνέχισαν σιωπηλοί, μα η σιωπή τους ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε φωνή ή ομιλία. Και δεν ήταν η σιωπή της περισυλλογής, ήταν η βουβαμάρα του τρόμου. Του τρόμου πως ακόμα και το να αναφέρουν αυτό που φοβούνταν, θα τό ‘κανε με κάποιο τρόπο στ’ αλήθεια να συμβεί.
Πάλι ο υπόκωφος ήχος. Όμως αυτή τη φορά δεν ακουγόταν μόνο, παρά τον ένοιωθες να δονεί το δάπεδο και τα τοιχώματα του σπηλαίου. Ολόκληρο το σπήλαιο έμοιαζε να δονείται. Σκόνη, λάσπη και μικρές πέτρες άρχισαν να πέφτουν από την οροφή. Ξαφνικά, εκατοντάδες νυχτερίδες γέμισαν τον αέρα γύρω τους, έχοντας ξυπνήσει από το βαθύ τους ύπνο και το χτύπημα των φτερών τους σκέπασε κάθε άλλο ήχο. Πετούσαν προς κάθε κατεύθυνση μη ξέροντας αν θά ‘ταν σκοπιμότερο να αντιμετωπίσουν το αμείλικτο φως της ημέρας για να γλυτώσουν από τον πρωτόγνωρο τρόμο που είχε κυριεύσει το σκοτεινό τους βασίλειο.
Το βουητό έγινε ένα εκκωφαντικό μουγκρητό και η γη γύρω τους άρχισε να δονείται βίαια. Τεράστια κομμάτια από κουρτίνες που ξεκίνησαν να σχηματίζονται στις απαρχές του χρόνου, έσπασαν και διαλύθηκαν σε δευτερόλεπτα μπροστά στα μάτια τους. Σχηματισμοί κάθε είδους γίνονταν σκόνη καθώς έπεφταν στο έδαφος. Τα φώτα στα κράνη τους αχρηστεύθηκαν, δε μπορούσαν να διαπεράσουν τον πηχτό κουρνιαχτό που είχε σηκωθεί γύρω τους. Ακόμα κι η αναπνοή έγινε δύσκολη καθώς η βροχή των βράχων και των πετρών, συνέχιζε να πέφτει. Μη μπορώντας άλλο να σταθούν όρθιοι, έπεσαν κάτω. Απεγνωσμένοι, προσπάθησαν να συρθούν μες στο σκοτάδι, μα χωρίς τα φώτα τους να αποκαλύπτουν το περιβάλλον τριγύρω, η όποια μετακίνηση ήταν άσκοπη. Έμειναν ξαπλωμένοι κρατώντας ο ένας τον άλλον, ευχόμενοι να μπορούσαν να εξαϋλωθούν και να ξεφύγουν έτσι από αυτό το σκηνικό απίστευτου τρόμου.
Με το πρόσωπο του σχεδόν κολλημένο στο δάπεδο, ο ένας σπηλαιολόγος ένοιωσε ένα δυνατό ρεύμα αέρα εκεί. Ακολούθησε το φύσημα και βρήκε ότι έβγαινε από μια τρύπα που οδηγούσε (προφανώς) σε μια άλλη αίθουσα, από κάτω τους. Φώναξε στο φίλο του να τον ακολουθήσει και χώθηκε στην τρύπα.
Μια νέα δόνηση συντάραξε το σπήλαιο. Χωρίς να έχει άλλη επιλογή, φώναξε στο φίλο του άλλη μια φορά κι αφέθηκε να πέσει στο κενό. Ο χρόνος πάγωσε την ώρα της πτώσης. Έχασε κάθε αίσθηση του χώρου, τί ήταν πάνω - τί ήταν κάτω κι ένα περίεργο αίσθημα γαλήνης τον κυρίευσε. Κι ήταν αυτό μια λύτρωση σε σχέση με τη φρίκη που έως τότε βίωνε. Πίστεψε πως ίσως είχε πεθάνει κι ανέβαινε στον ουρανό. Ένα χαμόγελο σχηματίσθηκε στο πρόσωπο του κι ύστερα χτύπησε στον πάτο.
Άρχισε να συνέρχεται αργά, αφού είχε παραμείνει αναίσθητος για ώρες. Οι μύες του πονούσαν μα για καλή του τύχη, το σημείο που είχε προσγειωθεί ήταν αμμώδες και δεν είχε σπάσει τίποτα. Θολωμένος ακόμα από το χτύπημα, ένοιωσε νερό να στάζει στο πρόσωπο του. Οι σταγόνες, πέφτοντας από ψηλά στο σκοτεινό κενό, κέρδιζαν ταχύτητα και τον έτσουζαν. Το νερό κύλησε αργά στα μάγουλα του κι έφτασε στα χείλη του. Η γλώσσα του περίμενε με αγωνία να τις γευτεί, καθώς το στόμα του είχε στεγνώσει τελείως, από όλη τη σκόνη πού ’χε - άθελα του - καταπιεί. Η γεύση του νερού τον ξένισε. Κατ΄ αρχάς ήταν πηχτό κι έπειτα η γεύση του ήταν κάπως…. σα χαλκού…. σα σκουριάς κάπως. Άγγιξε το νερό πού ‘χε πέσει στο πρόσωπό του. Ήταν κολλώδες, σα γλίτσα. Έφερε τα βρεμμένα δάχτυλα του ως τη μύτη και μύρισε. Ξαφνικά, η μυρωδιά τον πήγε πίσω στην παιδική του ηλικία. Έτρεχε γρήγορα στο δρόμο αφού τις είχε φάει για τα καλά, από το νταή της γειτονιάς. Το αίμα ανάβλυζε από τη σπασμένη του μύτη, κύλαγε μες στο στόμα του και το κατάπινε χωρίς να θέλει. Αυτή τη γεύση και τη μυρωδιά δεν θα την ξέχναγε ποτέ. Όμως τώρα; Τί δουλειά είχε το νερό σαν αίμα να μυρίζει;
Έψαξε στη ζώνη του που είχε κρεμασμένο έναν εφεδρικό φακό. Πόσο ανακουφίστηκε όταν είδε πως δούλευε! Έριξε το φως στα χέρια του και είδε πως ήταν κατακόκκινα. Κι επίσης πως η φόρμα του ήταν όλη μουσκεμμένη με το κόκκινο υγρό. Μα…. Ήταν αίμα; Τότε, άλλη μια σταγόνα έπεσε στην κορυφή του κεφαλιού του. Σήκωσε το φακό του και φώτισε το σπήλαιο γύρω του.
Είδε, για πρώτη φορά, πού βρισκόταν. Είχε πέσει από την τρύπα, σε μια θολωτή αίθουσα με διάμετρο περίπου 12 μέτρα. Η οροφή ήταν περίπου στα 10 μέτρα ψηλά. Το χέρι του πάγωσε όταν το φως έπεσε σε κάτι στην οροφή, ακριβώς πάνω από αυτόν. Άρχισε να ουρλιάζει. Τα επόμενα λεπτά, τα ουρλιαχτά του αντηχούσαν στην αίθουσα. Γιατί νόμιζε ότι αν ούρλιαζε όσο πιο δυνατά μπορούσε, θα ξορκιζόταν - με κάποιον τρόπο - αυτός ο απίστευτος εφιάλτης. Σταμάτησε να ουρλιάζει, όταν το στομάχι του δεν άντεξε άλλο και αδειάστηκε στο χώμα της σπηλιάς. Αυτός ο σκοτεινός μα ήσυχος και πανέμορφος κόσμος, είχε γίνει ένα απόκοσμο άντρο του θανάτου. Γιατί αυτό που είχε το φως του φανερώσει, ήταν το άψυχο κορμί του συντρόφου του που, σφηνωμένο στην τρύπα, κρεμόταν ανάποδα με το αίμα να σταλάζει από τα χέρια προς τα κάτω και τα νεκρά μάτια να τον «κοιτούν».
Ο φίλος του πρέπει να άκουσε τις φωνές του και προσπάθησε να τον ακολουθήσει στην τρύπα. Μα φαίνεται, την ώρα που είχε μισοχωθεί, βράχοι έπεσαν από πάνω, τον παγίδευσαν από τη μέση του και κάτω, τον συνέθλιψαν και τον σκότωσαν. Ο, μονάχος πια, σπηλαιολόγος προσπάθησε να συνεφέρει τον εαυτό του και έλεγξε την αίθουσα για τυχόν άλλα περάσματα.
Η μόνη είσοδος (και έξοδος) κει μέσα ήταν η τρύπα που έφραζε το κουφάρι του φίλου του. Βρήκε το σάκκο του λίγο πιο πέρα. Είχε τρόφιμα, νερό και μπαταρίες που θα κρατούσαν ίσως και τρεις μέρες. Έβγαλε ένα κομμάτι σχοινί που είχε εκεί κι άρχισε να σκαρφαλώνει προς την οροφή πάνω σε ένα σωρό κατακρημνισμένων βράχων. Πλησίασε όσο μπορούσε στην τρύπα, μελέτησε το σημείο και βρίσκοντας ένα πάτημα και ένα πιάσιμο, με αντιστήριξη, τύλιξε το σχοινί στο στήθος του φίλου του, το σιγούρεψε με ένα κόμπο και άφησε το υπόλοιπο να κρεμαστεί ελεύθερο προς τα κάτω.
Δεν είχε ποτέ πριν βρεθεί τόσο κοντά στο σώμα πεθαμένου ανθρώπου και ξαφνιάστηκε από το πόσο γρήγορα είχε αρχίσει η ακαμψία. Το αίμα που κύλαγε και έσταζε από τα δάχτυλα κάτω, είχε αρχίσει να πήζει και σχημάτιζε τώρα κόκκινα… μακαρόνια. Επίσης… το πτώμα είχε αρχίσει να μυρίζει και να επιβαρύνει κι άλλο την ήδη βαριά μυρουδιά κλεισούρας και μούχλας του σπηλαίου.
Ο σπηλαιολόγος, προσεκτικά, κατέβηκε προς τα κάτω κι έφτασε πάλι στο δάπεδο. Άρπαξε το σχοινί και τράβηξε δυο φορές με προσοχή. Μόνο λίγα χαλίκια και σκόνη πέσανε. Το σώμα του νεκρού σπηλαιολόγου παρέμεινε στη θέση του. Σκαρφάλωσε ένα - δύο μέτρα στο σχοινί κι άρχισε να αιωρείται μπρος - πίσω για να απεγκλωβίσει έτσι το σώμα. Καμμιά τύχη. Το πτώμα κουνιόταν πέρα - δώθε σα μακάβριο, τεράστιο γλωσσίδι μιας γιγάντιας καμπάνας, μα δεν ελευθερωνόταν από το βράχο που το εγκλώβιζε. Το τράβηγμα και η παλινδρομική κίνηση, σφίγγανε βέβαια το σχοινί όλο και πιο πολύ γύρω από το πτώμα.
Ξαφνικά και από όλην αυτή την πίεση, αίμα και διάφορα σωματικά υγρά ξεράστηκαν με βία από το στόμα του νεκρού, κατευθείαν πάνω στον αιωρούμενο στο σχοινί σπηλαιολόγο και τον γέμισαν. Το σοκ τον έκανε ν’ αφήσει το σχοινί κι έπεσε, γι άλλη μια φορά, με βία στο πάτωμα.
Άμμος και σκόνη ανακατώθηκαν με τα υγρά που τον κάλυπταν, μετατρέποντας τα σε μια γλοιώδη, κολλώδη, βρωμερή λάσπη. Ανεξέλεγκτη οργή τον κατέκλυσε καθώς προσπαθούσε όπως - όπως να σκουπίσει από πάνω του τη γλοιώδη βρώμα. Αυτό ήταν! Το ποτήρι ξεχείλισε! Τρέμοντας έτρεξε προς το σάκκο του κι άρχισε να ψαχουλεύει μέσα φρενιασμένα. Βρήκε το μαχαίρι του, το πήρε και βάλθηκε να σκαρφαλώνει πάλι τους βράχους προς την οροφή. Έφτασε, αντιστηρίχτηκε κι άφησε να ξεπηδήσει από μέσα του όλος ο φόβος, η αγωνία, ο τρόμος, η απόγνωση και ο θυμός των τελευταίων ωρών.
Άρχισε να μαχαιρώνει με βία πυρεττώδη το παγωμμένο σώμα. Να κόβει δέρμα, μύες, όργανα, οστά. Σταμάτησε μόνο όταν το χέρι που μαχαίρωνε δεν είχε άλλη δύναμη όπως και το άλλο χέρι και τα πόδια του (που χρησιμοποιούσε για αντιστήριξη), τρέμανε από εξάντληση. Πήρε μια ανάσα κι άρχισε πάλι να κατεβαίνει. Στα μισά του δρόμου, γλίστρισε σ΄ ένα σημείο που τα βράχια είχαν πιτσιλιστεί με αίμα κι έπεσε κάτω…. πάλι. Εκεί ξαπλωμένον, τον πήραν τα κλάμματα μέχρι που αποκοιμήθηκε…
Ξύπνησε καταπαγωμμένος, τρέμοντας ολόκληρος - σημάδια σχεδόν σίγουρης υποθερμίας. Με τρομερή προσπάθεια, μασούλησε κάτι από τα τρόφιμα του κι άρχισε μετά να περπατάει γύρω - γύρω για να ζεσταθεί. Ήξερε πως τώρα θα μπορούσε πια να ξεκολλήσει το πτώμα. Όλο κι όλο που το κρατούσε ενωμένο, ήταν η σπονδυλική στήλη. Κι άμα ξεκόλλαγε το πάνω μέρος του κορμιού, θα μπορούσε να σπρώξει το υπόλοιπο προς τα πίσω στην τρύπα, προς το πάνω επίπεδο της σπηλιάς και να φύγει, να βγει έξω από αυτήν την Κόλαση.
Έπιασε πάλι το σχοινί και τράβηξε με δύναμη… μα τίποτα. Έφτιαξε μ’ ένα κόμπο μια θηλιά στο κάτω μέρος του σχοινιού, έβαλε μέσα το πόδι του, πάτησε, αιωρήθηκε και τινάχτηκε με δύναμη προς τα κάτω.
Και βρέθηκε ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο αμμώδες δάπεδο… ξανά. Κοίταξε προς τα πάνω, είδε το σχοινί ελευθερωμένο να κουλουριάζεται και να πέφτει και πίσω να το ακολουθεί… ο μισός του φίλος πέφτοντας στον αέρα. Συνειδητοποίησε τη φρίκη αυτού που γινόταν και προσπάθησε απεγνωσμένα να μετακινηθεί. Μα ήταν πια αργά. Το απομεινάρι του σώματος του φίλου του, έπεσε πάνω του από 10 μέτρα ύψος, τον χτύπησε με δύναμη κι έχασε τις αισθήσεις του.
Συνήλθε μερικά λεπτά μετά. Ανοίγοντας τα μάτια του, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το νεκρό του φίλο. Εκείνου τα πεθαμένα μάτια τον κοιτούσαν από λίγα μόνο εκατοστά μακριά. Ούρλιαξε σαν τρελλός, μέχρι που δεν μπορούσε να βγάλει φωνή πια. Έσπρωξε το μακάβριο απομεινάρι του σώματος από πάνω του, το κλώτσησε μακριά, φορτώθηκε το σάκκο του κι άρχισε πάλι να σκαρφαλώνει.
Είχε μείνει μόνο η μέση και τα πόδια. Άρπαξε δυνατά τα δυο μηριαία οστά που εξείχαν κι έσπρωξε προς τα πάνω. Η τρύπα απελευθερώθηκε! Έσπρωξε μέσα της (και πάνω από κείνα τα ορφανά πόδια), το κορμί του και βγήκε! Ήταν έξω! Σήκωσε με δυσκολία τις πέτρες πού ‘χαν λειώσει τα πόδια του φίλου του και τον είχαν εγκλωβίσει. Πίεσε ότι είχε απομείνει απ’ αυτό το άμοιρο κορμί μέσα στην τρύπα πάλι και τό ‘ριξε κάτω!
Ύστερα από ώρες πολλές που σερνότανε και σκαρφάλωνε εδώ κι εκεί, βρήκε ένα διάδρομο που του φάνηκε οικείος. Ήρθανε δάκρυα στα μάτια του όταν είδε το φως του ήλιου να μπαίνει από την είσοδο της σπηλιάς. Σύρθηκε έξω και ξάπλωσε στο πράσινο χορτάρι.
Ω! Πόσο γλυκά μύριζε ο φρέσκος αέρας! Πόσο γαλάζιος ήτανε ο ουρανός! Έβγαλε το κράνος και τα γάντια του. Έβγαλε τις γαλότσες και τη φόρμα του. Άδειασε και το περιεχόμενο του σάκκου του. Τά ‘κανε όλα ένα μπόγο και με φόρα τα πέταξε πίσω, μέσα στη σπηλιά.
Η σπηλαιολογία είχε πια, γι αυτόν, τελειώσει.”
Χρήστος Δ. Τσατσαρώνης
Εξάρχεια, Αθήνα